Στις 16 Οκτωβρίου 1934 ξεκινά η Μεγάλη Πορεία, ένα κορυφαίο πολιτικοστρατιωτικό γεγονός που σφράγισε την ιστορία του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας. Μέσα από αυτή αναδείχθηκε, παράλληλα, το άστρο του Μάο Τσετούνγκ, ο οποίος θα εξελισσόταν στον κυρίαρχο ηγέτη του κινεζικού κομμουνιστικού κινήματος τις επόμενες δεκαετίες .
Πρόκειται για μια στρατιωτική υποχώρηση μέσα από την οποία δυνάμεις του Κόκκινου Στρατού κατάφεραν να ξεφύγουν από την εξόντωση που τους επιφύλασσαν οι εθνικιστές του Τσανγκ Κάι-σεκ και να ανασυνταχθούν στη βόρεια επαρχία της Σαανσί. Μια εξαντλητική διαδρομή χιλιάδων χιλιομέτρων, μέσα από ποτάμια, οροσειρές, πείνα και αδιάκοπη καταδίωξη. Μια πορεία που στοίχισε τεράστιες απώλειες αναλογικά μεγαλύτερες και από αυτές της υποχώρησης του Γαλλικού στρατού από την Ρωσία, αλλά διατήρησε ζωντανή τη δυνατότητα επιβίωσης και ανασυγκρότησης.
Η Κίνα στις αρχές του 20ου αιώνα
Παρότι η Μεγάλη Πορεία απέκτησε μυθικές διαστάσεις, ιδίως μετά το 1949 και την επικράτηση του Κομμουνιστικού Κόμματος στην ηπειρωτική Κίνα, για να την κατανοήσουμε είναι αναγκαίο να δούμε το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο συντελέστηκε.
Η Κίνα υποδεχόταν τον 20ό αιώνα ως μια χώρα κυρίως αγροτική, που δεν είχε καταφέρει να εκβιομηχανιστεί στον βαθμό της γειτονικής Ιαπωνίας. Η πλειονότητα του πληθυσμού ήταν αγρότες, ο αναλφαβητισμός ήταν εκτεταμένος και η χώρα βρισκόταν ακόμη υπό την εξουσία της παρακμάζουσας δυναστείας των Τσινγκ. Η διαφθορά, οι κοινωνικές ανισότητες και οι συνεχείς υποχωρήσεις απέναντι στις ξένες δυνάμεις υπονόμευαν το κύρος της μοναρχίας.Την ίδια στιγμή, η Ιαπωνία πλησίαζε επικίνδυνα τη δοκιμαζόμενη Κίνα. Η νίκη της στον Πρώτο Σινοϊαπωνικό Πόλεμο, το 1894–1895, είχε δείξει πόσο είχε αλλάξει ο συσχετισμός δυνάμεων στην περιοχή. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες ενισχύθηκαν τα επαναστατικά και δημοκρατικά κινήματα που ζητούσαν την αποτίναξη της μοναρχίας.
Πατέρας της κινεζικής δημοκρατίας θεωρείται ο Σουν Γιατ-σεν. Η Επανάσταση του 1911 άνοιξε τον δρόμο για την ανακήρυξη της Δημοκρατίας της Κίνας, την 1η Ιανουαρίου 1912, με τον ίδιο προσωρινό πρόεδρο. Τον Φεβρουάριο ακολούθησε η παραίτηση του τελευταίου αυτοκράτορα. Η ανατροπή, όμως, της μοναρχίας δεν έλυσε αυτομάτως τα προβλήματα της χώρας. Ο Σουν παρέδωσε σύντομα την προεδρία στον Γιουάν Σικάι και η Κίνα μπήκε σε νέα περίοδο, πολιτικών συγκρούσεων και κατακερματισμού με την κεντρική εξουσία να εξασθενεί .
Το Κουομιντάνγκ, το Εθνικιστικό Κόμμα που συγκροτήθηκε το 1912 με τη συμμετοχή του Σουν και άλλων πολιτικών δυνάμεων, κέρδισε τις περισσότερες έδρες στις εκλογές του 1912–1913. Η κοινοβουλευτική προοπτική, ωστόσο, δεν κατάφερε να εδραιωθεί.
