φωτογραφία: (EUROKINISSI/ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ)

Η καθ’ ημάς Αριστερά είναι πάντα απασχολημένη με ιδεολογικές και προγραμματικές διαμάχες, καθώς αυτό είναι το προνομιακό πεδίο της. Όπως έχει πει κατ’ επανάληψη ο Πικετύ, οι «νικητές της εκπαιδευτικής διαδικασίας» ψηφίζουν ολοένα και πιο συχνά την Αριστερά από τη δεκαετία του ’80 και μετά. Μέχρι εδώ κανένα πρόβλημα. Το πρόβλημα ξεκινά όταν το παιχνίδι παίζεται σε άλλο γήπεδο κι εμείς δεν μπορούμε να το βρούμε, να πάμε ως εκεί, να παίξουμε, να τα καταφέρουμε. Η ρασιοναλιστική μας Αριστερά εξακολουθεί να παρακολουθεί ανήμπορη την αργή άνοδο της Ακροδεξιάς, απολαμβάνοντας τις αριστερές αναλύσεις της και τις διανοητικές της διαμάχες μακριά από την αρένα και τη λαοθάλασσά της. Στον αναπροσανατολισμό μας στο εν λόγω ζήτημα μπορεί να μας βοηθήσει το πρόσφατο βιβλίο των Μικαέλ Φεσέλ και Ετιέν Ολιόν Η άκρα δεξιά ενάντια στην πολιτική – Μια παράξενη νίκη (Πόλις), που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Θα παρουσιάσω τις βασικές τους θέσεις, αφού τις οργανώσω θεματικά:

Πολιτικό περιβάλλον

Η κρίση έχει δικαιολογήσει την προαγωγή ενός πολεμικού λόγου: «σοκ», «πόλεμος», «επανεξοπλισμός», «οπλοστάσιο», «υπαρξιακή απειλή». Σε αυτό το πλαίσιο οποιοσδήποτε μιλάει για προστασία επικοινωνεί εύκολα με το κοινό.

Η ίδια η ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας έναντι των άλλων εξουσιών συνάδει με τη ρητορική της αυταρχικής Ακροδεξιάς.

Η ρητορική, επίσης, περί ξεπεράσματος της διαιρετικής τομής Αριστεράς-Δεξιάς μπορεί να καταστήσει αόρατη την Άκρα Δεξιά.

Το ίδιο και η καταστροφή της μνήμης (δείτε τις προσπάθειες δεξιών να αναθεωρήσουν τα πεπραγμένα της Δεξιάς στην Κατοχή, στη μετεμφυλιακή Ελλάδα και στη χούντα). Και εδώ η παρατήρηση του Πωλ Ρικέρ φαντάζει χρήσιμη σε μας: να αποφεύγουμε την εντολή/επιταγή να θυμόμαστε, υπενθυμίζοντας ταυτόχρονα το χειρότερο, αντιθέτως να υποδεικνύουμε συνδέσεις του παρελθόντος με το παρόν.

Ο πιο σημαντικός ωστόσο περιβαλλοντικός παράγοντας που ευνοεί, μεταξύ άλλων, την Ακροδεξιά είναι ο τρόπος που λειτουργούν τα ΜΜΕ σήμερα. Η ανάγκη τους για νούμερα και κέρδη τα έχει οδηγήσει σε φτηνές λύσεις όσον αφορά τον τρόπο κάλυψης των πολιτικών εξελίξεων: δίνουν υπερβολική σημασία στην προσωπική ζωή των πολιτικών (κάτι που μπορεί να αποδαιμονοποιεί τους ακροδεξιούς), στις παρασκηνιακές κινήσεις έναντι των εμφανών πολιτικών αντιπαραθέσεων, στα σκάνδαλα και στους πολιτικούς καβγάδες στα τηλεπαράθυρα –ένα έδαφος πρόσφορο για την υποβάθμιση των πολιτικών προγραμμάτων και την απονομιμοποίηση των δημοκρατικών θεσμών.

Κοινός νους VS θεωρία

Οι ακροδεξιοί δεν δίνουν θεωρητικές ή ιδεολογικές μάχες με τους αντιπάλους τους. Αντιθέτως, προσπαθούν να αντιπαραθέσουν στις «παράλογες» θεωρίες των τελευταίων όσες βεβαιότητες ομνύουν στην κοινή λογική. Οι ίδιοι αποφεύγουν να παίρνουν θέση σε ιδεολογικά/θεωρητικά ζητήματα και, αν τους χρειαστεί, αλλάζουν τοποθέτηση. Ιδεολογική στάση κρατούν μόνο στο μεταναστευτικό, αλλά και σε αυτό το ζήτημα φροντίζουν να συνδυάζουν την ξενοφοβία τους με μικρές δόσεις ανθρωπισμού για να μην τρομάζουν τον κόσμο. Γι’ αυτό άλλωστε γενικά αποφεύγουν τις ακραίες θέσεις και επιδιώκουν να συντάσσονται με την πλειοψηφία, εκφράζοντας ταυτόχρονα έναν συνταγματισμό και έναν καθωσπρεπισμό.

