Διαχρονικά, οι κυβερνήσεις Μητσοτάκη με προεξάρχοντες τους εκάστοτε υπουργούς Παιδείας έχουν ενορχηστρώσει μια διαρκή επίθεση ενάντια στους εκπαιδευτικούς, με όχημα την αξιολόγηση. Σ’ αυτή την επίθεση, τον ρόλο των εκτελεστικών οργάνων παίζουν τα στελέχη της εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες τους. Κάποια στελέχη, μάλιστα, θέλοντας να γίνουν βασιλικότεροι του βασιλέως, έχουν δημιουργήσει κλίμα τρομοκρατίας στις περιοχές ευθύνης τους ξεκινώντας ένα πογκρόμ πειθαρχικών διώξεων σε εκπαιδευτικούς που αντιστέκονται στην στημένη παρωδία της αξιολόγησης. Σε ένα σχολικό περιβάλλον που παλιότερα χαρακτηριζόταν από παιδαγωγική και εργασιακή ελευθερία, στην περίοδο μάλιστα διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ –για να λέμε και τα καλά– οι εκπαιδευτικοί εξέλεγαν οι ίδιοι τους διευθυντές τους, τώρα έχει παραγκωνιστεί ο Σύλλογος Διδασκόντων και επικρατεί η απόλυτη εξουσία του διευθυντή, η εντατικοποίηση, ο φόβος και η ανασφάλεια.
Η εξουσία γνωρίζει καλά ότι δημιουργώντας διοικητικά στελέχη ανεξέλεγκτα και με υπερεξουσίες, φτιάχνει ένα πειθήνιο επιτελικό σώμα που τα μέλη του ενδιαφέρονται μόνο για τη θέση «ευθύνης», την καριέρα και την ανέλιξή τους. Έτσι κατασκευάζεται ένα σώμα πραιτοριανών του υπουργείου που χρησιμοποιεί όλους τους τρόπους, θεμιτούς και αθέμιτους, ώστε να υπηρετηθεί η αντιεκπαιδευτική πολιτική της κυβέρνησης. Ευτυχώς υπάρχουν και λίγες εξαιρέσεις, που επιβεβαιώνουν τον κανόνα, διευθυντών σχολείων που προσπαθούν να κρατήσουν κάποιες ισορροπίες. Από τον χώρο της Αριστεράς, λίγοι ήταν οι διευθυντές που, προς τιμή τους, παραιτήθηκαν μη θέλοντας να γίνουν άβουλοι ιμάντες μεταφοράς και επιβολής των πολιτικών του υπουργείου. Πολλοί περισσότεροι, γαντζωμένοι στην αυταρέσκεια του ρόλου τους και προβάλλοντας αστεία άλλοθι περί του προσωπικού τους οράματος για το σχολείο, διαπρέπουν ως αριστεροί αξιολογητές που αξιολογούν επιεικέστερα(!) από τους άλλους. Επί της ουσίας, επιλέγουν να αποδέχονται, νομιμοποιούν και να υπηρετούν την αντιεκπαιδευτική πολιτική της κυβέρνησης για να μην απεκδυθούν τα «πανάκριβα» οφίτσια της καριέρας τους.
Πριν λίγες μέρες στη Θεσσαλονίκη υπήρξε ένα γεγονός με ιδιαίτερη συμβολική και ουσιαστική σημασία. Η Γενική Συνέλευση της Α΄ ΕΛΜΕ που πραγματοποιήθηκε στις 7-5-2026 έκρινε αναγκαία και αποφάσισε τη διαγραφή μέλους της από το σωματείο για τους παρακάτω λόγους που περιγράφονται στην ανακοίνωσή της:
• «Υπό την ιδιότητά της ως διευθύντρια Εκπαίδευσης της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ανατολικής Θεσσαλονίκης απείλησε με οριστική παύση μέλη της συνδικαλιστικής οργάνωσης που νόμιμα συμμετείχαν στην κηρυχθείσα, δυνάμει της από 18/10/2023 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, απεργία-αποχή από κάθε διαδικασία ή ενέργεια που συνδέεται με την άσκηση καθηκόντων που αφορούν στις διαδικασίες συλλογικού προγραμματισμού και υλοποίησης του εκπαιδευτικού έργου, εσωτερικής αξιολόγησης / αυτοαξιολόγησης και εξωτερικής αξιολόγησης των σχολικών μονάδων.
