ἔχω [Λαΐδα], ἀλλʼ οὐκ ἔχομαι· ἐπεὶ τὸ κρατεῖν καὶ μὴ ἡττᾶσθαι
Ἀρίστιππος, τῷ κατηγοροῦντι Λαΐδος πρὸς αὐτὸν ὡς οὐ φιλούσης
ἀποκρινάμενος, ὅτι καὶ τὸν οἶνον οἴεται καὶ τὸν ἰχθῦν μὴ φιλεῖν αὐτόν, ἀλλ᾽
ἡδέως ἑκατέρῳ χρῆται
Θοδωρής Δημητράκος1
- Είναι η «σεξεργασία» απλά (ακόμη) μια μορφή εργασίας;
Η διαμάχη για την πορνεία ή τη «σεξεργασία» διαπερνάει το φεμινιστικό κίνημα εδώ και κάποιες δεκαετίες, κυρίως από τους φεμινιστικούς «sex wars» που ξέσπασαν στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Διαπερνάει, επίσης, τους πολιτικούς χώρους που εμπνέονται από τις μαρξιστικές ιδέες στις διάφορες προσλήψεις τους. Το ερώτημα στη βάση του οποίου αρθρώνεται η διαμάχη μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: είναι η λεγόμενη «σεξεργασία» απλά ακόμη μια μορφή εργασίας, όπως η τελευταία εμφανίζεται στο πλαίσιο των κοινωνικών σχηματισμών που κυριαρχεί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής; Και συναφώς, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τέτοια;
Το ερώτημα βρίσκεται στην καρδιά οποιασδήποτε απόπειρας άρθρωσης ενός μαρξιστικού φεμινισμού. Οι λόγοι είναι προφανείς: η πορνεία σχετίζεται αξεδιάλυτα με την πατριαρχία. Αφενός, διαχρονικά, η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων που ασκούν το κατά –σεξιστικό– ευφημισμό «αρχαιότερο επάγγελμα» είναι γυναίκες και, αφετέρου, η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων που αγοράζουν ανάλογες «υπηρεσίες» είναι άνδρες. Τα ποσοστά είναι τέτοια που δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας για τον αν η πορνεία είναι ένα σύμπτωμα της πατριαρχικής συγκρότησης της κοινωνίας. Από την άλλη μεριά, η έννοια της εργασίας έχει τεθεί στο επίκεντρο της μαρξικής ανάλυσης για τον καπιταλισμό αλλά και για την ανθρώπινη ιστορία εν γένει. Επομένως, οποιαδήποτε σκοπιά θέλει να χαρακτηρίζεται από τους επιθετικούς προσδιορισμούς «μαρξιστική», «φεμινιστική», καθώς και τη σύζευξή τους, οφείλει να αναμετρηθεί με το ερώτημα.
Κάτι τέτοιο θα επιχειρήσει το παρόν κείμενο, προσφέροντας μια εντελώς αδρομερή εννοιολογική άρθρωση της σκοπιάς υπό την οποία οφείλει να απαντηθεί το ερώτημα, παρά μια ενδελεχή απάντησή του.
- Η μαρξική ανάλυση για τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής
Η μαρξική ανάλυση για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής (ΚΤΠ) θεωρεί πως ο τελευταίος χαρακτηρίζεται από τη γενικευμένη εμπορευματική παραγωγή. Αντίθετα με τους προηγούμενους τρόπους παραγωγής, τα αγαθά δεν παράγονται με κύριο σκοπό την κατανάλωση, αλλά τη μεταφορά τους στην αγορά και την πώλησή τους. Εντός του ΚΤΠ, επίσης, η ίδια η εργασία γίνεται εμπόρευμα. Κάποιοι/ες κατέχουν εργασιακή δύναμη (εργάτ(ρι)ες) και κάποιοι (κεφαλαιοκράτες) την αγοράζουν. Αυτοί που πωλούν την εργασιακή τους δύναμη το κάνουν διότι (συνηθέστατα) είναι το μοναδικό τους μέσο επιβίωσης (προλετάριοι). Είναι, εν ολίγοις, «εξαρτημένοι/ες από τον μισθό τους». Αυτοί που αγοράζουν την εργασιακή δύναμη, το κάνουν διότι καταναλώνοντάς την, δηλαδή μισθώνοντάς τη και τοποθετώντας την εντός της παραγωγικής διαδικασίας, προσπορίζονται κέρδος. Το κέρδος προκύπτει από την απόσπαση υπεραξίας. Ο μηχανισμός απόσπασης της υπεραξίας είναι κάτι που η επιστημονική ανάλυση του Μαρξ έφερε στην επιφάνεια έπειτα από μια σειρά εννοιολογικών τομών. Η επιστημονική ανάλυση του μηχανισμού απόσπασης υπεραξίας έχει έναν άμεσο πολιτικό αντίκτυπο: καταδεικνύει την εκμεταλλευτική και συναφώς την καταπιεστική φύση του ΚΤΠ.
