Μιχάλης Σπουρδαλάκης: «Πολιτική αλλαγή δεν σημαίνει αλλαγή σκυτάλης»

«Βρισκόμαστε σε μια νέα φάση της προσπάθειας αντιμετώπισης της χρόνιας κρίσης πολιτικής εκπροσώπησης», σύμφωνα με τον Μιχάλη Σπουρδαλάκη,  πρόεδρο του ΔΣ της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης, και αυτό εξηγεί τη σημερινή εικόνα του κομματικού τοπίου. Ο ίδιος προσθέτει πως «η κινητικότητα που παρουσιάζει σήμερα η πολιτική σκηνή δεν πρόκειται να αντιμετωπίσει τα χρόνια προβλήματα πολιτικής εκπροσώπησης της ελληνικής κοινωνίας» και καταλήγει σε σχέση με την Αριστερά: «Αναμασούμε απλώς γενικόλογες εκθέσεις ιδεών.  Και αυτό δεν αντιστοιχεί ούτε στην ιστορική πορεία της Αριστεράς ούτε στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας».

Φαίνεται ότι είμαστε πια σε ένα τελείως διαφορετικό κομματικό τοπίο, δεν νομίζεις; Πώς φτάσαμε ως εδώ;

Πράγματι, μια ματιά στη σύνθεση της σημερινής Βουλής, των 297 βουλευτών, από τους οποίους οι 40 έχουν πλέον ανεξαρτητοποιηθεί, σε συνδυασμό με τις συνεχείς εντάσεις στο εσωτερικό σχεδόν όλων των κομμάτων και τη δημιουργία νέων πολιτικών σχηματισμών, επιβεβαιώνει την παρατήρηση αυτή. Ωστόσο, θεωρώ ότι οι αιτίες αυτών των φαινομένων είναι πολύ παλαιότερες. Πρόκειται για μια νέα φάση της προσπάθειας αντιμετώπισης της χρόνιας κρίσης πολιτικής εκπροσώπησης, που χαρακτηρίζει τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό. Η κρίση αυτή εκδηλώθηκε με ιδιαίτερη ένταση με τη χρεοκοπία του συστήματος διακυβέρνησης που είχε διαμορφώσει ο παλαιός πασοκονεοδημοκρατικός δικομματισμός. Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 είχαμε τα πρώτα σημάδια, (Άρθρο 16, η εξέγερση  τον Δεκέμβριο του 2008). Η κυβερνητική αλλαγή που ακολούθησε με γυρισμένη την πλάτη στην κοινωνία, οδήγησε τη χώρα στα μνημόνια.

Η κοινωνική αντίσταση απέναντι στην οργανωμένη φτωχοποίηση κάμφθηκε προσωρινά με την αρωγή των μηχανισμών καταστολής και των ΜΜΕ.  Ωστόσο, η κρίση εκπροσώπησης όχι μόνο δεν αντιμετωπίστηκε, αλλά βάθυνε.  Η εξέλιξη αυτή οδήγησε στη διάλυση του ενός από τους δύο πόλους του μεταπολιτευτικού δικομματισμού («πασοκοποίηση») και στη υποχώρηση του άλλου. Οι διαδοχικές κυβερνήσεις «ειδικού σκοπού», εφαρμόζοντας τις πολιτικές λιτότητας, δεν κατάφεραν να αποτρέψουν την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ.  Η ανατρεπτική ελπίδα που έφερε την Αριστερά στην εξουσία, παρά τις επιμέρους νίκες της, δεν κατόρθωσε, υπό το βάρος των καταπιστευμάτων που κληρονόμησε και των δικών της λαθών, να γεφυρώσει το χάσμα κράτους – κοινωνίας.

Η διάχυτη απογοήτευση, σε συνδυασμό με την «υπερκομματική» ΝΔ, που αξιοποίησε το πολιτικό και τεχνοκρατικό προσωπικό της εκσυγχρονιστικής περιόδου αποστείρωσε ακόμη περισσότερο την πολιτική εξουσία από ουσιαστική κοινωνική παρέμβαση.  Επιπλέον, η πανδημία, οι πόλεμοι, η ενεργειακή κρίση και η γεωπολιτική ανασφάλεια επέτρεψαν στην κυβέρνηση να ξεδιπλώσει, μέσω του επιτελικού κράτους, το πρόγραμμά της με ηγεμονικό αέρα.

