φωτογραφία: ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΥΤΡΑ Toklik/EUROKINISSI


Είναι 2008, φοράω πορτοκαλί all star που πάνω τους έχω γράψει στίχους του Ζακ Στεφάνου (πήγαινα λύκειο) και χοροπηδάω φορτωμένη, ιδρωμένη, πανευτυχής ακούγοντας Manu Chao στο πρώτο μου live χωρίς γονείς. Το Terra Vibe πάλλεται κατάμεστο με κόσμο που τραγουδάει, σπρώχνεται και χτυπιέται ελεύθερα –ακόμη δεν έχουν μπει τα μεταλλικά κιγκλιδώματα που θα χωρίσουν την πλατεία της συναυλίας σε οριοθετημένες περιοχές– κι από το σκαρφάλωμα στη σκηνή μας εμποδίζουν μόνο οι φύλακες του χώρου.

Ο μπροστινός μου χορεύει και πέφτει πάνω μου, οπότε του ρίχνω μια μουλωχτή τσιμπιά και γυρνάει (γελώντας) να με ρωτήσει αν το έκανα εγώ. Φυσικά το αρνούμαι. Φυσικά δεν με πιστεύει. Δεν προκύπτει καμία συμπλοκή, γεγονός που με ανακουφίζει γιατί μου ρίχνει μια γεμάτη διετία και τουλάχιστον ένα κεφάλι. Απομακρύνεται και αφήνουμε το ρεύμα του κόσμου να μας παρασύρει σε διαφορετικές κατευθύνσεις.

Εκείνο το βράδυ θα καταλάβω πως αυτό που ξεχωρίζει στα live είναι η εμπειρία του ρυθμού, του χορού και της χαράς που μοιράζεσαι με τον υπόλοιπο κόσμο, συνθήκη που δεν συγκρίνεται με το να ακούς τον καλλιτέχνη στο σπίτι ή στα ακουστικά σου.

Πλέον, οι καλοκαιρινές συναυλίες αποτελούν κυρίως την αποζημίωση ενός ξενέρωτου Φεβρουαρίου. Πληρώνω τα εισιτήρια μόλις εμφανιστούν μια μέρα που σκοτεινιάζει νωρίς, βλαστημώντας την κατόπιν εορτής αφραγκία των Χριστουγέννων και κυνηγώντας με αγωνία τα early birds. Με την άφιξη των πάσων στο e-mail, μου επιτρέπω μια σύντομη ονειροπόληση γεμάτη προσδοκίες για μια δροσερή, εκτονωτική και ατμοσφαιρική βραδιά.

Μήνες αργότερα, λίγες ώρες πριν τη συναυλία, η παρέα έχει οργανωθεί, η κίνηση που θα συναντήσουμε έχει χωνευτεί, και ανέχομαι, όπως όλοι, τον έλεγχο της τσάντας μου στην είσοδο.

Ως εδώ καλά. Οι απαραίτητοι (ας πούμε) συμβιβασμοί απέναντι στη μουσική βιομηχανία έχουν συμβεί και ετοιμαζόμαστε να χαλαρώσουμε και να απολαύσουμε τη μουσική μαζί με το υπόλοιπο κοινό. Θεωρητικά.

Στην πραγματικότητα, τα πράγματα τελευταία εξελίσσονται λίγο διαφορετικά.

Φαίνεται πως η βασική αγωνία ενός μεγάλου μέρους του κοινού που συρρέει σε γήπεδα, θέατρα και πλατείες δεν είναι να ακούσει μουσική αλλά να δώσει το παρόν στα social media. Ένα μεγάλο «ήμουν και εγώ εδώ» ίπταται πάνω από υψωμένα κινητά και μοιάζει η μεγαλύτερη επιβράβευση της βραδιάς. Η πρόσβαση στον καλλιτέχνη με τρόπο οπτικό ώστε να διευκολύνεται η λήψη φωτογραφιών, βίντεο και stories τίθεται ως η απόλυτη αυτοπραγμάτωση.

Το αποτέλεσμα; Η συνύπαρξη με τους υπόλοιπους παρευρισκομένους γίνεται υπό το πρίσμα του ανταγωνισμού για την καλύτερη οπτική γωνία και η διατήρηση του χώρου κάθε παρέας επιστρατεύει αγκωνιές, επιθετικό λίκνισμα γοφών και αμετακίνητες φιγούρες-φρουρούς που αντί να διασκεδάσουν διαφυλάσσουν τα λίγα τετραγωνικά επικράτειας των «δικών» τους.