Πώς, όμως, αυτή η ανάλυση μπορεί να μας βοηθήσει στο ερώτημα που θέσαμε; Πώς, δηλαδή, το πιο επεξεργασμένο τμήμα του μαρξικού έργου, το οποίο αφορά στην επιστημονική θεωρία για τη δομή και λειτουργία του ΚΤΠ, όπως κυρίως εκτίθεται στο Κεφάλαιο, είναι σε θέση να απαντήσει το ερώτημα; Η –ενδεχομένως αναπάντεχη– απάντηση, για μια σκοπιά που θέλει να είναι μαρξιστική, είναι πως δεν μπορεί.
Μπορούμε να πούμε πως η κατάργηση της μισθωτής εργασίας με το ξεπέρασμα του ΚΤΠ θα σημάνει αναγκαία και την κατάργηση της «σεξεργασίας», ακόμα κι αν αυτή εκληφθεί ως ακόμη μια μορφή εργασίας. Μπορούμε, επίσης, να πούμε πως η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα ζημιώνονται εν γένει όταν αγαθά περνούν στη σφαίρα της εμπορευματικής κυκλοφορίας (π.χ. το νερό). Ωστόσο, οι διαπιστώσεις αυτές λίγο μας βοηθούν στο συγκεκριμένο ερώτημα περί του αν θα πρέπει, στο έδαφος του καπιταλισμού και όχι στον σοσιαλισμό ή τον κομμουνισμό, να θεωρήσουμε τη «σεξεργασία» ως απλά μια άλλη μορφή εργασίας. Η «σεξεργασία», μπορεί να θεωρηθεί ως παραγωγική ή μη παραγωγική εργασία ανάλογα με την οικονομική σχέση εντός της οποίας εντάσσεται και ανάλογα με την επιλογή ερμηνευτικής προσέγγισης της μαρξικής πολιτικής οικονομίας. Ωστόσο, ακόμα κι αν εκληφθεί ως μη παραγωγική εργασία, τι μας εμποδίζει να την εξομοιώσουμε με τις άλλες (συχνά ιδιαιτέρως θηλυκοποιημένες) μορφές μη παραγωγικής εργασίας, όπως αυτές που περιγράφονται ως εργασίες φροντίδας (care work) ή ευρύτερα ως εργασίες κοινωνικής αναπαραγωγής, οι οποίες έχουν ξεφύγει από το πλαίσιο της απλήρωτης οικιακής εργασίας και έχουν γίνει τμήμα της καπιταλιστικής αγοράς εργασίας;2
Οι υποστηρίκτ(ρι)ες της νομιμοποίησης και, εν πολλοίς της κανονικοποίησης, της «σεξεργασίας» ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ της τελευταίας και π.χ. των διαφόρων κανονικοποιημένων θηλυκοποιημένων εργασιών φροντίδας. Από τη σκοπιά τους, η αντίδραση στην κανονικοποίηση της σεξεργασίας πηγάζει από πουριτανικά αντανακλαστικά που σχετίζονται με την ενοχοποίηση του σεξ εν γένει. Τα πουριτανικά αντανακλαστικά οδηγούν στον κοινωνικό στιγματισμό της «σεξεργασίας» και εν τέλει στην περιθωριοποίηση των ατόμων που την ασκούν. Από την άλλη μεριά, οι υποστηρίκτ(ρι)ες της αντίθετης άποψης απορρίπτουν την εξίσωση της πορνείας με άλλες μορφές εργασίας εντός καπιταλισμού. Για να το θέσω εντελώς σχηματικά (και ίσως προκλητικά) υπό την οπτική των τελευταίων, η παροχή σεξουαλικών υπηρεσιών θα προσιδίαζε περισσότερο στην εμπορία οργάνων παρά σε μια κανονικοποιημένη εργασία φροντίδας. Θα προσιδίαζε σε αυτήν υπό το πρίσμα της βλάβης που προκαλεί στο άτομο που τις παρέχει.
