Το γεγονός ότι οι πιο δυναμικές πρόσφατες κινητοποιήσεις σημειώθηκαν στη Γαλλία και στους χώρους της εκπαίδευσης, ήταν αρκετό για να θέσει το ερώτημα μήπως βρισκόμαστε στην αυγή ενός νέου 1968. Είναι κατανοητή η διάθεση για αναζήτηση αναλογιών με καταστάσεις που γνωρίσαμε στο παρελθόν, πιο χρήσιμο, όμως, θα ήταν να αναζητήσουμε τις διαφορές που συνιστούν την παρούσα ιδιαιτερότητα.
Τα ιστορικά εκείνα κινήματα υπήρξαν απότοκα της αισιοδοξίας μιας ηπείρου, που είχε αφήσει πίσω της μια περίοδο καταστροφικών πολέμων, και της πεποίθησης των λαών ότι το αύριο θα είναι καλύτερο από το χθες. Μια πεποίθηση που βασιζόταν σε ένα μεταπολεμικό αντιφασιστικό κοινωνικό συμβόλαιο ικανό να θρέψει την πεποίθηση ότι η θέληση του λαού έχει τη δυνατότητα να αλλάζει τους όρους ύπαρξής του βελτιώνοντας διαρκώς τη ζωή του.
Μετά από δεκαετίες νεοφιλελευθερισμού
Οι τωρινές εξεγέρσεις, αντίθετα, είναι αποτέλεσμα της εφαρμογής επί τρεις σχεδόν δεκαετίες του απόλυτου δόγματος της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Παρά τις διακηρύξεις και τις υποσχέσεις ότι όλοι θα έβγαιναν ωφελημένοι από την απεριόριστη «ανάπτυξη», που θα έφερνε η απελευθέρωση του κεφαλαίου και η απόλυτη κυριαρχία της αγοράς, έχει σωρεύσει σε δύο τουλάχιστον ευρωπαϊκές γενιές όχι μόνο δεινά αλλά και απαισιοδοξία για το αύριο, και έχει φορτώσει τη σημερινή νέα γενιά με τη βεβαιότητα ότι το αύριο θα είναι χειρότερο από το χτες, καθώς το παρόν και το μέλλον της ασφυκτιά μέσα στην καθημερινή διαβεβαίωση ότι δεν υπάρχει γι’ αυτήν άλλη εκδοχή ζωής από τη γεμάτη αβεβαιότητα και αδιέξοδα υποταγή στη μοίρα της.
Η στάση των κυβερνώντων και των ηγέτιδων τάξεων απέναντί τους δεν δείχνει ίχνος αμφιβολίας μήπως οι απαιτήσεις των εξεγερμένων είναι βάσιμες. Μήπως η διαβίωσή τους σε καθεστώς διευρυνόμενων ανισοτήτων στις κοινωνίες των τριών πέμπτων είναι μια συνθήκη που θα έπρεπε να επανεξεταστεί. Η απάντηση, πριν καν τεθεί οποιοδήποτε ερώτημα, οποιαδήποτε διεκδίκηση, είναι αρνητική: δεν γίνεται! Δεν υπάρχουν περιθώρια να αλλάξει η ιδρυτική συνθήκη των υπαρκτών κοινωνιών. Οτιδήποτε άλλο θα ήταν καταστροφή. Αυτή είναι η συνταγή.
Ακόμα και στην Ισπανία, όπου η κυβέρνηση θέλησε να πάρει κάποια μέτρα για την οξύτατη κρίση στέγης, η δεξιά τής αφαίρεσε τη δυνατότητα να τα περάσει από τη Βουλή.
Πριν καν εκδηλωθεί ένα κίνημα, μια διεκδίκηση, πριν ακουστεί μια απαίτηση, ο φυσικός φορέας τους δεν αντιμετωπίζεται σαν πολίτης που απαιτεί να ακουστεί, αλλά σαν ένας παραβατικός , ένας δυνάμει εγκληματίας, που διαταράσσει χωρίς αιτία την τάξη και την ασφάλεια του συνόλου. Που δεν έχει άλλη έγνοια από το να σπάσει τη βιτρίνα της απόλυτης ηρεμίας και να λεηλατήσει την ησυχία των νομοταγών πολιτών. Η μόνη αυτοκριτική που διανοούνται οι κυβερνήσεις, είναι ότι δεν ασκήθηκε έγκαιρα η καταστολή.
