ωνικής δικτύωσης μία ανακοίνωση: στις 11 Οκτωβρίου οργανώνουν επίσκεψη στη Μακρόνησο. Μέσα σε λιγότερο από 24ώρες χίλιοι άνθρωποι έχουν συμπληρώσει τη φόρμα συμμετοχής που βρισκόταν στην ανάρτηση. Εκατοντάδες άλλοι και άλλες επικοινωνούν με τα ΑΣΚΙ για ημέρες μετά: “αν ακυρωθούν κάποιες θέσεις, αν κάτι αλλάξει, αν οργανώσετε ξανά μία επίσκεψη – θέλω να έρθω”.
Γιατί λοιπόν τόσο ενδιαφέρον για τη Μακρόνησο; Διανύουμε σίγουρα μία πολιτισμική συνθήκη στην οποία όλα είναι “εμπειρίες”. Η αναζήτηση του ξεχωριστού βιώματος είναι πλέον κεντρική στις αποφάσεις μας κι αυτό δεν διαπερνά μόνο το φαγητό, τη διασκέδαση ή την οδήγηση. Βλέπουμε διαφορετικές εκδηλώσεις, ιστορικούς περιπάτους, θεατρικές παραστάσεις να μην έχουν διαθέσιμες θέσεις για μήνες. Αυτό είναι κάτι που η Δήμητρα Λαμπροπούλου επισημαίνει στο δεύτερο σεμινάριο των ΑΣΚΙ, αρθρώνοντας μια κριτική στην αίσθηση αυτάρκειας του βλέμματος, διατυπώνοντας ένα σαφές “δεν αρκεί” να δεις τη Μακρόνησο, χρειάζεται επίσης να ακούσεις, να διαβάσεις, να προβληματιστείς για να μπορέσεις να καταλάβεις. Είναι όμως μόνο μία από τις πλευρές μιας τέτοιας επίσκεψης. Στο διάλογο που ακολούθησε τις αρχικές εισηγήσεις αντιληφθήκαμε γιατί δεν είναι η μόνη.
Μία κυρία παίρνει το λόγο κι αφού ευχαριστήσει τα ΑΣΚΙ για τη διοργάνωση λέει:
“τόσα χρόνια προσπαθώ να μάθω και να διαβάσω και για τη Μακρόνησο και πάντα φτάνω σε κάποιο σημείο που δεν αντέχω να διαβάζω άλλο για τη βία και την αγριότητα και σταματώ. Στη δεύτερη στάση της επίσκεψης, οι ξεναγοί αναφέρθηκαν στα φριχτά βασανιστήρια κι εγώ σήκωσα τα μάτια μου, είδα τους εκατοντάδες ανθρώπους γύρω μου και είπα θέλω να μάθω τι έγινε, αντέχω.”
Η συγκεκριμένη επίσκεψη εντάχθηκε σε έναν ευρύτερο κύκλο δράσης, συνοδευόμενη από δύο σεμινάρια
- την Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2026 με τίτλο “Η Μακρόνησος στο ιστορικό της πλαίσιο: εξορία, «αναμόρφωση» και καταστολή” με εισηγητές/τριες: Πολυμέρης Βόγλης, Δήμητρα Λαμπροπούλου, Άννα Παπαέτη και συντονισμό του Γιώργου Νούση
- την Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026 “Επιστρέφοντας από τη Μακρόνησο: ερωτήματα, σκέψεις και συζήτηση” με συζητητές/τριες: Χριστίνα Κονιάλη, Δήμητρα Λαμπροπούλου, Σίσσυ Τσαβδάρα και συντονισμό του Γιώργου Νούση
Οι συναντήσεις αυτές, έδωσαν το χώρο και το χρόνο στους ανθρώπους που συμμετείχαν, όχι μόνο να μάθουν αλλά και να συζητήσουν, να μοιραστούν, να εμπλακούν ενεργά σε αυτή τη διαδικασία αντί απλώς να την ακολουθήσουν.
Την ημέρα της επίσκεψης, την Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2026 στον ιστορικό περίπατο στη Μακρόνησο, μίλησαν εισαγωγικά ο Βαγγέλης Καραμανωλάκης και η Ελένη Κυραμαργιού, ενώ την ξενάγηση ανέλαβαν οι ιστορικοί: Πολυμέρης Βόγλης, Χριστίνα Κονιάλη, Στρατής Μπουρνάζος, Σίσσυ Τσαβδάρα. Οι εισηγήσεις τους ακολούθησαν ίχνη στα δύσβατα, χωμάτινα μονοπάτια του νησιού. Ίχνη των ιστοριών που γράφτηκαν στα σώματα των ανθρώπων που πέρασαν από εκεί, ανθρώπων αθώων, χιλιάδων ανθρώπων που διώχθηκαν για τις ιδέες τους.
