Όπως έχω ενημερώσει, λόγω ακαδημαϊκών υποχρεώσεων αυτή η στήλη θα ολοκληρώσει τον κύκλο της στο τέλος του χρόνου. Προτιμώ να αφιερώσω τα περισσότερα από τα εναπομείναντα σημειώματα σε αυτό που θεωρούσα και θεωρώ το πιο χρήσιμο: την αναζήτηση των αδυναμιών της καθ’ ημάς Αριστεράς και τη διατύπωση προτάσεων που, κατά τη γνώμη μου, συμβάλλουν στην υπέρβασή τους. Δεν θέλω να υποτιμώ την ανάγκη της κριτικής στους κυβερνώντες, κάτι το οποίο δεν έχω ποτέ παραλείψει. Απλώς, θεωρώ ότι αυτή η τελευταία προσφέρεται αφειδώς, ενώ η ειλικρινής και διεισδυτική κριτική των δικών μας λαθών υστερεί. Στο παρόν σημείωμα θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή ακριβώς στον τρόπο που ασκούμε πολύ συχνά κριτική στους κυβερνώντες.

Ο ρόλος της θεσμικής αντιπολίτευσης και των κοινωνικών κινημάτων είναι, μεταξύ άλλων, να επισημαίνουν τα κακώς κείμενα, να ασκούν δηλαδή κριτική στους υπεύθυνους, στις Αρχές. Και καλώς το κάνουν. Η κριτική τους συνήθως «σκληραίνει» όταν «τα πράγματα πηγαίνουν κατά διαόλου». Και πολύ καλά κάνει. Οι κυβερνώντες κατηγορούν τελετουργικά την αντιπολίτευση και τα κινήματα για λαϊκισμό, κάτι που τις περισσότερες φορές θα πρέπει να μας αφήνει αδιάφορους/ες. Εκείνο όμως που θα πρέπει να μας απασχολεί σοβαρά είναι η απήχηση που έχει αυτή η κριτική. Συνήθως, ο άτυπος ανταγωνισμός μεταξύ των αντιπολιτευόμενων, εντός και εκτός των θεσμών, απογειώνει την κριτική, οδηγώντας στην εμπέδωση μιας καταστροφολογίας. Φυσικά καταστροφές συμβαίνουν. Και δικαιούμαστε να καταστροφολογούμε όταν αντιμετωπίζουμε τέτοια οικονομική, πολιτική, περιβαλλοντική και δημογραφική παρακμή. Το θέμα όμως δεν είναι μόνο αν το δικαιούμαστε. Δεν είναι μόνο ηθικό το ζήτημα. Είναι και πολιτικό. Πετυχαίνει τον στόχο της αυτή η κριτική; Πολλές φορές όχι. Πολλές φορές αναρωτιόμαστε: «καλά δεν βλέπουν τι συμβαίνει;», «δεν βλέπουν τι θα σημάνει αν αυτό περάσει;», κ.ά.

Δεν προβληματοποιούμε ποτέ την καταστροφολογία. Αρκούμαστε στο ότι έχουμε δίκιο. Δεν θα επανέλθω εδώ στην κριτική μου στη συνήθεια της ταυτοτικής Αριστεράς να προσκολλάται στο δίκιο της ακόμα και αν δεν τη βοηθά να πετύχει τους στόχους της, ούτε στις ηθικές καταδίκες των άλλων όταν συμβαίνει αυτό. Θα μείνω αυστηρά στο ζήτημα της πολιτικής ρητορικής και στο πώς αυτή γίνεται αντιληπτή από τους πολίτες. (Δυστυχώς, η καθ’ ημάς Αριστερά δεν έχει χωνέψει ακόμα ότι η πολιτική ρητορική –η ικανότητα πειθούς– είναι αυτοτελής παράγοντας και δεν είναι αντανάκλαση του δίκιου ή ακόμα και των θέσεων. Ομοίως, δεν έχει ακόμα χωνέψει ότι μιλάμε με ανθρώπους που αυτοί αποφασίζουν για το εύρος της απήχησής μας –δεν αποφασίζει η Ιστορία που «θα μας δικαιώσει»).

