Τρεις εποχές, τρεις ιστορίες. Το 1908 η Γκρέτε θέλει να σπουδάσει βοτανολογία. Μόνο που εκείνα τα χρόνια οι σπουδές ήταν σχεδόν απαγορευμένες στις γυναίκες. Έτσι πρέπει να κάνει πολλαπλάσιες προσπάθειες για να τα καταφέρει. Στη συνέχεια, μαθαίνει την τέχνη της φωτογραφίας, ένα άλλο ανδροκρατούμενο κάστρο. Στο φινάλε να χρησιμοποιήσει την τέχνη στην υπηρεσία της επιστήμης.

Το 1972, μια εποχή κοινωνικού αναβρασμού, η Γκουντούλα μελετά τις αισθήσεις και τις αντιδράσεις των φυτών θέλοντας να αποδείξει ότι κι αυτά διαθέτουν κάποια μορφή νοημοσύνης. Ένας συμφοιτητής της, ο Τόμας, που είναι κρυφά ερωτευμένος μαζί της, τη βοηθά στα πειράματά της.

Το 2020 ο νευρολόγος Τόνι Γουόνγκ έρχεται από το Χονγκ Κονγκ ως επισκέπτης καθηγητής σε ένα γερμανικό πανεπιστήμιο. Όμως ξεμένει στον χώρο του πανεπιστημίου επειδή ξέσπασε η πανδημία του κορονοϊού. Όμως η απομόνωσή του γίνεται δημιουργική καθώς συζητά διαδικτυακά με τη γαλλίδα βοτανολόγο Αλίς Σοβάς και η νευρολογία συναντά τη βοτανολογία εξερευνώντας τη σχέση ανάμεσα τους ανθρώπους με τα φυτά.

Η σιωπηλή φίλη

Σιωπηλός παρατηρητής αλλά και συμμέτοχος στις επιστημονικές έρευνες των τριών ερευνητών στο βάθος των χρόνων είναι ένα τεράστιο αιωνόβιο γκίνγκο μπιλόμπα που παρατηρεί σιωπηλά τους ανθρώπους και τα όσα συμβαίνουν. Το δέντρο βρίσκεται στο βοτανικό κήπο του γερμανικού πανεπιστημίου του Μάρμπουργκ, χώρο όπου εκτυλίσσονται οι τρεις ιστορίες.

Η Ίλντικο Ένιεντι είναι η σκηνοθέτρια των χαμηλών τόνων και των εσωτερικών πνοών. Το ίδιο συμβαίνει και με τη «Σιωπηλή φίλη» (Stille freundin), μια σπονδυλωτή ταινία που πήρε το βραβείο καλύτερης ταινίας στο Φεστιβάλ του Βαγιαδολίδ.

Το σιωπηλό και επιβλητικό γκίνγκο μπιλόμπα γύρω από το οποίο κινούνται οι ήρωές της, μπορεί να μη μιλά, να μην κινείται αλλά συμμετέχει με τη σιωπή και την ακινησία του. Σαν να διδάσκει τους ανθρώπους, να τους δείχνει τρόπους να συναντήσουν ο ένας τον άλλον. Γιατί αυτό που κατά βάθος ψάχνουν οι απομονωμένοι, μοναχικοί κι απόμακροι ήρωες της Ένιεντι είναι η ανθρώπινη επικοινωνία, η επαφή.

Κι αν στην ιστορία της Γκρέτε είναι εμφανής η πρόθεσή της να μιλήσει για τη θέση των γυναικών και τους αγώνες που χρειάστηκε να δώσουν συχνά κατά μόνας για να κερδίσουν το αυτονόητο, εκείνο που ουσιαστικά επιδιώκει διεκδικώντας, είναι να μάθει, θεωρώντας τη γνώση ως ένα κλειδί για την ανθρώπινη επικοινωνία. Η Γκουντούλα από τη μεριά της, αν και μοιάζει εξωστρεφής, επιλέγει να πλησιάσει τον Τόμας χρησιμοποιώντας ως μέσο το γεράνι του πειράματός της. Ο καθηγητής Γουόνγκ μέσω των φυτών επικοινωνεί με την Αλίς, αλλά και μέσα από τον φυτικό κόσμο θα έρθει σε επικοινωνία με τον παράξενο επιστάτη του πανεπιστημίου που μοιάζει να παρακολουθεί με δυσπιστία τις κινήσεις του.

Και μεταξύ των ανθρώπων και του χρόνου στέκεται αγέρωχο το αρχαίο δέντρο. Η Γκρέτε το φωτογραφίζει, ο Τόμας στέκεται και διαβάζει στη σκιά του, ο Γουόνγκ συνδέει τα φύλα του με ηλεκτρόδια.

