Η ηγεμονία της Δεξιάς και η παρατεταμένη κρίση της Αριστεράς

Η κρίση των πολιτικών κομμάτων αποτελεί έκφραση μιας ευρύτερης κρίσης της δημοκρατικής αντιπροσώπευσης και των μορφών πολιτικής διαμεσολάβησης στις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες. Η αποδυνάμωση των κομματικών οργανώσεων, η διεύρυνση της αποχής, η υποχώρηση της συλλογικής συμμετοχής και η δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς δεν συνιστούν συγκυριακά φαινόμενα ούτε εξηγούνται αποκλειστικά από επικοινωνιακές αστοχίες ή επιμέρους κυβερνητικές επιλογές. Αντανακλούν βαθύτερους μετασχηματισμούς του κράτους, της οικονομίας και των σχέσεων ισχύος, μέσα στους οποίους η πολιτική εκπροσώπηση δυσκολεύεται ολοένα και περισσότερο να μετασχηματίσει τις κοινωνικές αντιθέσεις σε συνεκτικό πολιτικό σχέδιο.

Η ελληνική εμπειρία της τελευταίας δεκαπενταετίας αποτυπώνει με ιδιαίτερη σαφήνεια αυτή τη δυναμική. Η σχετική πολιτική κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο στις αδυναμίες της αντιπολίτευσης· συνδέεται και με την ικανότητά της να συγκροτεί μια ευρύτερη ιδεολογική και πολιτική ηγεμονία, παρουσιάζοντας τη σταθερότητα, την ανταγωνιστικότητα, τη δημοσιονομική πειθαρχία, τον ψηφιακό μετασχηματισμό, την ασφάλεια και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ως σχεδόν αυτονόητους ορίζοντες της πολιτικής. Η ηγεμονία, επομένως, δεν στηρίζεται μόνο στον καταναγκασμό, αλλά και στην παραγωγή συναίνεσης και στην άσκηση ηθικής και πνευματικής «καθοδήγησης» της κοινωνίας.

Ακριβώς γι’ αυτό, η εξουσία δεν εξαντλείται στις κυβερνητικές αποφάσεις ή στη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού. Εκδηλώνεται επίσης μέσω της δυνατότητας να προσδιορίζεται τι θεωρείται πολιτικά εφικτό, κοινωνικά επιθυμητό και οικονομικά αναγκαίο, διαμορφώνοντας τις αντιλήψεις, τις προσδοκίες και τους ορίζοντες δράσης των πολιτών. Όταν οι κυρίαρχες επιλογές εμφανίζονται ως οι μοναδικές ρεαλιστικές, η ιδεολογία δεν λειτουργεί απλώς ως μέσο νομιμοποίησης της εξουσίας, αλλά ως τρόπος οργάνωσης και ερμηνείας της κοινωνικής πραγματικότητας.

Η συναίνεση αυτή, ωστόσο, δεν είναι αμετάβλητη. Η επιδείνωση των υλικών συνθηκών ζωής, η εργασιακή επισφάλεια, η στεγαστική κρίση, οι κοινωνικές ανισότητες και η αδυναμία των θεσμών να ανταποκριθούν σε θεμελιώδεις ανάγκες διαβρώνουν σταδιακά τη νομιμοποίηση του κυρίαρχου σχεδίου. Η στεγαστική πίεση δεν αποτελεί, άλλωστε, αφηρημένη διαπίστωση. Το 2024 η Ελλάδα κατέγραψε το υψηλότερο ποσοστό υπέρμετρης επιβάρυνσης από το κόστος στέγασης στις πόλεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με το σχετικό ποσοστό να ανέρχεται στο 29%. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, οι κινητοποιήσεις μετά το έγκλημα των Τεμπών ανέδειξαν μια βαθύτερη ρωγμή, καθώς η κοινωνική αμφισβήτηση δεν περιορίστηκε σε επιμέρους κυβερνητικές επιλογές, αλλά επεκτάθηκε στην ίδια την ικανότητα του κράτους να διασφαλίζει τη λογοδοσία, τη δικαιοσύνη και την προστασία του δημόσιου συμφέροντος.

Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με τους ευρύτερους μετασχηματισμούς της ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης. Το Ταμείο Ανάκαμψης, οι νέοι δημοσιονομικοί κανόνες και οι στρατηγικές προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την περίοδο 2028-2034 δεν σηματοδοτούν επιστροφή στο μεταπολεμικό κοινωνικό κράτος, αλλά τη διαμόρφωση ενός νέου υποδείγματος κρατικού παρεμβατισμού. Η δημοσιονομική πολιτική παύει να λειτουργεί κυρίως ως εργαλείο αναδιανομής ή περιφερειακής σύγκλισης και μετατρέπεται σε μηχανισμό στρατηγικού προσανατολισμού της επενδυτικής δραστηριότητας και της παραγωγικής αναδιάρθρωσης.

Η χρηματοδότηση συνδέεται πλέον στενότερα με την περαιτέρω υλοποίηση νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων και με δείκτες επίδοσης, ενώ προτεραιότητα αποκτούν η ανταγωνιστικότητα, η τεχνολογική και ψηφιακή μετάβαση, η ενεργειακή ασφάλεια, η στρατηγική αυτονομία και η αμυντική βιομηχανία. Η κλίμακα αυτής της αναδιάρθρωσης είναι ιδιαίτερα σημαντική. Tο ελληνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας ανέρχεται σε 35,95 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 16% του ΑΕΠ, εντάσσοντας τη δημόσια χρηματοδότηση σε ένα περισσότερο συγκεντρωτικό πλαίσιο ευρωπαϊκού οικονομικού συντονισμού και παραγωγικού μετασχηματισμού.

Παραγωγή συναίνεσης, αναπαραγωγή ηγεμονίας

Το κράτος και οι υπερεθνικοί θεσμοί δεν λειτουργούν, συνεπώς, ως ουδέτεροι διαχειριστές ενός αφηρημένου γενικού συμφέροντος. Αποτελούν πεδία στα οποία ορισμένες κοινωνικές στρατηγικές ενισχύονται, ενώ άλλες περιορίζονται ή περιθωριοποιούνται. Το κυρίαρχο μπλοκ εξουσίας δεν είναι απλώς μια κυβερνητική ή εκλογική συμμαχία, αλλά η συνάρθρωση οικονομικών συμφερόντων, κρατικών μηχανισμών και ιδεολογικών φορέων που οργανώνουν έναν σχετικά σταθερό κοινωνικό συσχετισμό. Μέσα από αυτή τη συνάρθρωση οι ιδιαίτερες στρατηγικές και προτεραιότητες των κυρίαρχων κοινωνικών δυνάμεων αποκτούν καθολικό χαρακτήρα, παρουσιάζονται ως εκφράσεις του γενικού συμφέροντος και ενσωματώνονται στον κυρίαρχο «κοινό νου». Κατ’ αυτόν τον τρόπο, παράγεται κοινωνική συναίνεση, νομιμοποιούνται οι υφιστάμενες σχέσεις ισχύος και αναπαράγεται η κυρίαρχη ηγεμονία, διαμορφώνοντας τους όρους μέσα στους οποίους αντιλαμβάνεται η ίδια η κοινωνία το πολιτικά εφικτό και το κοινωνικά αναγκαίο.

Κατά συνέπεια, η αναπαραγωγή αυτού του ευρωπαϊκού και εθνικού πλαισίου εξουσίας δεν στηρίζεται μόνο στους θεσμούςή στους οικονομικούς μηχανισμούς, αλλά πρωτίστως στην ικανότητα του κυρίαρχου κοινωνικού μπλοκ να οργανώνει την ιδεολογική συναίνεση και να παρουσιάζει τις στρατηγικές του επιλογές ως φυσικές, αναγκαίες και χωρίς εναλλακτική. Η ισχύς της κυρίαρχης ιδεολογίας δεν αρκεί, από μόνη της, για να εξηγήσει την κρίση της Αριστεράς. Εξίσου καθοριστική υπήρξε η σταδιακή αποδυνάμωση της οργανικής σχέσης της με την εργασία, τις τοπικές κοινωνίες, τη νεολαία και τα κοινωνικά κινήματα, καθώς και η μετατόπισή της από τον κοινωνικό μετασχηματισμό προς τη διαχείριση των κυρίαρχων θεσμικών και οικονομικών περιορισμών. Έτσι, περιορίστηκε η ικανότητά της να συγκροτήσει ένα ανταγωνιστικό ιστορικό μπλοκ και να διεκδικήσει ιδεολογική πρωτοβουλία.