Από την πολιτική συνεργασία στην ρήξη
Τα επόμενα χρόνια, ο Σουν αναζήτησε στηρίγματα για την ενοποίηση της χώρας. Το 1923–1924 προχώρησε σε συνεργασία με τη Σοβιετική Ένωση και το νεοσύστατο Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας, διαμορφώνοντας το Πρώτο Ενωμένο Μέτωπο. Δέχτηκε την προσχώρηση των κομμουνιστών στο Κουομιντάνγκ ως μεμονωμένων μελών, ενώ η σοβιετική πλευρά παρείχε συμβούλους, στρατιωτική και οργανωτική υποστήριξη.
Με τον θάνατο του Σουν Γιατ-σεν, το 1925, ο ανταγωνισμός για την εξουσία οξύνθηκε. Μέσα από αυτή τη διαπάλη αναδείχθηκε ο Τσανγκ Κάι-σεκ. Η συνεργασία με τους κομμουνιστές δεν διαλύθηκε αμέσως, αλλά οδηγήθηκε στην οριστική ρήξη το 1927, με τις αιματηρές διώξεις στη Σαγκάη και αλλού. Από τότε, οι εθνικιστές και οι κομμουνιστές θα βρεθούν σε αντίπαλα στρατόπεδα. Ο Τσανγκ και ο Μάο θα εξελιχθούν στους δύο άσπονδους εχθρούς που θα σφραγίσουν την πορεία της Κίνας τα επόμενα 25 χρόνια.
Οι εκστρατείες περικύκλωσης των εθνικιστών
Βασική πτυχή της πολιτικής του Τσανγκ Κάι-σεκ γίνεται πλέον η εξόντωση των κομμουνιστικών δυνάμεων. Την περίοδο 1930–1934 εξαπολύει διαδοχικές εκστρατείες περικύκλωσης, αξιοποιώντας την υπεροχή του σε άνδρες και πολεμικό υλικό, αλλά και τη βοήθεια Γερμανών στρατιωτικών συμβούλων.
Παρά τις αρχικές επιτυχίες του Κόκκινου Στρατού, ο Μάο βρέθηκε στο στόχαστρο της τότε ηγεσίας. Η επιμονή του στον ανταρτοπόλεμο, στους ευέλικτους ελιγμούς και στην αποφυγή δυσμενών αναμετρήσεων αντιμετωπίστηκε ως υπερβολική επιφυλακτικότητα. Η υποχώρηση μπροστά σε ισχυρότερο αντίπαλο ερμηνευόταν από τους επικριτές του ως ατολμία. Το 1932, στη σύσκεψη του Νινγκντού, απομακρύνθηκε από την ενεργό στρατιωτική καθοδήγηση και η επιρροή του στις κρίσιμες αποφάσεις περιορίστηκε. Δεν έχασε, πάντως, συλλήβδην όλα τα κομματικά και πολιτικά του αξιώματα.
Οι επιλογές της ηγεσίας που επικράτησε, ιδιαίτερα κατά την πέμπτη εκστρατεία περικύκλωσης, αποδείχθηκαν ολέθριες. Η προσήλωση στην άμυνα σταθερών θέσεων και στις μετωπικές συγκρούσεις έφερε τον Κόκκινο Στρατό να πολεμά με όρους που ευνοούσαν τον αντίπαλό του. Απέναντι στην υπεροπλία των εθνικιστών, ιδίως σε πυροβολικό και άλλα σύγχρονα μέσα, οι κομμουνιστικές δυνάμεις αιμορραγούσαν.
Η πέμπτη εκστρατεία, που άρχισε το 1933 και κορυφώθηκε το 1934, έσφιγγε όλο και περισσότερο τον κλοιό γύρω από την κομμουνιστική βάση της Τζιανγκσί. Με συστηματικό αποκλεισμό και δίκτυο οχυρώσεων, ο Τσανγκ επιχειρούσε να τελειώσει μια και καλή με την κομμουνιστική απειλή. Η παραμονή στην περιοχή απειλούσε πλέον να οδηγήσει στην ολοκληρωτική καταστροφή.
Η αρχή μιας απίστευτης πορείας
Σε αυτό το πλαίσιο, η κομμουνιστική ηγεσία αποφασίζει την υποχώρηση. Ο αρχικός σχεδιασμός αποβλέπει στη συνένωση με άλλες κομμουνιστικές δυνάμεις. Σύμφωνα με την αφήγηση της «Μηχανής του Χρόνου», προορισμός ήταν ο θύλακας του Σανγκτζί, περίπου 700 χιλιόμετρα μακριά. Η απόσταση αυτή αφορά τον αρχικό σχεδιασμό και όχι την τελική κατάληξη στη Σαανσί. Κανείς ακόμη δεν μπορούσε να γνωρίζει πόσο μακρύς θα γινόταν ο δρόμος.
