Η δημοσιονομική ισορροπία ως μηχανισμός όξυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων

Η δημόσια συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος δεν έχει μέχρι σήμερα εστιάσει επαρκώς στη μάλλον σημαντικότερη από τις προτάσεις που έχει καταθέσει η κοινοβουλευτική ομάδα της Νέας Δημοκρατίας. Πρόκειται για την προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 79, στην οποία σχεδιάζεται να προστεθεί μια διάταξη περί «διασφάλισης της βιώσιμης δημοσιονομικής λειτουργίας». Ένας καλόπιστος πολίτης μπορεί εύλογα να αναρωτηθεί γιατί θεωρείται προβληματική μια απόπειρα νοικοκυρέματος της εθνικής οικονομίας. Πρόκειται, όμως, περί αυτού ή μήπως η σχετική πρόταση φιλοδοξεί να προσδώσει συνταγματική περιωπή σε μια ακραία φιλελεύθερη οικονομική αντίληψη; Για να απαντηθεί το εν λόγω ερώτημα, είναι αναγκαίο να εξετάσει κανείς τις βασικές αρχές της ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά τη διεθνή οικονομική κρίση του 2007-2008.
 
Βασική προτεραιότητα των ευρωπαϊκών ελίτ κατά τη διάρκεια της κρίσης αποτέλεσε η τροποποίηση του θεσμικού πλαισίου για τη δημοσιονομική λειτουργία της Ένωσης. Ειδικότερα, οι ευρωπαϊκοί κανόνες που θεσμοθετήθηκαν κατά την περίοδο 2011-2013 επισφράγισαν τη μετάβαση από τη δημοσιονομική αυτοπειθαρχία των κρατών μελών στην ενισχυμένη εποπτεία τους από τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δύο υπήρξαν οι πυλώνες της νέας αυτής αρχιτεκτονικής. Ο πρώτος, ορντοφιλελεύθερης έμπνευσης, καθιέρωσε την αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία, καθώς υπαγόρευε την προσαρμογή των κρατών μελών σε ποσοτικοποιημένους δείκτες που αφορούσαν το ποσοστό του χρέους και του ελλείμματός τους επί του ΑΕΠ (60% και 3% αντίστοιχα). Ο δεύτερος πυλώνας, που είχε σαφή νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση, συνέδεε τη δημοσιονομική πολιτική των κρατών με την υποχρέωση διατήρησης της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας τους. Με απλά λόγια, ο συνδυασμός των δύο αυτών κριτηρίων σήμαινε ότι τα κράτη μέλη δεν διέθεταν πλέον την ευχέρεια να επιλέξουν με ποια μέσα θα προχωρούσαν στην «εξυγίανση» των οικονομιών τους. Για παράδειγμα, ένα μέτρο μείωσης των δαπανών για την παιδεία θα συναντούσε την έγκριση των ευρωπαϊκών θεσμών, ενώ, αντίθετα, η αύξηση των φορολογικών συντελεστών των επιχειρήσεων θα απορριπτόταν ως επιζήμια για την ανταγωνιστικότητά τους. 
 
Στις αρχές της δεκαετίας του 2020, αμέσως μετά το ξέσπασμα της πανδημίας, η λογική της άκαμπτης λιτότητας έφτασε στα όριά της. Υπό τις έκτακτες συνθήκες της υγειονομικής κρίσης κατέστη σαφές ότι τα οικονομικά Συντάγματα, τόσο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και των κρατών μελών, θα έπρεπε να είναι ευρύχωρα, ώστε να μπορούν να υποδέχονται τόσο φιλελεύθερες όσο και κεϋνσιανές πολιτικές. Στη σύντομη παρένθεση, επομένως, της περιόδου 2020-2023, η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέστειλε την ισχύ των κανόνων της δημοσιονομικής πειθαρχίας, προκειμένου να επιτρέψει την άσκηση κεϋνσιανών πολιτικών τόνωσης της ζήτησης, οι οποίες θα απέτρεπαν τη βύθιση των οικονομιών σε ένα σπιράλ ύφεσης. Παρ’ όλες τις ελπίδες, όμως, που γέννησε η προσωρινή απομάκρυνση από τη λιτότητα, σύντομα αποδείχθηκε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα προχωρούσε σε αλλαγή παραδείγματος.
 