Μπορεί η μαρξική ανάλυση για τον ΚΤΠ, δηλαδή το επιστημονικό τμήμα της μαρξιστικής παράδοσης, να διαιτητεύσει μια διαμάχη όπως η παραπάνω; Ισχυρίζομαι πως όχι. Η επιστημονική θεωρία που εξηγεί τη λειτουργία του ΚΤΠ δεν μπορεί από μόνη της να μας παράσχει ένα κριτήριο για το αν θα πρέπει να θεωρήσουμε τη «σεξεργασία» ως μια κανονική στο πλαίσιο του καπιταλισμού εργασία, η οποία προφανώς, όπως κάθε άλλη εργασία, γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης ή, αντίθετα, ως μια επιβλαβή δραστηριότητα.
Μια διευκρίνηση οφείλεται εδώ. Δεν ισχυρίζομαι ότι δεν υπάρχουν τμήματα του μαρξικού έργου, και πολύ περισσότερο της μαρξιστικής παράδοσης, από τα οποία μπορεί να αντληθούν επιχειρήματα υπέρ της μίας ή της άλλης άποψης. Για παράδειγμα, σε μια υποσημείωσή του στα Παρισινά Χειρόγραφα του 1844, ο Μαρξ γράφει: «Η πορνεία δεν είναι παρά ιδιαίτερη έκφραση της γενικής εκπόρνευσης του εργάτη και, εφόσον είναι είδος σχέσης στην οποία δεν εμπίπτει μόνο η πόρνη αλλά και ο εκπορνευτής, για τον οποίο ο εξευτελιστικός χαρακτήρας είναι ακόμα χειρότερος, σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνεται και ο κεφαλαιοκράτης κλπ.». Το απόσπασμα αυτό μοιάζει να δίνει προβάδισμα στην κανονικοποίηση της «σεξεργασίας», μια και όλη η εργασία στον καπιταλισμό παρομοιάζεται με αυτή. Από την άλλη μεριά, αποτελεί παράδειγμα εξευτελισμού και υπό αυτό το πρίσμα, θα μπορούσε να ενισχύσει την αντίπαλη άποψη. Δεν είναι αυτό, όμως, το ζήτημα εν προκειμένω. Το ζήτημα είναι ότι η μαρξική ανάλυση για τον καπιταλισμό ως μια οικονομική βάση και ως ένα αναγκαίο αντίστοιχο εποικοδόμημα και μόνο δεν μπορεί να παράσχει ένα κριτήριο για την απάντηση του ερωτήματός μας. Αν στη διάθεσή μας είχαμε μόνο τα εννοιολογικά εργαλεία που μας δίνει η μαρξική πολιτική οικονομία θα απείχαμε αναγκαία από το κρίνειν. Παραφράζοντας τον Χέγκελ, «στη νύχτα (του ΚΤΠ) όλες οι αγελάδες (που πουλάνε την εργασιακή τους δύναμη) είναι μαύρες».
Αν, όμως, η μαρξική ανάλυση του ΚΤΠ δεν μπορεί να παράσχει το κριτήριο για μια μαρξιστική-φεμινιστική σκοπιά, τι είναι αυτό που μπορεί;
- Ο φεμινισμός
Μια εύλογη απάντηση θα ήταν πως το φεμινιστικό τμήμα μιας μαρξιστικής-φεμινιστικής σκοπιάς μπορεί. Όπως είπαμε, τα ποσοστά είναι συντριπτικά και υποδεικνύουν ξεκάθαρα τον πατριαρχικό χαρακτήρα της πορνείας διαχρονικά. Το ίδιο, όμως, ισχύει και για τις θηλυκοποιημένες εργασίες φροντίδας. Ελάχιστη κοινωνική εμπειρία χρειάζεται για να διαπιστωθεί ότι, για παράδειγμα, σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια με την επί πληρωμή φροντίδα ασθενών και ηλικιωμένων ανθρώπων επιφορτίζονται γυναίκες, στη μεγάλη τους πλειοψηφία μετανάστριες. Γιατί, παρά τον πρόδηλο πατριαρχικό χαρακτήρα τους, αυτές οι εργασίες θα έπρεπε να θεωρούνται πιο κανονικοποιημένες από τη «σεξεργασία»; Επομένως, ούτε η φεμινιστική σκοπιά, από μόνη της, μπορεί να μας δώσει απάντηση στο ερώτημα της ιδιαιτερότητας της «σεξεργασίας». Δεν προκύπτει από την ανάλυση για την πατριαρχική δομή της κοινωνίας μας σε ποιο σημείο οφείλουμε να βάλουμε το όριο και αν η «σεξεργασία» βρίσκεται από τη μία ή την άλλη μεριά του ορίου. Τούτο, άλλωστε, φανερώνεται και από την αντίστοιχη διαμάχη εντός του φεμινιστικού κινήματος. «Στη νύχτα [της πατριαρχίας] όλες οι αγελάδες [των θηλυκοποιημένων εργασιών κοινωνικής αναπαραγωγής] είναι μαύρες».