Σε αυτό το πλαίσιο, τα φαινόμενα αδιαφάνειας, διαφθοράς, θεσμικών παρεμβάσεων και υπονόμευσης του κοινωνικού κράτους δικαίου έγιναν καθημερινότητα. Την ίδια στιγμή, η ήδη κατακερματισμένη αντιπολίτευση εγκλωβισμένη στην προσπάθεια να αποδείξει ότι κάθε αντιπρόταση είναι κοστολογημένη, δεν κατάφερε να επηρεάσει την πολιτική ατζέντα.  Τα παραπάνω εξηγούν, κατά την άποψή μου, τη σημερινή εικόνα του κομματικού τοπίου. Η επαναλαμβανόμενη αποτυχία αντιμετώπισης της χρόνιας κρίσης εκπροσώπησης, δεν πρόκειται να αναστραφεί με την ίδρυση νέων αρχηγικών ή προσωποπαγών οιονεί κομμάτων, που θυμίζουν τα κόμματα των ελίτ του 19ου αιώνα.

Το μιντιακό σύστημα προσπαθεί να χτίσει, με κάθε τρόπο, έναν νέο  δικομματισμό. Μπορεί να σταθεί αυτός;

Επιτρέψτε μου να πω, επειδή ακούγονται πολλά.  Ότι ο «δικομματισμός» δεν είναι εξ ορισμού αρνητικό φαινόμενο.  Οι κοινωνίες και δη οι καπιταλιστικές παράγουν ανισότητες και συνήθως ανταγωνιστικά πολιτικά.  Ο δικομματισμός, επομένως, ως φαινόμενο δεν είναι κακός.  Όμως εδώ το πρόβλημα είναι ότι επιχειρείται να ανασυγκροτηθεί ένας δικομματισμός, ως σύστημα διακυβέρνησης.  Ο παλαιός δικομματισμός που ανέτρεψε ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αυτός που πάει να ανοικοδομηθεί τώρα, που όμως θα διαιωνίσει την υπάρχουσα κατάσταση.

Επειδή είμαστε σε αυτή τη μακρά κρίση εκπροσώπησης, η οποία καταγράφηκε στις τελευταίες εκλογές και με τα πιο υψηλά ποσοστά αποχής, αυτή μπορεί να θεραπευτεί από την εμφάνιση των νέων κομμάτων;

Η κινητικότητα που παρουσιάζει σήμερα η πολιτική σκηνή δεν πρόκειται να αντιμετωπίσει τα χρόνια προβλήματα πολιτικής εκπροσώπησης της ελληνικής κοινωνίας.  Η αναγκαία πολιτική αλλαγή αντιμετωπίζεται ως ένα εύκολο επικοινωνιακό τέχνασμα, το οποίο κάθε φορά προσαρμόζεται στις μετρήσεις της κοινής γνώμης. Είναι φανερό ότι η κοινωνία αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως εκλογικό σώμα και όχι ως πεδίο ανταγωνιστικών αιτημάτων, συμφερόντων και συλλογικών επιδιώξεων.  Απουσιάζει μια ουσιαστική ανάλυση των δομικών αιτίων της κρίσης. Αντίθετα, οι περισσότερες αναλύσεις και κριτικές περιορίζονται στα εμπλεκόμενα πρόσωπα.  Παράλληλα, οι προγραμματικές προτάσεις οργανώνονται γύρω από θεματικούς κύκλους ενδιαφέροντος, όπου στην πράξη συγχέονται τα ατομικά ενδιαφέροντα με τα κοινωνικά συμφέροντα.  Την ίδια στιγμή, οι οργανωτικές δομές των κομμάτων παραμένουν αναντίστοιχες με τη δυναμική του σύγχρονου καταμερισμού της εργασίας και των νέων μορφών απασχόλησης, (gig economy, κ.ά.).  Υπό αυτές τις συνθήκες, οι πρωτοβουλίες αυτές δεν μπορούν να έχουν παρά μόνο προσωρινό και ανασταλτικό αποτέλεσμα. Ακόμη και η ανανέωση του πολιτικού προσωπικού περιορίζεται από το πλαίσιο που διαμορφώνει η σημερινή μεταδημοκρατική συνθήκη.

Τελικά, τα νέα αυτά κόμματα, όσο και τα υφιστάμενα δεν αντιστοιχούν οργανωτικά στον παρόντα κοινωνικό καταμερισμό εργασίας και για αυτό στερούνται ουσιαστικής ουσιαστικής κοινωνικής γείωσης.  Ως αποτέλεσμα, αντί να διευρύνουν τους ορίζοντες της δημοκρατικής εκπροσώπησης, τους συρρικνώνουν, εμβαθύνοντας την κρίση της πολιτικής και, τελικά, της ίδιας της δημοκρατίας.

