Τις πρώτες πρωινές ώρες της Δευτέρας 26 Ιανουαρίου 2026, γύρω στις 4 τα ξημερώματα, σημειώθηκε ισχυρή έκρηξη και εκδηλώθηκε φωτιά σε τμήμα του εργοστασίου της μπισκοτοβιομηχανίας «Βιολάντα» στο 6ο χιλ Τρικάλων-Καρδίτσας. Μαρτυρίες κατοίκων κάνουν λόγο για έναν εκκωφαντικό θόρυβο που έγινε αισθητός σε απόσταση μέχρι και οκτώ χιλιομέτρων, φτάνοντας μέχρι το κέντρο της πόλης και γειτονικά χωριά, προκαλώντας ακόμη και δονήσεις που έσπασαν τζάμια κτιρίων.
Στη μονάδα που λειτουργούσε σε 24ωρη βάρδια, την ώρα της έκρηξης που σημειώθηκε στο υπόγειο του κεντρικού κτηρίου του εργοστασίουεργάζονταν 12 άτομα, με αποτέλεσμα 5 εργαζόμενες γυναίκες που βρίσκονταν στον χώρο της παραγωγής να χάσουν τη ζωή τους και οι υπόλοιποι/ες τραυματισμένοι/ες εργαζόμενοι/ες να μεταφερθούν στο νοσοκομείο. Οι σοροί των πέντε γυναικών βρέθηκαν στο υπόγειο, κάτω από λαμαρίνες, καθώς η φονική έκρηξη προκάλεσε κατάρρευση της στέγης. Οι 5 εργαζόμενες γυναίκες μητέρες που έχασαν τη ζωή τους στο φονικό εργατικό δυστύχημα και είχαν επιλέξει τη βραδινή βάρδια για να μπορούν την ημέρα να είναι κοντά στα παιδιά τους και στα εγγόνια τους, είναι οι:
Βασιλική Σκαμπαρδώνη, 42 ετών από το Γαρδίκι Τρικάλων, μητέρα δύο ανήλικων παιδιών 4 και 6 ετών, Σταυρούλα Μπουκουβάλα, 56 ετών από την Καρδίτσα, μητέρα τριών παιδιών, η οποία εργαζόταν στο εργοστάσιο περίπου 10 χρόνια, Έλενα Κατσαρού, 45ετών από το χωριό Γλίνος, μητέρα ενός παιδιού 13 ετών, Αναστασία Νάσιου από το Γριζάνο Φαρκαδόνας, η οποία δούλευε χρόνια στη Γερμανία και μετά την επιστροφή της εργαζόταν για να συμπληρώσει και τα τελευταία ένσημα για συνταξιοδότηση της, και Αγάπη Μπουνόβα, 65 ετών, μητέρα και γιαγιά, με 2 χρόνια για να βγει στη σύνταξη.
Με τη γνωστοποίηση του θανατηφόρου εργατικού δυστυχήματος και την απώλεια των 5 εργαζομένων γυναικών, το Εργατικό Κέντρο Τρικάλων κάλεσε σε κινητοποίηση, τόσο το απόγευμα της Δευτέρας 26/1 στις 6μμ στην πλ. Ρήγα Φεραίου, όσο και την Τρίτη 27/1, κηρύσσοντας 24ωρη απεργία. Ακολούθησαν εργατικά σωματεία, φορείς και συλλογικότητες με ανακοινώσεις συμμετοχής και στήριξης τόσο στις κινητοποιήσεις της Δευτέρας όσο και Τρίτης.
Παρεμβάσεις στις κινητοποιήσεις έγιναν από την Ένωση Λειτουργών Μέσης Εκπ/σης Τρικάλων (που κήρυξε και 3ωρη διευκολυντική στάση εργασίας την Τρίτη ), την ΑΔΕΔΥ Τρικάλων (που μετά από αίτημα της, η Εκτελεστική Επιτροπή της ΑΔΕΔΥ κήρυξε 3ωρη στάση εργασίας για όλους τους εργαζόμενους στις Δημόσιες Υπηρεσίες, τα ΝΠΔΔ και τους ΟΤΑ της Περιφερειακής Ενότητας Τρικάλων την Τρίτη), τον Σύλλογο Γυναικών Τρικάλων. Στην κινητοποίηση της Δευτέρας συμμετείχε και ο πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Καρδίτσας. Τις κινητοποιήσεις Δευτέρα και Τρίτη ακολούθησαν δυναμικές πορείες με παλμό στους κεντρικούς δρόμους της πόλης.