Εδώ και χρόνια διεξάγω έρευνες πάνω στο συνδικαλιστικό κίνημα και έχω συζητήσει εκτενώς το θέμα της καταστροφολογίας με συνδικαλιστές/στριες. Αναγνωρίζουν ότι προσπαθούν να μην καταφεύγουν σε τέτοιο λόγο, αν και συχνά δεν μπορούν να το αποφύγουν. Ένας από τον ιδιωτικό τομέα μου είπε χαρακτηριστικά: «Είναι μια λεπτή γραμμή, πότε αρχίζεις και γίνεσαι κριντζ και πότε περιγράφεις μια πραγματικότητα. Γιατί αυτό που ζούμε τα τελευταία χρόνια είναι μια λαίλαπα, μια καταστροφή, ένας Αρμαγεδδώνας. Δεν χρειάζεται όμως να το λες και κάθε 15 λέξεις». Μία συνδικαλίστρια του δημοσίου το θέτει ως εξής: «Όταν παρουσιάζεις κάτι χειρότερο από ό,τι είναι, ο εργαζόμενος που το βλέπει σε βλέπει ως γραφικό, χάνεις την αξιοπιστία σου». Τέλος, ένας άλλος μελετητής του εργατικού κινήματος αναφέρει: «Όταν ακούω στις διαδηλώσεις το τραγούδι “Έρχονται χρόνια δύσκολα” μου έρχεται να βρίσω».

Από κοντά και τα κόμματα, τα τελευταία χρόνια ανακυκλώνουν την ίδια φράση: «Ο μισθός τελειώνει στις 15 του μήνα» (ή 18, 19, 20, ανάλογα). Αυτό σημαίνει ότι κάθε μέσο νοικοκυριό χρεώνεται κάθε μήνα σε άλλους πολλά λεφτά. Κάτι τέτοιο θα είχε οδηγήσει σε κοινωνική έκρηξη. Όμως, καμία έκρηξη αντίστοιχη αυτού του προβλήματος δεν έλαβε χώρα. Προφανώς, η εν λόγω φράση συνιστά μια υπερβολή που δεν απηχεί την πραγματικότητα της συντριπτικής πλειονότητας των Ελλήνων πολιτών, χωρίς αυτό καθόλου να αναιρεί τις εντεινόμενες δυσχέρειες ενός αυξανόμενου μέρους της κοινωνίας μας. Ομοίως, δεν ενσωματώνει τις ίδιες τις απαντήσεις που δίνουν οι πολίτες σε αυτές τις δυσκολίες. Συγκεκριμένα, δεν υπάρχει αυτό το υποκείμενο που παίρνει 800 ευρώ και δίνει πάνω από 400 για νοίκι (μένοντας μόνο του προφανώς), απλά γιατί α) μπορεί να μένει σε ιδιόκτητο σπίτι, β) να μένει μαζί με άλλο/α άτομο/α, γ) να κάνει και άλλη δουλειά για να βγάζει παραπάνω χρήματα, δ) να λαμβάνει βοήθεια από άλλα άτομα. Αυτά τουλάχιστον είναι τα συμπεράσματα έρευνας που διεξήγα σε δείγμα εργαζομένων 20-40 ετών. (Φυσικά, καθόλου δεν σημαίνει ότι οι ως άνω εναλλακτικές αναιρούν τη δεινή κατάσταση της ελληνικής οικονομίας).

Τι κακό όμως έχει να λέμε και καμιά υπερβολή πού και πού; Καμία. Αλλά το να βασίζουμε τη ρητορική μας σε τέτοιες υπερβολές είναι καταστροφικό, γυρίζει μπούμερανγκ, γιατί: 1) οι άνθρωποι που δεν βλέπουν τον εαυτό τους σε αυτό θεωρούν ότι δεν μιλάς γι’ αυτούς, 2) αν σε πιστέψουν, θεωρούν ότι ευτυχώς οι ίδιοι είναι σε καλύτερη μοίρα, 3) αν δεν σε πιστέψουν, θεωρούν ότι είσαι αναξιόπιστος, 4) ούτως ή άλλως η ακατάσχετη καταστροφολογία φοβίζει, κουράζει και/ή αυξάνει τον κυνισμό (εδώ ο ρασιοναλισμός της Αριστεράς αγνοεί την πολυπλοκότητα και τα σκότη της ανθρώπινης ψυχής), 5) οι λέξεις χάνουν το περιεχόμενό τους και οι πολίτες χάνουν την αίσθηση του μείζονος και του ελάσσονος –η πραγματικότητα γίνεται σχετική. Κοντολογίς, η καταστροφολογία δεν φέρνει πιο κοντά την επανάσταση, είναι η ίδια αντεπαναστατική.