Η ΕΛΑΣ, το κόμμα Τσίπρα, δεν θα έχει τη δομή ενός κλασικού κόμματος, και επομένως δεν θα έχει οργανώσεις βάσης, αυτές που φέρνουν και τη γείωση με την κοινωνία. Και αυτό παρουσιάστηκε ως «φρέσκο», «ανοιχτό», «ευέλικτο». Είναι ένα νέου τύπου κόμμα;

Μόνο η επιτυχημένη επικοινωνιακή προβολή ενός τέτοιου εγχειρήματος μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι πρόκειται για κάτι εντελώς καινούργιο.  Στην πραγματικότητα, έχουμε ξαναδεί ανάλογες προσπάθειες.  Το Ποτάμι αποτέλεσε ένα τέτοιο παράδειγμα, ενώ, ως έναν βαθμό, αντίστοιχα χαρακτηριστικά συναντά κανείς και στην Πλεύση Ελευθερίας ή στο ΜέΡΑ25.  Άλλωστε, η κρίση εκπροσώπησης συνδέεται άμεσα με την κρίση του ίδιου του τρόπου οργάνωσης των κομμάτων.  Το εξαιρετικά επιτυχημένο ιστορικά πρότυπο του κόμματος μαζών, καθώς και οι μεταγενέστερες εκδοχές του, αντιστοιχούσαν σε έναν διαφορετικό κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας και σε διαφορετικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Σήμερα, οι κοινωνικές αυτές προϋποθέσεις έχουν μεταβληθεί ριζικά, χωρίς όμως να έχει αναδειχθεί ένα νέο, λειτουργικό μοντέλο πολιτικής οργάνωσης.  Θεωρώ, λοιπόν, ότι τέτοιου τύπου πολιτικές πρωτοβουλίες μπορεί να καλλιεργήσουν πρόσκαιρες ελπίδες σε μια κοινωνία χαμηλών προσδοκιών, η οποία πολιτικοποιείται ολοένα και περισσότερο μέσα από την παραμορφωτική ματιά των μέσων ενημέρωσης.  Μακροπρόθεσμα, όμως, είναι πιθανότερο να εμβαθύνουν παρά να υπερβούν την κρίση εκπροσώπησης.  Υπάρχει και μια ακόμη διάσταση.  Κόμματα αυτού του τύπου, όπως του κ. Τσίπρα ή της κ. Καρυστιανού, όπου η σχέση με την κοινωνία διαμεσολαβείται σχεδόν αποκλειστικά από τον επικεφαλής και η κομματική οργάνωση περιορίζεται ουσιαστικά σε έναν εκλογικό μηχανισμό ή σε μια οργανωμένη εκλογική λίστα, προσιδιάζουν περισσότερο σε προεδρικά πολιτεύματα παρά σε κοινοβουλευτικές δημοκρατίες. Και αυτό γιατί οι κοινοβουλευτικές δημοκρατίες προϋποθέτουν ισχυρά, θεσμοποιημένα και κοινωνικά γειωμένα πολιτικά κόμματα.

Επικαλούμαστε συχνά την ανάγκη αυτοκριτικής. Άραγε έχουν κάνει ή έχουν αυτή τη διάθεση τα κόμματα του κατακερματισμένου συστήματος, και κυρίως έχουν την πρόθεση να εφαρμόσουν τα συμπεράσματα αυτής; Από τα πιο προφανή, την άρνηση ανανέωσης πολιτικού προσωπικού, το αντίθετο θα λέγαμε ότι συμβαίνει.

Οι γραφειοκρατίες που περιβάλλουν το σύστημα πολιτικής εκπροσώπησης και τους δημοκρατικούς θεσμούς διαθέτουν τεράστια αποθέματα αδράνειας και αντίστασης στην αλλαγή.  Δυστυχώς, αυτό δεν εξαιρεί την Αριστερά.  Γίνεται διαρκώς λόγος για αυτοκριτική, χωρίς όμως να της αποδίδεται ουσιαστικό περιεχόμενο.  Τα συμπεράσματα διατυπώνονται, αλλά σπάνια μετατρέπονται σε πολιτική πράξη. Έτσι, τα ίδια πρόσωπα και οι ίδιες πρακτικές αναπαράγονται διαρκώς. Ενώ η κοινωνία μετασχηματίζεται, τα κόμματα παραμένουν προσκολλημένα σε ξεπερασμένα οργανωτικά και πολιτικά πρότυπα.  Κι όμως, εξακολουθούν να πιστεύουν ότι το πρόβλημα μπορεί να λυθεί με ακόμη πιο αδιαφανείς και ακόμη πιο αναντίστοιχες διαδικασίες.  Κατά τις τελευταίες δεκαετίες διατυπώθηκαν διαφορετικές πολιτικές αφηγήσεις που επιχείρησαν να υπερβούν αυτή την κρίση: ο εκσυγχρονισμός, η επανίδρυση του κράτους και, πιο πρόσφατα, το επιτελικό κράτος. Στην πραγματικότητα, όμως, όλες αποτελούν διαφορετικές εκδοχές διαχείρισης των αδιεξόδων της ύστερης Μεταπολίτευσης και η κρίση βαθαίνει.  Το κρίσιμο είναι ότι μια τέτοια εξέλιξη δεν παράγει μόνο πολιτική αστάθεια αλλά δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την περαιτέρω ενίσχυση της ακροδεξιάς