Στις 16 Οκτωβρίου 1934 ξεκινά η Μεγάλη Πορεία. Οι μαχητές εγκαταλείπουν τις βάσεις τους, κουβαλώντας τον οπλισμό και τα λιγοστά τους εφόδια. Μπροστά τους ανοίγεται μια διαδρομή περίπου ενός χρόνου, με αδιάκοπες μετακινήσεις, σκληρές συγκρούσεις και εξαντλητικές κακουχίες. Δεν επρόκειτο για μια προσχεδιασμένη προέλαση άλλα για ένα διαρκή αγώνα επιβίωσης, στον οποίο οι προορισμοί άλλαζαν, οι διαδρομές ανατρέπονταν και κάθε απόφαση μπορούσε να κρίνει την τύχη ολόκληρης της στρατιάς.
Η πρώτη μεγάλη δοκιμασία ήρθε στα τέλη Νοεμβρίου του 1934, όταν ο Κόκκινος Στρατός επιχείρησε να διασχίσει τον ποταμό Σιανγκ, στη νότια Κίνα. Οι εθνικιστικές δυνάμεις είχαν οργανώσει ισχυρές αμυντικές γραμμές, επιδιώκοντας να ανακόψουν την υποχώρησή του. Οι συγκρούσεις, από τις 25 Νοεμβρίου έως τις αρχές Δεκεμβρίου, υπήρξαν εξαιρετικά αιματηρές. Οι κομμουνιστικές δυνάμεις κατάφεραν τελικά να διασπάσουν τον κλοιό, αλλά με τρομακτικό τίμημα. Από τους περίπου 86.000 άνδρες που είχαν ξεκινήσει τη Μεγάλη Πορεία, απέμεναν πλέον περίπου 30.000. Η καταστροφή ανέδειξε τις αδυναμίες της στρατηγικής που είχε επιβάλει η τότε ηγεσία, με τις δυσκίνητες φάλαγγες και την εμπλοκή σε πολυήμερες συγκρούσεις με υπέρτερες δυνάμεις.
Η δικαίωση των θέσεων του Μάο
Φτάνοντας ο Κόκκινος Στρατός στην πόλη Ζουνγί, γνωστή και ως Τσουνγί, της επαρχίας Γκουιζόου, πραγματοποιήθηκε, στις 15–17 Ιανουαρίου 1935, διευρυμένη σύσκεψη του Πολιτικού Γραφείου. Οι προηγούμενες στρατιωτικές επιλογές δέχτηκαν σφοδρή κριτική και οι θέσεις του Μάο για τον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου κέρδισαν ξανά έδαφος. Η σύσκεψη δεν τον έκανε αυτομάτως απόλυτο κυρίαρχο, αλλά αποτέλεσε αποφασιστικό σταθμό στην επάνοδό του στα ανώτερα κλιμάκια της ηγεσίας. Από τότε απέκτησε βαθμιαία μεγαλύτερο έλεγχο στη στρατιωτική καθοδήγηση και, στη συνέχεια, στο ίδιο το κόμμα.
Κατά τη διάρκεια αυτής της απίστευτης πορείας, ο Μάο, αυτοδίδακτος στρατηγός, έδειξε την ικανότητά του στην επιχειρησιακή ευκινησία και στους ευφυείς ελιγμούς. Μαζί με τους υπόλοιπους διοικητές, επιδίωκε να διαφεύγει από τις κυκλωτικές κινήσεις των εθνικιστών, να παραπλανά τον αντίπαλο και να αποφεύγει μεγάλες μάχες εκ παρατάξεως όταν οι συσχετισμοί ήταν συντριπτικά δυσμενείς.
Είχε ιεραρχήσει ως πρώτο και βασικό στόχο την επιβίωση των δυνάμεών του. Για να υπάρξει επόμενη μάχη, έπρεπε πρώτα να υπάρχει στρατός ικανός να τη δώσει. Η ανασυγκρότηση προϋπέθετε ότι ένας πυρήνας μαχητών και στελεχών θα έβγαινε ζωντανός από τον κλοιό.