- Οι εμπειρικές έρευνες
Ένα άλλο μέσο για να απαντήσουμε θα μπορούσαν να είναι οι πολλές εμπειρικές έρευνες των κοινωνικών επιστημών, οι οποίες τα τελευταία χρόνια θέτουν ως αντικείμενό τους το φαινόμενο της πορνείας.
Κάποιες έρευνες δείχνουν ότι η νομιμοποίηση της «σεξεργασίας» έχει αναφανδόν θετικές συνέπειες: τη μείωση της διάδοσης του HIV, τη μείωση του κινδύνου σεξουαλικής και φυσικής βίας από τους πελάτες και την αστυνομία, καθώς και τη διευρυμένη προσβασιμότητα των ατόμων που την ασκούν στις δομές υγείας (https://link.springer.com/article/10.1007/s12119-022-09983-5). Άλλες έρευνες, αντίθετα, καταδεικνύουν κάποιες πρόδηλα αρνητικές συνέπειες της νομιμοποίησης: την αύξηση του trafficking, τη διεύρυνση της παιδικής πορνείας, την αύξηση της ζήτησης σεξουαλικών υπηρεσιών (https://catwinternational.org/wp-content/uploads/2019/09/Ten-Reasons-for-NOT-Legalizing-Prostitution.pdf).
Επιπλέον, τα εμπειρικά δεδομένα δείχνουν ότι, εντός του ανεπτυγμένου καπιταλιστικού κόσμου, στο νομικό επίπεδο, χώρες με μεγαλύτερη σοσιαλδημοκρατική παράδοση, όπως ο Καναδάς, η Γαλλία ή οι σκανδιναβικές χώρες προσανατολίζονται προς την απαγόρευση της πορνείας, ενώ χώρες με φιλελεύθερη παράδοση, όπως η Ολλανδία προσανατολίζονται στη νομιμοποίησή της. (https://worldpopulationreview.com/country-rankings/countries-where-prostitution-is-legal?fbclid=IwAR1hZZ-wVuPQq4r8woIbSV29GIbA77j-KEayqZhm8a8FePRYswbgSE5Xels)3
Σε κάθε περίπτωση, αν και οφείλουμε να σκύψουμε με προσοχή στα ευρήματα των εμπειρικών ερευνών, οι τελευταίες δεν μπορούν, από μόνες τους, να παράσχουν ένα αποφασιστικό κριτήριο, όπως θα θεωρούσε αφελώς μια επιστημονίστικη σκοπιά, η οποία ρητά ή άρρητα είναι κυρίαρχη τόσο στα πανεπιστήμια όσο και σε κάποιες πτυχές του δημόσιου λόγου.
- Ας ακούσουμε την άποψη των ίδιων
Ένα διαδεδομένο επιχείρημα υπέρ της κανονικοποίησης της «σεξεργασίας» είναι πως αυτή απηχεί τις ανάγκες των ατόμων που την ασκούν, όπως εκφράζονται από τις/τους ίδιες/ους. Ωστόσο, το επιχείρημα αυτό αντιμετωπίζει τρία βασικά προβλήματα.
Πρώτον, και μάλλον κυριότερο, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι βασικό ζητούμενο για την πλειονότητα των εν λόγω ατόμων είναι η νομιμοποίηση της «σεξεργασίας». Δεν είναι καθόλου βέβαιο για μια δραστηριότητα για την οποία το 90% των γυναικών που την ασκούν δηλώνουν ότι θέλουν να την εγκαταλείψουν (https://www.lsbu.ac.uk/stories-finder/exiting-prostitution). Δεν είναι επίσης, καθόλου βέβαιο, καθώς μεγαλύτερο μέρος του εν λόγω πληθυσμού δεν είναι καθόλου ορατό.