Το βέλος δείχνει δεξιά, η διέξοδος είναι αριστερά
Αν χρειάζεται να ειπωθούν αυτά, δεν είναι για να διεκτραγωδήσουμε την κατάσταση, ώσπου να αποθαρρυνθούμε παραλυτικά. Είναι γιατί, αν δεν επαναδιατυπωθεί η εξίσωση, η καταστολή που υποβάλλεται ως λύση υποδεικνύει ως κατάλληλο φορέα και ικανό να ανταποκριθεί στην αποστολή του την ακροδεξιά με όλη την ιδεολογική και υλική αποσκευή της. Είτε σε αμιγή μορφή είτε σε υβριδικές παραλλαγές δεξιάς με ακροδεξιά και τη συμμετοχή ακροκεντρώων.
Σε αυτήν έρχονται να παραδοθούν αμήχανες τάχα συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις σηκώνοντας τα χέρια ψηλά, αλλά κρατώντας ακόμα το λάβαρο που γράφει: TINA. Αλλά και οι δυνάμεις του κέντρου αποδεικνύονται άτολμες και αδύναμες να την αντιμετωπίσουν ικανοποιώντας τις δίκαιες προσδοκίες όσων εξεγείρονται.
Δεν είναι η πρώτη φορά που οι ηγέτιδες τάξεις θα μπορούσαν να θεωρήσουν χρήσιμη μια ακροδεξιά εκτροπή και οπωσδήποτε προτιμότερη από τον κίνδυνο να αναδειχθούν δυνάμεις με ανατρεπτικά της ΤΙΝΑ προγράμματα. Δεν είναι τυχαίο που στη Γαλλία πραγματική αντίπαλος της αριστεράς αναδεικνύεται η Λεπέν. Ούτε ότι τα συστημικά μέσα εξομοιώνουν τα «δύο άκρα» διευκολύνοντας έτσι την επικοινωνία των εκλογικών δεξαμενών τους με το να χρωματίζουν τον Εθνικό Συναγερμό ως αντισυστημική δύναμη. Δεν είναι συμπτωματικό που η Μελόνι στην Ιταλία βγάζει στον δρόμο τον στρατό ούτε ότι το ΑfD επελαύνει στη Γερμανία. Οι παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις δεν μπορούν να πείθουν μια μεγάλη και σταθερή κοινωνική πλειοψηφία και να διατηρούν σε αδράνεια τα στρώματα, και ιδιαίτερα τη νέα γενιά, που νιώθουν να τους κλέβουν κάθε ελπίδα για το σήμερα και το αύριο.
Η λύση –και το πρόβλημα– είναι η αριστερά
Το εκρηκτικό μίγμα κινδυνεύει να αναζητεί και να μη βρίσκει διέξοδο θετική για τις λαϊκές τάξεις σε μια περίοδο που η ευρωπαϊκή αριστερά δεν διάγει την καλύτερη περίοδό της. Και τα συντονισμένα κοινωνικά κινήματα, όπως τα γνωρίσαμε στην αυγή της νέας χιλιετίας, δεν διεκδικούν χώρο και ρόλο που στο παρελθόν έχουν δείξει πως τους ανήκει. Υπάρχει προσφορότερη συνθήκη για την ανάδειξη της ακροδεξιάς ως από μηχανής θεού;
Το διακύβευμα είναι σαφές. Η αριστερά δεν μπορεί να το παρακάμψει. Από την ανάκτηση της δυνατότητάς της να πείσει ότι το δικό της σχέδιο για το σήμερα και το αύριο είναι η λύση, θα κριθεί όχι μόνο το δικό της μέλλον, αλλά και των ανθρώπων που οφείλει να εκπροσωπήσει. Σημάδια αισιοδοξίας υπάρχουν αρκετά στη γηραιά ήπειρο, αλλά για την ώρα δεν σημαίνουν τίποτα περισσότερο από το ότι η ελπίδα διατηρείται ζωντανή χάρη στους εξεγερμένους. Μόνο που αυτό είναι απλά το πρώτο βήμα. Στην Ελλάδα, σε ανάλογες συνθήκες πριν από δύο σχεδόν δεκαετίες, είχε αρχίσει ήδη σαν αντίδραση να γεννιέται ο ΣΥΡΙΖΑ των συνιστωσών. Και τι έγινε, τελικά, θα αναρωτηθούν ίσως κάποιοι. Τίποτα σπουδαίο: απωθήθηκε στο περιθώριο, πριν καταλήξει στη φυλακή, η ανερχόμενη ναζιστική Χρυσή Αυγή.