Οι επιζώντες και η επόμενη ημέρα
Τον Οκτώβριο του 1935, ύστερα από χιλιάδες χιλιόμετρα, οι δυνάμεις που ακολούθησαν τον Μάο έφτασαν στη βόρεια Σαανσί. Από τις δεκάδες χιλιάδες που είχαν ξεκινήσει, είχαν απομείνει μόνο μερικές χιλιάδες. Οι αριθμοί διαφέρουν ανάλογα με την πηγή και τον τρόπο καταμέτρησης· συχνά αναφέρονται περίπου 6.000–8.000 στο τέλος της συγκεκριμένης διαδρομής. Δεν ήταν, όμως, οι μοναδικές κομμουνιστικές δυνάμεις που εξακολουθούσαν να υπάρχουν στην Κίνα.
Από στρατιωτικής απόψεως, οι απώλειες ήταν συντριπτικές. Όμως, ακριβώς μέσα σε αυτή την καταστροφή βρίσκεται η σημασία του κατορθώματος: η εξόντωση δεν ολοκληρώθηκε. Η κομμουνιστική ηγεσία διατήρησε έναν πυρήνα και μια βάση εξόρμησης γύρω από τον οποίο μπορούσε να οικοδομηθεί ξανά η δύναμή της.
Η ιστορία δικαίωσε τελικά την επιλογή του Μάο. Οι Ιαπωνικές επεκτατικές βλέψεις άλλαξαν δραματικά τα δεδομένα. Το επεισόδιο της Σιάν, το 1936, άνοιξε τον δρόμο για νέα προσέγγιση εθνικιστών και κομμουνιστών απέναντι στην Ιαπωνική απειλή. Το 1937, με την έναρξη του γενικευμένου Σινοϊαπωνικού Πολέμου, συγκροτήθηκε το Δεύτερο Ενωμένο Μέτωπο, με στόχο την ανάσχεση της ιαπωνικής επίθεσης. Στα χρόνια που ακολούθησαν, οι κομμουνιστικές δυνάμεις ανασυγκροτήθηκαν και διευρύνθηκαν. Οι επιζώντες της Μεγάλης Πορείας, μαζί με άλλες μονάδες και νέους μαχητές, αποτέλεσαν το πυρήνα του στρατού που θα διεκδικούσε την εξουσία μετά την ήττα της Ιαπωνίας. Η τελική επικράτηση στον εμφύλιο θα επέτρεπε στον Μάο να ανακηρύξει, την 1η Οκτωβρίου 1949, τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας.
Η εμπειρία αυτών των χρόνων άφησε το αποτύπωμά της και στη στρατιωτική σκέψη του Μάο. Στο στρατιωτικό εγχειρίδιο «Περί ανταρτοπολέμου», που γράφτηκε το 1937, η συσσωρευμένη εμπειρία της επαναστατικής πάλης και των ελιγμών της Μεγάλης Πορείας συναντά τις ανάγκες του πολέμου κατά της Ιαπωνίας. Το έργο εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα κείμενα για τον ανταρτοπόλεμο που διδάσκεται μέχρι και σήμερα σε στρατιωτικές ακαδημίες σε όλη την υφήλιο.
Στις σελίδες του βασικά στοιχεία του είναι η ευκινησία, η πρωτοβουλία κινήσεων , η στήριξη του πληθυσμού και η σύνδεση στρατιωτικού αγώνα και πολιτικού στόχου και η μεθοδολογία μετάβασης από τον ανταρτοπόλεμο σε μάχες εκ παρατάξεως με τακτικό στρατό. Ο ανταρτοπόλεμος παρουσιάζεται σε συνδυασμό με τη δράση τακτικών δυνάμεων, ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής. Το ερώτημα που διατρέχει το έργο είναι το ίδιο που είχε τεθεί με τον πιο δραματικό τρόπο στη Μεγάλη Πορεία: πώς ένας ασθενέστερος στρατός μπορεί να αποφύγει τη συντριβή, να ανασυγκροτηθεί παρενοχλώντας τον αντίπαλο και να διεκδικήσει τελικά τη νίκη στα πεδία των μαχών.
Βιβλιογραφία και διαδικτυακές πηγές
- Μάο Τσετούνγκ. Περί ανταρτοπολέμου. Ελληνική έκδοση. Πρωτότυπο έργο: 1937.
- Columbia University, Asia for Educators. «Selections from On Guerrilla Warfare (1937), by Mao Zedong».
- Παπασωτηρίου, Χαράλαμπος. Η Κίνα: Από την ουράνια αυτοκρατορία στην ανερχόμενη υπερδύναμη του 21ου αιώνα. Ποιότητα, 2013.