Το κεντρικό αίτημα που πάει να αναδειχθεί σε κριτήριο ψήφου είναι η «πολιτική αλλαγή», δίχως κατεύθυνση. Μπορεί να σταθεί; Το χρησιμοποιούν ήδη το ΠΑΣΟΚ και η ΕΛΑΣ.

Μπορεί, άραγε, να υπάρξει πολιτική αλλαγή χωρίς να ληφθούν σοβαρά υπόψη τα νέα κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισμικά δεδομένα;  Πολιτική αλλαγή δεν σημαίνει αλλαγή σκυτάλης ούτε μια νέα, φτιασιδωμένη εκδοχή των σημερινών σχέσεων πολιτικής και κοινωνικής εκπροσώπησης.  Τα εφήμερα αποτελέσματα τέτοιων πρακτικών παράγουν νέες αναντιστοιχίες, τροφοδοτούν τη λαϊκή απογοήτευση και ανοίγουν τον δρόμο σε επικίνδυνες ατραπούς. Είναι δυνατόν να παραμένουμε στο ίδιο πλαίσιο πολιτικής ρητορικής και πρακτικής μετά τη συγκλονιστική κινητοποίηση της 28ης Φεβρουαρίου 2025; Είναι δυνατόν οι πολιτικές δυνάμεις που διακηρύσσουν ότι αναζητούν νέες μορφές πολιτικής να περιορίζονται, ύστερα από μια τόσο μεγαλειώδη απεργιακή κινητοποίηση, σε μια προφανώς ατελέσφορη πρόταση μομφής κατά της κυβέρνησης;  Είναι αυτή πολιτική που εμπνέεται από φαντασία, τόλμη και πραγματική βούληση αλλαγής;  Πώς, λοιπόν, μπορούν να γίνουν πιστευτές οι διακηρύξεις περί πολιτικής αλλαγής και νέας προγραμματικής λογικής; Αναμασούμε απλώς γενικόλογες εκθέσεις ιδεών.  Και αυτό δεν αντιστοιχεί ούτε στην ιστορική πορεία της Αριστεράς ούτε στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.

Βρισκόμαστε σε αδιέξοδο; Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα; Διότι ούτε τα κόμματα της Αριστεράς, που προέρχονται από τη μήτρα του ΣΥΡΙΖΑ προχωρούν. Είτε μένουν μαρμαρωμένα σαν τα ελάφια μπροστά στα φώτα του Αλ. Τσίπρα, είτε τραβούν τον δικό τους μοναχικό και αδιέξοδο δρόμο.

Κανένα από αυτά τα κόμματα δεν φαίνεται να διατυπώνει κάτι πραγματικά νέο. Το μόνο που επιχειρεί είναι να εντυπωσιάσει το δικό του ακροατήριο.  Αν, όμως, οι ίδιοι αυτοί πολιτικοί χώροι αδυνατούν να υπερβούν τις μικροκομματικές τους ψευδογραφειοκρατίες, γιατί να τους εμπιστευθούν οι πολίτες;  Πρέπει, επιτέλους, να αποδεχθούμε ότι όσα βιώνουμε δεν αποτελούν μια εξαίρεση στην ιστορική πορεία του καπιταλισμού, αλλά τη νέα του κανονικότητα. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια ποιοτικά διαφορετική ιστορική συνθήκη.  Για πρώτη φορά διαμορφώνονται οι όροι ώστε ο καπιταλισμός να φαίνεται ασύμβατος με τη Δημοκρατία.  Οι περισσότεροι διεθνείς οργανισμοί επισημαίνουν ότι η κάλυψη των βασικών αναγκών ολοένα μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού τίθεται υπό αμφισβήτηση.  Έχουμε αναμετρηθεί πραγματικά με αυτή τη διαπίστωση; Έχει επηρεάσει τη στρατηγική μας και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την πολιτική; Ή εξακολουθούμε να αναπαράγουμε συνθήματα και αναλύσεις που απαντούν στα προβλήματα του χθες και όχι στις προκλήσεις του σήμερα;

Και κάπως έτσι αφήνεται άπλετος χώρος στην ακροδεξιά να ανθίσει.