Έχει σημασία να επιμείνουμε επιστρέφοντας από τη Μακρόνησο, στο ότι η ιστορία της δεν είναι κυρίως η ιστορία των ανθρώπων που υπέγραψαν δηλώσεις μετάνοιας, είναι η ιστορία καθεστώτων εξουσίας που σχεδιάζουν κολαστήρια για να τις αποσπάσουν. Έχει σημασία να σκεφτούμε από ένα νέο πρίσμα τον εγκλεισμό και κάθε κάθε κυβέρνηση που υψώνει φράχτες και σύρματα δολοφονώντας ανθρώπους. Κάθε κυβέρνηση που στήνει στρατόπεδα – είτε στη Μόρια είτε στη Σιντική.
Η ιστορία της Μακρονήσου δεν είναι πάντως σίγουρα μία ευθεία γραμμή – μία αποκλειστική αποτύπωση ενός ενορχηστρωμένο σχεδίου, μιας συστηματικής προπαγάνδας και μεθόδων φριχτού βασανισμού. Οι όψεις της συλλογικότητας, της καθημερινής ζωής, των αντιστάσεων ξεπροβάλλουν τόσο έντονα όσο η μυρωδιά από το θυμάρι.
Για την Μακρόνησο, ίσως συγχρόνως ισχύει αυτό που λένε ότι οι λέξεις δεν αρκούν. Ότι για αυτό το λόγο πολλοί που γυρνούσαν από εκεί σιωπούσαν. Ενδεχομένως η αξία της επίσκεψης έγκεται εκεί ακριβώς. Με τις λέξεις του Βαγγέλη Καραμανωλάκη:
“Η Μακρόνησος δεν είναι μόνο μια ιστορία του παρελθόντος. Είναι και όσα ακολούθησαν όλες και όλους εκείνους που πέρασαν από εκεί: εκείνους που άντεξαν και εκείνους που λύγισαν, όσους μίλησαν και όσους δεν μπόρεσαν ποτέ να μιλήσουν. Η ανάγκη να επιστρέφουμε συνδέεται και με αυτούς, με την προσπάθεια να ακούσουμε όσα έμειναν μετέωρα στα σπίτια μας. Γιατί πίσω από τα μισόλογα των μεγάλων υπήρχαν ζωές ολόκληρες. Και κανένας άνθρωπος δεν πρέπει να χωράει μόνο στη σιωπή που άφησε πίσω του.”
Κι αν φτάνοντας ως εδώ, τον αναγνώστη ή την αναγνώστρια τον απασχολεί ακόμα γιατί τόσο ενδιαφέρον για τη Μακρόνησο, μπορούμε να παραδεχτούμε ότι άνθρωποι ήρθαν με διαφορετικές αφετηρίες, από διαφορετικούς τόπους αλλά συνέβαλαν όλοι/ες σε αυτή τη δράση. Μπορούμε να παραδεχτούμε ότι αυτή η δράση ήταν σημαντική και για τα ΑΣΚΙ, ήταν όμως και μια ρητή υπενθύμιση ενός από τους πολλούς λόγους για τους οποίους είναι αναγκαία και χρήσιμη η στήριξη τους. Τέλος, μπορούμε να συνεχίσουμε: διεκδικώντας θεσμική πλαισίωση για τη λειτουργία αυτού του τόπου, επιμένοντας σε αυτή τη διαδικασία διαπραγμάτευσης της μνήμης – όπως το γράφει κάπου ο Γιώργος Νούσης “όχι μίας μνήμης μουσειακής, ανέγγιχτης, απρόσιτης και υψωμένης στο βάθρο της μοναδικότητας, αλλά μίας μνήμης που επανεγγράφεται στο πολιτικό παρόν, που συνομιλεί με άλλες και αλληλεπιδρά στη διαχρονία τού ιστορικού χρόνου.”
Θα ξαναεπισκεφτούμε τη Μακρόνησο.
Στην τελευταία συνάντηση των ΑΣΚΙ μία κυρία παίρνει το λόγο και λέει: “Αγριεύτηκα από το τοπίο και μόνο. Όμως εκεί που περπατούσα κοιτώντας κάτω είδα δύο κυκλάμινα.” Η φωνή της σπάει. “Κάτι ήξερε που έγραφε για αυτά ο Ρίτσος.”