Καλά όλα αυτά αλλά τι καταδεικνύει εν τέλει η παρουσία του γκίνγκο;

Νομίζω ότι η Ένιεντι θέλει να σταθεί και να αναδείξει την υπόγεια δύναμη της φύσης και εν προκειμένω του σιωπηλού φυτικού κόσμου. Να υπενθυμίσει την κατώτερη θέση στην οποία βρίσκεται το αυτοαποκαλούμενο ανώτερο πλάσμα του πλανήτη.

Οι εικόνες της ουγγαρέζας σκηνοθέτριας κυλούν όμορφα. Μοιάζουν με απόμακρη μελωδία που συνοδεύει το ρυθμό ενός ποιήματος. Κυριαρχούν οι σιωπές, τα βλέμματα και οι κινήσεις. Η «Σιωπηλή φίλη» ανήκει σε εκείνη την κατηγορία των ταινιών που αποκαλείται «σινεφίλ» εννοώντας ταινίες «στριφνές» που απευθύνονται σε κάποιον κύκλο μυημένων! Δεν θα συμφωνήσω με αυτήν την άποψη. Όχι επειδή πρόκειται για μια ταινία χαλαρή και διασκεδαστική αλλά επειδή η Ένιεντι κατορθώνει να μιλήσει με αμεσότητα και ειλικρίνεια στο θεατή που τον παρασύρει από τις πρώτες εικόνες στο ρυθμό που θέλει.

Η ταινία γυρίστηκε με διαφορετικό φορμά ανάλογα με την εποχή στην οποία αναφέρεται η κάθε ιστορία. Σε ασπρόμαυρο 35 μμ το 1908, σε έγχρωμο 16 μμ το 1972 και σε ψηφιακό το 2020. Έτσι ώστε το κάθε φορμά να ταιριάζει καλύτερα στην εποχή που αναφέρεται.

Επίσης το αιωνόβιο γκίνγκο υπάρχει στον Βοτανικό Κήπο του Μάρμπουργκ και χρονολογείται από το 1832.

Αποκαλύψεις

Η ταινία που στο 83ο Φεστιβάλ Βενετίας χειροκροτήθηκε με ενθουσιασμό επί 25 λεπτά περίπου από το κοινό, στο μεγαλύτερης διάρκειας χειροκρότημα στην ιστορία του θεσμού.

Οι δημιουργοί του συγκλονιστικού ντοκιμαντέρ «Καμιά άλλη γη» (2024) Γιουβάλ Άμπραχαμ και Ρέιτσελ Σορ επανέρχονται με το εξίσου συγκλονιστικό ντοκιμαντέρ «ΝΑΖΑ» που γυριζόταν επί τρία χρόνια.
Σε μυστικές νυχτερινές συνομιλίες στις ταράτσες του Τελ Αβίβ, τα συστήματα πίσω από την οργανωμένη μαζική εξόντωση Παλαιστινίων αμάχων στη Γάζα από το Ισραήλ έρχονται στο φως από τις φωνές των ίδιων ανθρώπων που τα σχεδίασαν και χρησιμοποίησαν.

Οι Άμπραχαμ και Σορ συγκέντρωσαν μαρτυρίες από 24 ισραηλινούς στρατιωτικούς και στελέχη υπηρεσιών πληροφοριών, οι οποίοι εμφανίζονται ανώνυμα. Οι σκηνοθέτες είχαν προηγουμένως δημοσιεύσει μέρος των ερευνών τους δημοσιογραφικά, πριν τις μετατρέψουν σε κινηματογραφικό υλικό. Μεγάλο μέρος των συνεντεύξεων πραγματοποιήθηκε νύχτα, στις ταράτσες του Τελ Αβίβ, ώστε οι συμμετέχοντες να παραμένουν ανώνυμοι και η παραγωγή να πραγματοποιείται με διακριτικότητα.

Πάντως αμέσως μετά την παρουσίαση στη Βενετία, η ταινία βρέθηκε στο επίκεντρο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης. Ισραηλινοί κυβερνητικοί αξιωματούχοι κατηγόρησαν δημόσια τους δημιουργούς για «προδοσία», ενώ διατυπώθηκαν ακόμη και απειλές για αφαίρεση της ισραηλινής υπηκοότητάς τους. Οι αντιδράσεις αυτές οδήγησαν σε αυξημένα μέτρα ασφαλείας στις επόμενες δημόσιες προβολές.

Την εβδομάδα που ακολούθησε την πρεμιέρα της ταινίας, πάνω από χίλιοι ισραηλινοί σκηνοθέτες υπέγραψαν μια αίτηση υποστήριξης των Άμπραχαμ και Σορ, ως απάντηση σε μια «άνευ προηγουμένου εκστρατεία υποκίνησης» εναντίον των σκηνοθετών. Η αίτηση ανέφερε ότι «ο κεντρικός ρόλος της τέχνης και της δημοσιογραφίας είναι να αντικατοπτρίζουν την κοινωνία στην οποία υπάρχουν». 