Δεύτερον, αν και ασυζητητί οφείλουμε να ακούσουμε με προσοχή τις φωνές των ανθρώπων που στερούμενοι κοινωνικών προνομίων καταφεύγουν στην πορνεία, εγκύπτοντας στην εμπειρία τους, με τρόπο που να αναχαιτίζει την περιθωριοποίηση και τον ψυχικό τους τραυματισμό, η έκφραση της μίας ή της άλλης άποψης από μια μερίδα αυτών των ανθρώπων δεν μπορεί να αποτελεί το απόλυτο κριτήριο υπέρ ή κατά της κανονικοποίησης της «σεξεργασίας». Τόσο οι μαρξιστικές όσο και οι φεμινιστικές αναλύσεις μάς δείχνουν ότι η ιδεολογία που ενστερνίζονται οι καταπιεζόμενοι και οι καταπιεζόμενες δεν είναι πάντοτε απελευθερωτική για τους ίδιους. Στην πραγματικότητα, η αυθόρμητη ιδεολογία τους είναι συνηθέστατα η ιδεολογία των καταπιεστών τους. Οι περισσότεροι/ες εργάτ(ρι)ες στις κοινωνίες που κυριαρχεί ο ΚΤΠ, που δεν συνιστά μόνο οργάνωση της οικονομίας αλλά διαμορφώνει συνολικά τις κοινωνικές σχέσεις, εμφορούνται από την αστική ιδεολογία, ενώ η αυθόρμητη ιδεολογία της πλειοψηφίας των γυναικών σε μια πατριαρχική κοινωνία είναι σεξιστική.
Τρίτον, η άποψη που υποστηρίζει την κανονικοποίηση της «σεξεργασίας» συνηθέστατα προβάλλει τη θέση ανθρώπων που αναλαμβάνουν συνδικαλιστική δράση στο πλαίσιο της «σεξεργασίας» τους. Θέση η οποία προφανώς συντείνει στη νομιμοποίηση της «σεξεργασίας» και εντός του νομιμοποιημένου πλαισίου στη συνδικαλιστική διεκδίκηση καλύτερων εργασιακών όρων, όπως συμβαίνει και με τις υπόλοιπες μορφές εργασίας. Τούτο, όμως, αποτελεί λήψη του ζητουμένου. Λαμβάνοντας ως δεδομένη τη συνδικαλιστική δράση στο πλαίσιο της «σεξεργασίας», προϋποτίθεται ότι η τελευταία εκλαμβάνεται απλά ως άλλη μια μορφή εργασίας. Η συνδικαλιστική διεκδίκηση καλύτερων όρων πώλησης της «(σεξ)εργασιακής δύναμης», προϋποθέτει ακριβώς την απάντηση του ερωτήματός μας προς την κατεύθυνση της κανονικοποίησης. Δεν μπορεί να συνιστά επιχείρημα υπέρ της.
- Φιλοσοφική ανθρωπολογία
Πώς, όμως, μπορεί να απαντηθεί το ερώτημα υπό μια μαρξιστική-φεμινιστική σκοπιά, αν αποκλειστούν όλοι οι προαναφερόμενοι τρόποι; Κι εφόσον έχω επιχειρηματολογήσει ότι το περιγραφικό-επιστημονικό κομμάτι τόσο του μαρξισμού όσο και του φεμινισμού δεν έχουν τη δυνατότητα να το απαντήσουν;
Ισχυρίζομαι ότι το ερώτημα μπορεί να απαντηθεί μόνο εντός ενός ρητού πλαισίου φιλοσοφικής ανθρωπολογίας. Ο όρος «φιλοσοφική ανθρωπολογία» εδώ, δεν θα πρέπει να θεωρηθεί απλώς ως ένας κλάδος ή μια υπο-περιοχή της φιλοσοφίας, με προνομιακή δυνατότητα απάντησης στο ερώτημά μας. Το εν λόγω πλαίσιο φιλοσοφικής ανθρωπολογίας αφορά μια δέσμη θεωρήσεων απ’ όλο το φάσμα και όλες τις υπο-περιοχές του φιλοσοφείν με στόχο τον κανονιστικό προσδιορισμό της έννοιας του ανθρώπου4 και κατ’ επέκταση των συνθηκών που προάγουν την ευημερία ή αντιθέτως τη δυσπραγία του. Η απουσία ενός αυτοσυνείδητου πλαισίου φιλοσοφικής ανθρωπολογίας δεν σημαίνει την υποτιθέμενη απουσία ενός συγκροτητικού πλαισίου ιδεών, αλλά μόνο ότι τον συγκροτητικό αυτό ρόλο διαδραματίζουν άρρητες ιδεολογικές παραδοχές. Ιδεολογικές παραδοχές που εντός των κοινωνικών σχηματισμών που κυριαρχεί ο ΚΤΠ συνθέτουν αυτό που ο Μαρξ αποκαλούσε «Ροβινσωνιάδα», δηλαδή μια «φυσικοποιημένα» ατομοκεντρική πρόσληψη του ανθρώπου. Οι μαρξιστ(ρι)ές και οι φεμινίστ(ρι)ες έχουν κάθε λόγο να είναι καχύποπτες/οι απέναντι στην ιδεολογία ως «φυσικοποιημένη» πρόσληψη της κοινωνικής πραγματικότητας.