Το παραπάνω φαινόμενο έχει διεθνώς την ονομασία «concert etiquette crisis» (σε ελεύθερη μετάφραση «κρίση συναυλιακής ευγένειας») και εντοπίζεται στην μετα-κόβιντ περίοδο της ζωής μας, εκεί που μάλλον ξεχάσαμε να συνυπάρχουμε. Τα αίτιά του είναι πολλαπλά: άμβλυνση των κοινωνικών skills, ένας λανθάνων ναρκισσισμός λόγω social media, δικαιωματισμός ως προς τη θέση λόγω ακριβού εισιτηρίου, και φυσικά η διάθεση των διοργανωτών να γεμίζουν ασφυκτικά τον χώρο για μεγαλύτερο κέρδος.

Στη δική μας επικράτεια, παρατηρώ όλο και εντονότερα και κάποιου είδους κοινωνικό δαρβινισμό – η αριθμητική υπεροχή της παρέας που ανήκεις, το ύψος, το φύλο και η σωματική διάπλαση είναι παράγοντες που σε καθιστούν εύκολο, ή όχι, στόχο για εκτοπισμό.

Πριν λίγες εβδομάδες, και ενώ βρισκόμασταν εν μέσω επίμονων αγκωνιών, ο μπροστινός μας σωματώδης τύπος αποχώρησε για λίγο αφήνοντας κενό το δικό του τετραγωνικό μέτρο. Προς μεγάλη μου έκπληξη, κανείς από όσους μας πλεύριζαν δεν έκανε κίνηση να καταλάβει τον χώρο του. Για μουλωχτά τσιμπήματα ούτε λόγος, η αντίδραση του ψηλότερου/μεγαλύτερου/δυνατότερου θα ήταν πιθανότατα χωρίς ίχνος χιούμορ.

Η άμεση αναγνώριση της υπεροχής του άλλου λόγω διάπλασης, άρα φυσικού προνομίου, είναι ένα κοινωνικό αντανακλαστικό που γεννά προβληματισμό. Όταν ακόμη και σε χώρους ψυχαγωγίας, όπου πας να απολαύσεις τη στιγμή, επενδύεται τόση ενέργεια στον παραγκωνισμό του πιο «αδύναμου» και σεβόμαστε με όρους σχεδόν απόλυτους τον «ισχυρότερο», πώς ακριβώς συμπεριφερόμαστε σε περιβάλλοντα με μεγαλύτερη πολυπλοκότητα ή κόστος στη ζωή μας;

Από τον Manu Chao του 2008 έχουν μεσολαβήσει πολλά καλοκαίρια, ακόμη περισσότερες συναυλίες και αμέτρητα φεστιβάλ. Δεν είναι όλοι οι μουσικοί, οι διοργανώσεις ή ο κόσμος το ίδιο, αλλά η αίσθηση πως γίνεσαι ένα με ένα πλήθος ανθρώπων που απολαμβάνει τη στιγμή μαζί σου παραμένει πάντα εξίσου αναζωογονητική – ο αντίκτυπος της μουσικής μοιάζει να πολλαπλασιάζεται όταν τον βιώνουμε με παρέα.

Αυτή η αίσθηση του «ανήκειν» μας αναβαθμίζει για λίγες ώρες από μονάδες σε σύνολο – και μάλιστα ένα σύνολο ασφαλές, με κοινές αναφορές. Καθόλου τυχαία, σε διάφορες κρίσιμες ιστορικές και κοινωνικές συγκυρίες οι συναυλίες έχουν υπάρξει τόπος αυθόρμητης έκφρασης πολιτικών συνθημάτων από το κοινό ή σχολίων από τη σκηνή.

Έτσι, συχνά, οι συναυλιακοί χώροι αποτελούν μια βραχύχρονη μικρογραφία κοινωνίας ή κοινότητας και οι συμπεριφορές που απαντώνται σε αυτούς είναι αποτέλεσμα διεργασιών ενός ολόκληρου χειμώνα. Και μόνο γι’ αυτό, θα πρέπει να σταθούμε με μεγαλύτερο ενδιαφέρον στον τρόπο που διαμορφώνεται η κουλτούρα εντός τους, αυξάνοντας τις απαιτήσεις μας από τους καλλιτέχνες, τη διοργάνωση και, τελικά, τα δικά μας αντανακλαστικά εντός και εκτός live.

Για αρχή πάντως, μπορούμε να σταματήσουμε να σπρωχνόμαστε…