Ο τίτλος NAZA προέρχεται από στρατιωτικό ακρωνύμιο που χρησιμοποιείται, σύμφωνα με την ταινία, για την εκτίμηση του αριθμού των αμάχων που αναμένεται να σκοτωθούν σε μια αεροπορική επίθεση. (από τα δελτία Τύπου).

ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

«Ντίγκερ» (Digger) του Αλεχάντρο Γ. Ιναρίτου: Ο πιο ισχυρός άνθρωπος στον κόσμο ξεκινά μια ξέφρενη αποστολή για να αποδείξει ότι είναι ο σωτήρας της ανθρωπότητας… πριν η καταστροφή που έχει προκαλέσει ο ίδιος καταστρέψει τα πάντα.

Η ιδέα για το φιλμ γεννήθηκε αμέσως μετά την «Επιστροφή» (2015). Ο σκηνοθέτης είχε πει το 2025 ότι τότε δεν είχε ακόμη σενάριο αλλά μια επίμονη ιδέα για τον χαρακτήρα του Ντίγκερ, και χρειάστηκαν περίπου δέκα χρόνια μέχρι να βρει τον κατάλληλο τρόπο να την αφηγηθεί.

«Το ημερολόγιο της Βέριτι» (Verity) του Μάικλ Σοουλγουόλτερ: Η Λόουεν Άσλι είναι μια συγγραφέας που χρειάζεται δουλειά, όταν ο Τζέρεμι Κρόφορντ επικοινωνεί μαζί της. Η σύζυγος του Τζέρεμι είναι η συγγραφέας μπεστ-σέλερ Βέριτι Κρόφορντ, και λόγω ενός μυστηριώδους ατυχήματος δεν μπορεί να ολοκληρώσει την επιτυχημένη σειρά βιβλίων της. Ο Τζέρεμι ζητά από τη Λόουεν να ολοκληρώσει τη σειρά, και ενώ εκείνη εργάζεται πάνω σε αυτήν, ανακαλύπτει ένα χειρόγραφο που εγείρει ερωτήματα σχετικά με την ψυχολογική υγεία της Βέριτι και τις πιθανές συνδέσεις με τις δημοσιεύσεις της.

«Η εξέγερση» (The uprising) του Πολ Γκρίνγκρας: Στην Αγγλία του 14ου αιώνα, που μαστίζεται από την πανώλη, ένας χωρικός πυροδοτεί μια εξέγερση εναντίον του βασιλιά Ριχάρδου Β’ και άθελά του γίνεται θρύλος της αντίστασης.

«Ντε Γκολ: Η ώρα της αντίστασης» (La bataille De Gaulle: L’age de fer) του Αντονίν Μποντρί: Ιούνιος 1940. Η Γαλλία καταρρέει και υπογράφει την ανακωχή. Μέσα στο χάος, ένας άνθρωπος αρνείται να παραδοθεί. Μόνος απέναντι στις αντιξοότητες, αυτός ο άγνωστος στρατηγός διαφεύγει στο Λονδίνο για να σώσει ό,τι έχει απομείνει από την ελευθερία. Χωρίς στρατό, χωρίς υποστήριξη, χωρίς ελπίδα. Όμως με μία παράλογη πεποίθηση: ότι η Γαλλία, η δική του Γαλλία, δεν έχει καταθέσει τα όπλα.

«Ο Tad και το μαγικό λυχνάρι» (Tadeo Jones y la lampara maravillosa) του Ενρίκε Γκάτο: Η Όλι, η ατρόμητη δίχρονη κόρη της Σάρα και του Ταντ, έχει μεταμορφώσει τον Ταντ σε υπερπροστατευτικό πατέρα, ενώ ο Μούμιας αισθάνεται παραμελημένος λόγω της προσοχής που λαμβάνει η κόρη. Όταν βρίσκουν το μαγικό λυχνάρι από τις Χίλιες και Μία Νύχτες στο Παλάτι του Μπάκιγχαμ, ο Μούμιας τού ζητά να ταξιδέψουν πίσω στον χρόνο στο Παϊτίτι του Περού, το 1502, τότε που ήταν νέος και όλοι τον αγαπούσαν. Ο Ταντ, η Σάρα και όλη η ομάδα θα πρέπει να ακολουθήσουν τον Μούμια στο παρελθόν, πριν αυτός αλλάξει την πορεία της ιστορίας. Το ταξίδι τους θα τους οδηγήσει πέρα από τον Ατλαντικό Ωκεανό, από το Περού στην Ελλάδα, και από εκεί βαθιά στη Μέση Ανατολή, μέχρι τη σπηλιά του Αλί Μπαμπά και των Σαράντα Κλεφτών.