Η φιλοσοφική ανθρωπολογία του μαρξιστικού φεμινισμού θα πρέπει να αποφεύγει τον ιδεαλισμό. Για να το επιτυγχάνει αυτό, θα πρέπει να είναι επιστημονικά ενημερωμένη. Θα πρέπει, δηλαδή, να ενσωματώνει όλα τα διδάγματα των εμπειρικών επιστημών στην εκάστοτε ιστορική τους ανάπτυξη. Πριν απ’ όλα, τα διδάγματα της μαρξικής ανάλυσης για τους ταξικούς κοινωνικούς σχηματισμούς και τον καταναγκαστικό χαρακτήρα της εργασίας εντός τους, καθώς και της φεμινιστικής ανάλυσης για την πατριαρχία και την αποκάλυψη της καταπιεστικής διάστασης των «φυσικοποιημένων» έμφυλων ρόλων. Θα πρέπει, ωστόσο, να αποφεύγει και την εμπειριστική φυσιοκρατία ή αλλιώς τον χυδαίο ή «παλιό» υλισμό. Να αποφεύγει, δηλαδή, την απόπειρα εξάλειψης των φιλοσοφικών προσεγγίσεων, στο όνομα μιας υποτιθέμενα ουδέτερης ή αμερόληπτης σκοπιάς. Αυτού του τύπου ο υλισμός καταλήγει να τοποθετεί ιδεολογικές προκείμενες (φιλελεύθερες «Ροβινσωνιάδες») στη θέση μιας ρητής φιλοσοφικής θεώρησης. Είναι καθήκον του μαρξιστικού φεμινισμού να εντοπίζει και να εκριζώνει τέτοιες ιδεολογικές προκείμενες, οι οποίες φέρουν τον μανδύα του αυτονόητου.
- Μια ψυχαναλυτικά ενημερωμένη ανθρωπολογία
Θα ήθελα να υποστηρίξω στις λίγες γραμμές που ακολουθούν, το απολύτως επιγραμματικό σχεδιάγραμμα ενός τέτοιου πλαισίου φιλοσοφικής ανθρωπολογίας. Η φιλοσοφική ανθρωπολογία που προκρίνω είναι, μεταξύ άλλων, ψυχαναλυτικά ενημερωμένη. Θεωρεί ότι στο κέντρο της ανθρώπινης υποκειμενικότητας βρίσκεται η επιθυμία, και ο πυρήνας της επιθυμίας είναι η σεξουαλική επιθυμία, όπως αυτή διαμορφώνεται κατόπιν της εσωτερίκευσης ενός πλέγματος κοινωνικών απαγορεύσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, η συγκρότηση της υποκειμενικότητας, δηλαδή της δυνατότητας κάποιας ή κάποιου να είναι υποκείμενο, εν ολίγοις της ιδιότητας να είναι άνθρωπος, είναι συνυφασμένη με μια στοιχειώδη, ιστορικά προσδιορισμένη, δυνατότητα περιφρούρησης της σεξουαλικής του ελευθερίας. Υπό αυτό το πρίσμα, η συστηματική, οικονομικά καταναγκαστική σεξουαλική δραστηριότητα έχει ειδοποιό διαφορά σε σχέση με άλλες οικονομικά καταναγκαστικές δραστηριότητες που αποτελούν τις εργασίες φροντίδας. Η διαφορά δεν είναι απλά διαφορά βαθμού, ακριβώς επειδή η σεξουαλική επιθυμία βρίσκεται στον πυρήνα της ανθρώπινης υποκειμενικότητας. Η παραβίαση της σεξουαλικής ελευθερίας δε, στην περίπτωση της «σεξεργασίας», δεν αφορά στο σύνολο των μελών μιας κοινωνίας, όπως θα ίσχυε στις περιπτώσεις πουριτανικών κοινωνιών, οι οποίες ελέγχουν έντονα τη σεξουαλικότητα. Αφορά σε ένα μικρό τμήμα (κυρίως γυναικών και «εκθηλυμένων» αντρών), από το οποίο στερείται η –όποια– σεξουαλική ελευθερία απολαμβάνεται από τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας.