Πού βρισκόμαστε σήμερα; Δύο είναι τα χαρακτηριστικά της ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά το πέρας της πανδημίας. Πρώτον, η λογική της δημοσιονομικής πειθαρχίας επέστρεψε στο προσκήνιο, αλλά παράλληλα καθιερώθηκε η δυνατότητα των κρατών μελών να αποκλίνουν από τους σχετικούς κανόνες σε έκτακτες περιπτώσεις. Δεύτερον, στο μικροσκόπιο των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν τεθεί μόνο οι δαπάνες των κρατών μελών, ενώ για την πορεία και τις πηγές των εσόδων τηρείται σιωπή. Αν εξετάσει κανείς αυτό το θεσμικό πλαίσιο σε συνάρτηση με την κυρίαρχη τάση μείωσης της φορολογίας των οικονομικά ισχυρών, θα οδηγηθεί στο ακόλουθο συμπέρασμα: όταν μειώνονται τα κρατικά έσοδα και ταυτόχρονα απαιτείται η τήρηση δημοσιονομικής ισορροπίας, αυτή δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο μέσω του περιορισμού των δημοσίων δαπανών. Υπό το φως, λοιπόν, των αρχών της ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης, οι οποίες ενσωματώθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη με τον ν. 5217/2025, συνάγεται ότι η ενδεχόμενη εισαγωγή στο Σύνταγμα μιας διάταξης περί δημοσιονομικής ισορροπίας θα άνοιγε τον δρόμο στην εφαρμογή του ακόλουθου νεοφιλελεύθερου τριπτύχου: μείωση της άμεσης φορολογίας, περιορισμός των δημοσίων δαπανών, περαιτέρω συρρίκνωση των αναδιανεμητικών πολιτικών. Το συγκεκριμένο μείγμα, μάλιστα, πρόκειται να καταστεί ακόμη πιο εκρηκτικό στο προσεχές μέλλον, εφόσον το πρόγραμμα «Επανεξοπλισμού της Ευρώπης» (Rearm Europe) αναμένεται να στερήσει επιπλέον πόρους από το κράτος πρόνοιας. 
 
Με βάση τα παραπάνω διαπιστώνεται ότι η πιθανή συνταγματοποίηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας θα έχει δύο επακόλουθα, ένα κοινωνικό και ένα θεσμικό. Το πρώτο συνίσταται στην περαιτέρω όξυνση των ανισοτήτων, ενώ το δεύτερο στην αφυδάτωση του πολιτικού πλουραλισμού. Ως προς το τελευταίο, αξίζει να σημειωθεί ότι η εκνομίκευση της οικονομικής πολιτικής και η αποσύνδεσή της από τον κομματικό ανταγωνισμό οδηγούν μοιραία στην προϊούσα απαξίωση της εκλογικής διαδικασίας. Πόσο σημαντικό είναι, άλλωστε, να ψηφίζει κανείς, εφόσον οι κύριες κατευθύνσεις της οικονομικής πολιτικής είναι εκ των προτέρων δεδομένες; Υπό αυτή την έννοια, η σύγχρονη τάση επιβολής μονοδρόμων στην οικονομία εξηγεί κάποιες από τις βασικές πτυχές της κρίσης της πολιτικής: αφενός την κρίση της Αριστεράς, που δεν είναι πλέον σε θέση να εφαρμόσει πολιτικές ουσιαστικής αναδιανομής, και αφετέρου την κρίση της ίδιας της δημοκρατίας, η οποία μετακινείται με γοργά βήματα από τον πλουραλισμό προς τη μονολιθικότητα.
 
Φωτογραφία: Γιώργος Κονταρίνης / Eurokinissi