Την Τρίτη 27 Ιανουαρίου επισκέφθηκε τα Τρίκαλα ο πρόεδρος της Νέας Αριστεράς, Αλέξης Χαρίτσης και (με μέλη της Νέας Αριστεράς Τρικάλων) πραγματοποίησε συναντήσεις με τη διοίκηση του Εργατικού Κέντρου και την Επιθεώρηση Εργασίας, στα πλαίσια ενημέρωσης για το φονικό δυστύχημα. Στο Εργατικό Κέντρο, τόσο η διοίκηση όσο και οι εκπρόσωποι σωματείων επισήμαναν ότι είχαν προειδοποιήσει, είχαν καταγγείλει, είχαν διαμαρτυρηθεί εγκαίρως αλλά για άλλη μια φορά, δεν εισακούστηκαν. Ο Δημήτρης Αρμάγος, πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου, επισήμανε χαρακτηριστικά: «Μάλλιασε η γλώσσα μας να επισημαίνουμε τα μέτρα που πρέπει να παρθούν για την υγιεινή και ασφάλεια συνολικότερα στις επιχειρήσεις και στα εργοστάσια της περιοχής μας». Σημείωσε ότι αντιπροσωπεία του Εργατικού Κέντρου, μαζί με το τμήμα υγιεινής και ασφάλειας είχε επισκεφτεί το συγκεκριμένο εργοστάσιο το καλοκαίρι για ζητήματα μέτρων προστασίας.
Στην Επιθεώρηση Εργασίας Τρικάλων, αντίστοιχα, επιβεβαιώθηκε αυτό που η κυβέρνηση προσπαθεί να κρύψει: η διάλυση σε βάθος των ελεγκτικών μηχανισμών. Αναφερόμενος στην κατάσταση της Επιθεώρησης Εργασίας στα Τρίκαλα, ο Αλέξης Χαρίτσης διαπίστωσε «πολύ σημαντική υποστελέχωση», καθώς υπάρχουν μόλις τέσσερις ελεγκτές για τα ζητήματα υγιεινής και ασφάλειας στην εργασία, οι οποίοι καλούνται να καλύψουν δύο νομούς, Τρικάλων και Καρδίτσας, με ένα αυτοκίνητο. Όπως σημείωσε «αυτό είναι ζήτημα πολιτικών επιλογών». Πρόσθεσε ακόμη ότι «η κυβέρνηση επέλεξε ουσιαστικά να καταργήσει το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας και να το μετατρέψει σε Ανεξάρτητη Αρχή χωρίς πολιτική λογοδοσία», τονίζοντας ότι «έχουν ληφθεί πολύ συγκεκριμένες αποφάσεις και επιλογές».
Την επόμενη, Τετάρτη 28/1, απολογήθηκαν στην Εισαγγελία Τρικάλων οι 3 συλληφθέντες, ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης, ο υπεύθυνος ασφαλείας και ο υπεύθυνος βάρδιας. Μετά την απολογία τους αφέθηκαν ελεύθεροι, αφού δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη η έρευνα που βρίσκεται σε προκαταρκτικό στάδιο και δεν έχουν συμπεριληφθεί οι πραγματογνωμοσύνες απ’ όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές. Ωστόσο, το πόρισμα της πυροσβεστικής που δημοσιεύτηκε στις 28/1, κάνει λόγο για πολύμηνη και εκτεταμένη διαρροή προπανίου εντός του εδάφους που προκάλεσε τη φονική έκρηξη. Να σημειωθεί επιπλέον ότι υπάρχουν μαρτυρίες εργαζομένων που αναφέρουν έντονη οσμή υγραερίου στους χώρους του εργοστασίου, γεγονός που η διοίκηση αγνόησε.
Την Πέμπτη, επισκέφτηκε τα Τρίκαλα ο Σωκράτης Φάμελλος, ο οποίος συναντήθηκε με τη διοίκηση του ΕΚΤ, το Τμήμα Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας της Εργασίας και άσκησε σφοδρή κριτική στην κυβέρνηση για τα ζητήματα υγείας και ασφάλειας στην εργασία, υπογραμμίζοντας τη δραματική υποστελέχωση της.
Το τελευταίο αντίο είπαν την Πέμπτη συγγενείς, φίλοι και συνάδελφοι σε 3 από τα 5 θύματα, τη Σταυρούλα Μπουκοβάλα στο Προάστιο Καρδίτσας, την Αναστασία Νάσιου στο Γρίζανο Τρικάλων και την Αγάπη Μπουνόβα στο Μεγαλοχώρι Τρικάλων, ενώ την Παρασκευή έγιναν οι κηδείες των άλλων 2 θυμάτων, της Ελένης Κατσαρού στα Τρίκαλα και της Βασιλικής Σκαμπαρδώνη – Καραγιάννη στη Φιλύρα.
Από τα μέχρι τώρα πορίσματα Πυροσβεστικής και εμπειρογνωμόνων είναι φανερό ότι δεν ήταν απλά ένα ατύχημα. Δεν ήταν η «κακιά στιγμή». Ήταν εργοδοτικό έγκλημα με κρατική ανοχή. Όταν οι έλεγχοι είναι ανύπαρκτοι, όταν οι καταγγελίες αγνοούνται, όταν η εργοδοσία μένει στο απυρόβλητο, τότε οι νεκροί είναι προγραμματισμένοι. Πέντε εργαζόμενες γυναίκες σκοτώθηκαν στη βάρδια τους, γιατί το σύστημα ασφάλειας θυσιάστηκε για να μη χαλάσει η «ομαλή λειτουργία» του εργοστασίου και το ανεβεί το κόστος της παραγωγής.