Αν συνδυάσουμε αυτή την ανθρωπολογική οπτική με την εγελιανή θεωρία περί αναγνώρισης, όπως εν πολλοίς συμβαίνει στη Λακανική εκδοχή της ψυχανάλυσης, μπορούμε να κατανοήσουμε σε βάθος γιατί ο Μαρξ θεωρεί ότι «ο εξευτελιστικός χαρακτήρας είναι ακόμα χειρότερος» για εκείνον που αγοράζει σεξουαλικές υπηρεσίες. Η ιδιότητα του να είναι κανείς άνθρωπος, σύμφωνα με την εγελιανή οπτική, δεν είναι ένα χαρακτηριστικό ευρισκόμενο στο μεμονωμένο άτομο (όπως οι «Ροβινσωνιάδες» υποθέτουν), αλλά ιδιότητα μιας κοινωνικής σχέσης. Η ανθρωπινότητα απορρέει από την αμοιβαία αναγνώριση μεταξύ των μελών μιας κοινωνίας και το περιεχόμενό της είναι συναφές με τις διαφορετικές ιστορικές περιόδους. Η αγορά σεξουαλικών υπηρεσιών σημαίνει πως κάποιος μπορεί να εκφράζει τη σεξουαλική του επιθυμία όχι ως επιθυμία του άλλου και ταυτόχρονα ως επιθυμία της επιθυμίας του άλλου προς τον εαυτό, δηλαδή ως επιθυμία ενός υποκειμένου προς ένα υποκείμενο, αλλά μονάχα ως επιθυμία του άλλου ως αντικείμενο. Η τελευταία υποβιβάζει και τους δύο πόλους της σχέσης στο επίπεδο του αντικειμένου. Ας υπενθυμιστεί ότι, όχι τυχαία, η κύρια μορφή που λαμβάνει η φεμινιστική αντίδραση στην πατριαρχική καταπίεση, στη σύγχρονη κοινωνία, είναι η αντίδραση εναντίον της αποστέρησης της υποκειμενικότητας των γυναικών, δηλαδή της αντικειμενικοποίησής (objectification) τους.
Δεν ισχυρίζομαι ότι το παραπάνω σχεδιάγραμμα είναι πλήρες ή ότι απαντά στο ερώτημά μας σε βάθος. Σε καμία περίπτωση δεν το πράττει και σε καμία περίπτωση δεν οδηγεί σε «έτοιμες» λύσεις στο νομικό, πολιτικό ή ηθικό επίπεδο. Ακόμη, δεν ισχυρίζομαι ότι το εν λόγω πλαίσιο φιλοσοφικής ανθρωπολογίας είναι το μοναδικό συμβατό με μια μαρξιστική-φεμινιστική οπτική στο πρόβλημα. Τέλος, περισσότερες αναλύσεις οφείλουν να ενσωματωθούν, ιδιαίτερα όσες αφορούν στον ανθρωπολογικό ρόλο της εργασίας στη μαρξιστική παράδοση ή την προβληματοποίηση της έννοιας των φύλων στη φεμινιστική παράδοση, προκειμένου η άρθρωση της σκοπιάς να είναι ιδιαζόντως μαρξιστική-φεμινιστική.