Το αποτέλεσμα είναι βαθύτερο από μια κομματική κρίση. Οι κοινωνικές αντιθέσεις οξύνονται, αλλά δεν αποκτούν συλλογική πολιτική μορφή. Οι σημαντικότερες κοινωνικές κινητοποιήσεις των τελευταίων ετών αναπτύχθηκαν σε μεγάλο βαθμό έξω από τους παραδοσιακούς κομματικούς μηχανισμούς, αποκαλύπτοντας την κρίση όχι μόνο της κομματικής εκπροσώπησης αλλά και των ίδιων των μορφών πολιτικής διαμεσολάβησης. Όταν η κοινωνική σύγκρουση δεν μετασχηματίζεται σε πολιτικό σχέδιο, το κενό εκπροσώπησης τείνει να καλυφθεί ευκολότερα από τεχνοκρατικές, λαϊκιστικές ή ακροδεξιές εκδοχές της πολιτικής.

Ανάγκη για μια Αριστερά-κοινωνικό διανοούμενο

Γι’ αυτό η ανασυγκρότηση της Αριστεράς δεν μπορεί να περιοριστεί σε νέους κομματικούς φορείς (όπως ΕΛ.Α.Σ του Αλ. Τσίπρα) ή εκλογικές συμπράξεις πρόσκαιρου/ευκαιριακού χαρακτήρα. Το διακύβευμα είναι η συγκρότηση ενός νέου ιστορικού μπλοκ, ικανού να μετατρέψει τις σύγχρονες κοινωνικές αντιθέσεις σε κοινωνική και πολιτική ηγεμονία. Αυτό προϋποθέτει μια Αριστερά που θα λειτουργεί ως συλλογικός διανοούμενος: όχι ως φορέας έτοιμων αληθειών, αλλά ως δύναμη που οργανώνει την εμπειρία των υποτελών τάξεων, παράγει έναν νέο «κοινό νου» και αντιπαραθέτει μια εναλλακτική αντίληψη του κόσμου απέναντι στους οργανικούς διανοουμένους του κράτους, της αγοράς και των κυρίαρχων θεσμών.

Η πρόκληση αυτή αφορά εξίσου και τη νέα γενιά. Η ψηφιακή επικοινωνία, η επισφαλής εργασία, η στεγαστική αβεβαιότητα και ο κατακερματισμός των συλλογικών δεσμών αποτελούν πλέον το πεδίο μέσα στο οποίο συγκροτείται η πολιτική εμπειρία. Η Αριστερά δεν καλείται να προσαρμοστεί στον κυρίαρχο «κοινό νου», αλλά να τον αμφισβητήσει, μετασχηματίζοντας τις καθημερινές εμπειρίες του κόσμου της εργασίας, της νεολαίας και των λαϊκών στρωμάτων σε κριτική κοινωνική συνείδηση και συλλογικό πολιτικό σχέδιο.

Συνεπώς, η κρίση των πολιτικών κομμάτων δεν αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία της δημοκρατικής κρίσης· αποτελεί την πολιτική έκφραση μιας βαθύτερης αδυναμίας συγκρότησης μιας αντίπαλης ηγεμονίας. Όσο οι συγκρούσεις γύρω από την εργασία, την ιδιοκτησία, την αναδιανομή του πλούτου και την άσκηση της εξουσίας παραμένουν χωρίς συλλογική πολιτική έκφραση, η κρίση της αντιπροσώπευσης θα αναπαράγεται, ανεξάρτητα από την εναλλαγή κυβερνήσεων ή την εμφάνιση νέων κομματικών σχηματισμών.

Επομένως, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι η αναδιάταξη του κομματικού συστήματος, αλλά η συγκρότηση ενός νέου κοινωνικού και πολιτικού συσχετισμού, ικανού να αμφισβητήσει την κυρίαρχη ηγεμονία και να επανανοηματοδοτήσει τη δημοκρατία όχι ως μηχανισμό εναλλαγής κυβερνήσεων, αλλά ως διαδικασία συλλογικής χειραφέτησης και κοινωνικού μετασχηματισμού.

Φωτό: Γιώργος Κονταρίνης / Eurokinissi