• Άσκησε πειθαρχικές διώξεις σε βάρος μελών ΕΛΜΕ της πόλης που νόμιμα συμμετείχαν στην κηρυχθείσα απεργία – αποχή από κάθε καθήκον που σχετίζεται με τον ορισμό, την ανάθεση και στη συνέχεια άσκηση καθηκόντων και αρμοδιοτήτων εκ μέρους των ενδοσχολικών συντονιστών και από κάθε καθήκον που σχετίζεται με τον ορισμό του ρόλου παιδαγωγικός σύμβουλος – μέντορας στις σχολικές μονάδες, χωρίς προηγουμένως να κινήσει τις νόμιμες διαδικασίες για την τυχόν αναγνώριση ως παράνομης της απεργίας αυτής. Με τη συμπεριφορά αυτή περιφρόνησε έμπρακτα τη νομική ισχύ και δεσμευτικότητα των συλλογικών αποφάσεων της συνδικαλιστικής οργάνωσης, παρακωλύοντας την ευόδωση των σκοπών της και δυσφημώντας την στην πράξη.
• Ζήτησε κατ’ επανάληψη τη συνδρομή αστυνομικής δύναμης προς παρακώλυση νόμιμων παραστάσεων διαμαρτυρίας στις οποίες είχε καλέσει η συνδικαλιστική οργάνωση, παρ’ ότι καμία ένδειξη προς τέλεση αξιόποινων πράξεων δεν υπήρχε, με αποτέλεσμα αφενός μεν να παρακωλύει τη νόμιμη συνδικαλιστική δράση της και την επίτευξη των σκοπών της αφετέρου δε να τη δυσφημεί στην πράξη εμφανίζοντάς την ως υποκινήτρια εγκληματικών ενεργειών».
Σε μια εποχή που η συνδικαλιστική δράση έχει σχεδόν ποινικοποιηθεί, τα σωματεία πρέπει να πάρουν τολμηρές πρωτοβουλίες και να αντιδράσουν. Η αμυντική, συμβιβαστική και διεκπαιρεωτική τους στάση τα καθιστά συνδιαχειριστές των κυβερνητικών σχεδίων. Εν όψει των επερχόμενων συνεδρίων των εκπαιδευτικών ομοσπονδιών ΔΟΕ και ΟΛΜΕ, αποτελεί απολύτως απαραίτητη προτεραιότητα η αλλαγή συνδικαλιστικής πλεύσης. Αυτό, όμως, απαιτεί ενότητα, εμπιστοσύνη και κοινή δράση των συνδικαλιστικών δυνάμεων της Αριστεράς και όχι στείρους ανταγωνισμούς, ασύμπτωτες πορείες και εχθρικές σχέσεις. Ούτε, βέβαια, ντροπιαστικές συνεργασίες, όπως αυτή που έγινε στην Δ’ ΕΛΜΕ Θεσσαλονίκης, μεταξύ της παράταξης ΣΥΡΙΖΑ-Νέας Αριστεράς (ΣΥΝΕΚ) με την παράταξη κυβερνητικού συνδικαλισμού του ΠΑΣΟΚ (ΠΕΚ). Το ζητούμενο, σ’ αυτή την ζοφερή περίοδο για τους εκπαιδευτικούς, είναι ένα ενωτικό και αγωνιστικό σωματείο που θα ενισχύει και θα προστατεύει τα μέλη του και όχι η πολιτική υπεραξία της πρωτιάς στο ποσοστό των συνέδρων.
ΥΓ: Η παράταξη της ΔΑΚΕ, ενώ απείχε από τη Γενική Συνέλευση της Α’ ΕΛΜΕ Θεσσαλονίκης, έσπευσε να καταγγείλει εκ των υστέρων με ανακοίνωσή της την εν λόγω διαγραφή, πιστοποιώντας τον δουλικό ρόλο μιας κυβερνητικής παράταξης που αντικατοπτρίζει την βαθιά αλλοτρίωση του συνδικαλισμού.
Πάνος Δημητρούδης
Φωτο: Στέλιος Δ / Flickr