Ακριβώς. Η μεταδημοκρατική συνθήκη φαίνεται να ευνοεί απλουστευτικές απαντήσεις σε σύνθετα προβλήματα, μια λογική που αποτελεί βούτυρο στο ψωμί της πολυποίκιλης ακροδεξιάς.  Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ευθύνη της ριζοσπαστικής Αριστεράς είναι ακόμη μεγαλύτερη.  Αντί να προβάλλει ένα συνεκτικό μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα, ικανό να ανατρέπει κατεστημένες λογικές και συσχετισμούς και να ανοίγει δρόμους κοινωνικού μετασχηματισμού, συχνά περιορίζεται στην παρουσίαση «κοστολογημένων» προγραμματικών προτάσεων.  Με αυτόν τον τρόπο εγκλωβίζεται στους όρους της κυρίαρχης πολιτικής αντιπαράθεσης, αντί να τους αμφισβητεί.  Παράλληλα, η μάχη για την αξιακή θεμελίωση της πολιτικής, για πολιτικές που υπηρετούν δικαιότερες και δημοκρατικότερες κοινωνικές διευθετήσεις, συχνά υποχωρεί ή και εγκαταλείπεται. Έτσι, η Αριστερά φαίνεται να χάνει σταδιακά τη δυναμική της, τόσο στο πολιτικό όσο και στο οργανωτικό επίπεδο.

Ανακυκλώνει, δυστυχώς, γενικόλογες προτάσεις και προγραμματικές ιδέες, οι οποίες, παρά την ειλικρίνειά τους, παραπέμπουν σε μια προηγούμενη ιστορική φάση του καπιταλισμού, όταν η κοινωνική και οικονομική οργάνωση μπορούσε ακόμη, έστω και μερικά, να θέτει υπό τον έλεγχο της δημοκρατικής πολιτικής και της συλλογικής κοινωνικής παρέμβασης.  Στις συνθήκες, όμως, του σημερινού «καθολικού καπιταλισμού», αυτή η παραδοχή δεν φαίνεται πλέον να ισχύει. Έτσι, οικοδομούμε απλώς τις επόμενες «εναλλακτικές» του Μητσοτάκη.  Με έναν παράδοξο τρόπο, τον διευκολύνουμε να ανανεώνεται, ενώ εμείς αναπαράγουμε γενικότητες και συνθήματα με θετικό επικοινωνιακό πρόσημο, αλλά χωρίς πραγματικό πολιτικό περιεχόμενο. Αντί να κινητοποιούν, αποξενώνουν.

Διεθνώς παρατηρείται αυτή η κρίση εκπροσώπησης διαρκείας;

Ναι. Και γι’ αυτό οφείλουμε να διεθνοποιήσουμε και εμείς, με τη σειρά μας, τον προβληματισμό μας. Δεν είναι δυνατόν, για παράδειγμα, να μην ανοίξουμε έναν ουσιαστικό διάλογο για το μέλλον της ΕΕ με τις πολιτικές, συνδικαλιστικές και κινηματικές δυνάμεις της Ευρώπης που προβληματίζονται για την νέα πολεμοχαρή στρατηγική της Ένωσης.  Ούτε μπορεί να αντιμετωπίζεται ως πρότυπο πολιτικής αλλαγής η «λύση Στάρμερ», ως μοντέλο ανατροπής του Μητσοτάκη, όταν η συγκεκριμένη πολιτική εξέλιξη στο Ηνωμένο Βασίλειο οδήγησε στην πρωτοφανή ενίσχυση της ακροδεξιάς.  Από την άλλη πλευρά, έχουμε πολλά να διδαχθούμε από τις εξελίξεις στην άλλη όχθη του Ατλαντικού.  Τόσο στις ΗΠΑ όσο και σε άλλες χώρες διακρίνονται πρωτοβουλίες που επιδεικνύουν μεγαλύτερη πολιτική φαντασία, οργανωτική ευρηματικότητα και ικανότητα κοινωνικής κινητοποίησης.  Με απλά λόγια, δεν μπορούμε πλέον να συνεχίσουμε να αναζητούμε τις απαντήσεις μέσα από τις ίδιες πολιτικές διαδρομές.

Φωτο: Γιώργος Κονταρίνης / Eurokinissi