Ισχυρίζομαι, όμως, ότι η συγκρότηση ενός ανάλογου πλαισίου είναι αναγκαίος όρος για την απάντηση του ερωτήματος επί της αρχής. Διαφορετικά, η σκέψη μας αναφορικά με το ζήτημα της «σεξεργασίας» εγκλωβίζεται εντός του πλαισίου άρρητων παραδοχών που επιβάλλει η κυρίαρχη ιδεολογία, η οποία εν προκειμένω δεν είναι άλλη από τον φιλελευθερισμό. Κεντρικό δόγμα του τελευταίου είναι ότι το άτομο γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα το συμφέρον του και, επομένως, οποιαδήποτε απόπειρα να καταδειχθεί πως ενεργεί ενάντια σε αυτό, πόσο μάλλον οποιαδήποτε θεσμοθέτηση προστασίας του ατόμου από τις ατομικές του επιλογές, συνιστά καταδικαστέο πατερναλισμό.5
- Exodus
Η Αριστερά στις διάφορες αποχρώσεις της, από την κομμουνιστική Αριστερά έως τη Σοσιαλδημοκρατία, έχει υπερασπιστεί τα τελευταία 150 και πλέον χρόνια φιλελεύθερες θέσεις. Τούτο ήταν αναγκαίο σε διάφορα ζητήματα, από τη θρησκευτική ελευθερία έως την άμβλωση. Ιδιαίτερα σε κοινωνικούς σχηματισμούς, σαν τον ελληνικό, όπου η όψη της κυρίαρχης πολιτικής τάξης έχει συχνά το πρόσωπο του Ιωάννη Μεταξά, του Γιώργου Παπαδόπουλου, αλλά και του Μάκη Βορίδη, η Αριστερά σε όλες τις εκφράσεις της οφείλει να προασπίσει τις φιλελεύθερες κατακτήσεις της ανθρωπότητας. Ωστόσο, πρέπει να είναι απολύτως σαφές ότι ο φιλελευθερισμός δεν μπορεί να είναι η «ψυχή» της Αριστεράς σε καμία εκδοχή της.
1 Ευχαριστώ τις/τους Ελένη Βλάχου, Χριστίνα Δημακοπούλου, Άντζελα Δημητρακάκη, Μαρίνα Καλλέργη, Γιάννη Κοζάτσα, Ασημίνα Προέδρου, Αλέκο Χαλβατζή, Νίκο Φωλίνα, Μαρία Χολέβα και Στάθη Ψύλλο για την κριτική ανάγνωσή τους σε μια πρώτη εκδοχή του παρόντος κειμένου. Τα σχόλιά τους ήταν πολύτιμα για τη βελτίωση του κειμένου, οι τυχόν υφιστάμενες αστοχίες βαραίνουν αποκλειστικά εμένα.
2 Θα μπορούσαν να παραλληλιστούν και με άλλες ιδιαζόντως βαριές εργασίες που ανατίθενται στα πιο εξαθλιωμένα στρώματα της εργατικής τάξης. Συνήθως, στον δημόσιο διάλογο, ωστόσο, παραλληλίζονται με τις εργασίες φροντίδας εξαιτίας της θηλυκοποιημένης μορφής που λαμβάνουν στη σύγχρονη κοινωνία.
3 Στην πραγματικότητα, τέσσερις βασικές νομικές προσεγγίσεις για τη «σεξεργασία»: ποινικοποίηση, νομιμοποίηση, πλήρης αποποινικοποίηση, μοντέλο ισότητας (ή Σκανδιναβικό μοντέλο). Βλ. https://www.enainstitute.org/wp-content/uploads/2022/11/Paper-ENA_Sex-Work-GR-1.pdf
4 Μπορεί η φράση «ο κανονιστικός προσδιορισμός του ανθρώπου» να μοιάζει αρκετά τεχνικός. Ωστόσο, μπορούμε να καταλάβουμε πολύ εύκολα τι σημαίνει αν θυμηθούμε το πολύ γνωστό ποίημα του Τ. Λειβαδίτη «Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος». Το ποίημα είναι ακριβώς ένας τέτοιος προσδιορισμός και τέτοιους προσδιορισμούς, ρητά ή άρρητα, κάνουμε όλες και όλοι διαρκώς.
5 Μια «αντί-πατερναλιστική» κατηγορία που απευθύνεται συχνά σε όσες και όσους αντιτίθενται στην κανονικοποίηση της «σεξεργασίας» είναι πως η αντίθεση αυτή βασίζεται στις προκαταλήψεις για τη γυναικεία σεξουαλικότητα ή τη σεξουαλικότητα εν γένει και όχι στη μέριμνα για την ακεραιότητα των γυναικών. Η κατηγορία αυτή φέρει, ασφαλώς, το βάρος της θεμελίωσής της. Πρέπει, πριν απ’ όλα, να δείξει πως η αντίθεση στην κανονικοποίηση της σεξεργασίας συνδέεται άρρηκτα με άλλες μορφές ελέγχου της σεξουαλικότητας. Διαφορετικά, είναι μια πολεμική ιαχή κενή περιεχομένου.