Η εστίαση στα συναισθήματα

Η γαλλική Ακροδεξιά αφουγκράζεται την ανάγκη των ανθρώπων να ανήκουν κάπου και να ζουν σε ασφάλεια, και αυτό ακριβώς απηχεί ένα βασικό τους σύνθημα: «Είμαστε σπίτι μας». Έτσι, οι ιδιωτικές έγνοιες των ανθρώπων αναβιβάζονται σε πολιτικό πρόγραμμα, όπου κάτι προφανές (όλοι θέλουν να είναι στο σπίτι τους) συνδέεται άρρηκτα με κάτι κρυμμένο (κάποιοι δεν είναι στο σπίτι τους, αλλά στο δικό μας). Η ατομική ανάγκη για συνανήκειν για την Ακροδεξιά μπορεί να καλυφθεί απλώς με τις κοινές εθνικές αξίες, τη συμμετοχή στο εθνικό εμείς, όχι με την ισότιμη συμμετοχή στον πλούτο και στα δικαιώματα. Γράφουν χαρακτηριστικά: «Σε όσους έχουν χάσει τα μέσα να διακριθούν κοινωνικά η Άκρα Δεξιά θεωρείται ότι προσφέρει τη δυνατότητα της φαντασιακής μέθεξης σε ένα παράδοξο προνόμιο: να μοιράζεσαι, χάρης την καταγωγή σου και μόνο, τις ίδιες πολιτισμικές αξίες».

Πού μπορούν να συναντηθούν όμως οι πλούσιοι με τους χαμένους της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης (εδώ ακριβώς οι συγγραφείς διατυπώνουν την πιο χρήσιμη για μας παρατήρησή τους); Αμφότεροι νιώθουν μια φοβερή μνησικακία που είναι εξίσου πραγματική. Αυτή η μνησικακία στρέφεται εναντίον των διανοουμένων/ακαδημαϊκών, των φεμινιστριών και των μεταναστών που υποτίθεται ότι από κοινού τους εμποδίζουν να λένε ό,τι θέλουν και να περιορίζουν την επιθετικότητά τους (εξού και το πάθος τους ενάντια στην woke culture). «Σε αντίθεση με τη μνησικακία των φτωχών, η εκδίκηση των χορτάτων δεν πηγάζει από κοινωνικά δεινά που έχουν εσωτερικευθεί ως ταπεινώσεις. Ούτε είναι απόρροια μιας υλικής ένδειας, αλλά μάλλον μιας πολύ ιδιαίτερης δυστυχίας λόγω θέσης, αυτής που προέρχεται από το συναίσθημα ότι ήσουν για πολύ καιρό αναγκασμένος να σωπαίνεις. Το συναίσθημα αυτό γίνεται ακόμα πιο οδυνηρό όταν διαθέτεις ένα κεφάλαιο που, κατά κανόνα, σου επιτρέπει να μιλάς». Έτσι, λοιπόν, όσοι πλούσιοι επιχειρηματίες και ταπεινωμένοι πολιτικοί και αθλητικογράφοι περιορίζονταν στα χρόνια της πολιτισμικής ηγεμονίας της Αριστεράς επιδιώκουν να πάρουν εκδίκηση για όλα εκείνα τα χρόνια. Και για να το πετύχουν, προσπαθούν να πείσουν τον λαουτζίκο ότι α) αυτή η πολιτισμική ηγεμονία υφίσταται ακόμα και ότι β) τους πλήττει από κοινού, άρα πρέπει να συμμαχήσουν για να νικήσουν τον κοινό τους εχθρό και να ξαναβρούν επιτέλους τη φωνή τους.

Και κάπου εδώ οι ακροδεξιοί του ΛΑΟΣ και της ΝΔ συναντούν τον Τραμπ κι όλοι μαζί τους δευτεροκλασάτους που πέρασαν από κάποια αριστερή οργάνωση στη Μεταπολίτευση αλλά δεν μπόρεσαν να διακριθούν απέναντι σε αυτούς που έγιναν αργότερα η ραχοκοκαλιά του ελληνικού πανεπιστημίου και της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς, και γι’ αυτό έγιναν οι «ακροκεντρώοι γενίτσαροι» των ημερών μας. Περίμεναν χρόνια για να πάρουν την εκδίκησή τους. Πέτρινα χρόνια, που όμως δεν ξεχάστηκαν. Η νεανική υπομονή τους έχει μετατραπεί σε ώριμο μίσος γι’ αυτούς που τότε εξέφραζαν τις απόψεις τους άνετα.

Credits Φωτογραφίας: Δωρεάν χρήση (CC0), www.pexels.com