φωτο: ΝΑΣΟΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ / EUROKINISSI
Υπάρχουν στιγμές που ένα μεμονωμένο γεγονός παύει να αφορά αποκλειστικά τους ανθρώπους που ενεπλάκησαν σε αυτό και μετατρέπεται σε καθρέφτη μιας ολόκληρης κοινωνίας. Η καταγγελλόμενη επίθεση εις βάρος μιας 24χρονης τρανς γυναίκας από τη Βραζιλία στη Μεσαιωνική Πόλη της Ρόδου είναι μία από αυτές τις στιγμές. Σύμφωνα με την καταγγελία, η νεαρή γυναίκα δέχθηκε επίθεση από ομάδα ανδρών τις πρώτες πρωινές ώρες, τραυματίστηκε σοβαρά στο πρόσωπο, ενώ τραυματίστηκε και η φίλη της όταν προσπάθησε να τη βοηθήσει. Οι δύο γυναίκες υπέβαλαν μήνυση και οι αρμόδιες αρχές διερευνούν τόσο τις συνθήκες της υπόθεσης όσο και το ενδεχόμενο η επίθεση να είχε τρανσφοβικό κίνητρο. Η τελική κρίση ανήκει προφανώς στη Δικαιοσύνη. Ωστόσο, ανεξάρτητα από την έκβαση της συγκεκριμένης υπόθεσης, το περιστατικό μάς υποχρεώνει να θέσουμε ένα ευρύτερο ερώτημα: γιατί η έμφυλη και η τρανσφοβική βία εξακολουθούν να εμφανίζονται με τέτοια ένταση ακόμη και σε δημοκρατικές κοινωνίες;
Η εύκολη απάντηση είναι να θεωρήσουμε κάθε τέτοιο περιστατικό έργο «κάποιων ακραίων». Είναι μια απάντηση καθησυχαστική, γιατί μας επιτρέπει να πιστεύουμε ότι η κοινωνία παραμένει κατά βάση υγιής και ότι το πρόβλημα εντοπίζεται αποκλειστικά σε λίγους βίαιους ανθρώπους. Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη. Η βία δεν γεννιέται τη στιγμή που κάποιος σηκώνει το χέρι του. Η φυσική επίθεση είναι σχεδόν πάντα το τελευταίο στάδιο μιας μακράς διαδικασίας κοινωνικής νομιμοποίησης. Πριν από τη βία προηγείται ο λόγος. Προηγείται η ειρωνεία απέναντι στη διαφορετικότητα, η γελοιοποίηση, η κανονικοποίηση του σεξισμού, η ιδέα ότι κάποιοι άνθρωποι αξίζουν λιγότερο σεβασμό από άλλους. Με άλλα λόγια, η βία δεν είναι μόνο πράξη· είναι και ιδεολογία.
Κάθε αυταρχική ιδεολογία, ανεξάρτητα από την ιστορική της μορφή, στηρίζεται στην ίδια θεμελιώδη παραδοχή: ότι οι άνθρωποι δεν έχουν την ίδια αξία. Δημιουργεί ιεραρχίες ανάμεσα στους «κανονικούς» και τους «αποκλίνοντες», στους «ισχυρούς» και τους «αδύναμους», σε εκείνους που δικαιούνται να ορίζουν τους κανόνες και σε εκείνους που οφείλουν να συμμορφώνονται. Από τη στιγμή που η ανθρώπινη αξιοπρέπεια παύει να θεωρείται καθολική και μετατρέπεται σε προνόμιο, η βία παύει να μοιάζει αδιανόητη. Δεν εμφανίζεται ξαφνικά· προετοιμάζεται μέσα από μια πολιτισμική διαδικασία κατά την οποία ο «άλλος» παύει σταδιακά να αντιμετωπίζεται ως ισότιμος άνθρωπος.
Ο κοινωνιολόγος Zygmunt Bauman περιέγραψε εύστοχα αυτόν τον μηχανισμό όταν ανέλυε τον τρόπο με τον οποίο οι σύγχρονες κοινωνίες διαχειρίζονται την ανασφάλεια και τον φόβο. Σε περιόδους οικονομικής, πολιτικής ή πολιτισμικής αβεβαιότητας, οι κοινωνίες αναζητούν συχνά αποδιοπομπαίους τράγους. Η διαφορετικότητα παρουσιάζεται ως απειλή, όχι επειδή είναι πράγματι επικίνδυνη, αλλά επειδή προσφέρει μια εύκολη εξήγηση για βαθύτερες κοινωνικές αγωνίες. Έτσι, η προκατάληψη παύει να αποτελεί προσωπική γνώμη και μετατρέπεται σε συλλογικό μηχανισμό αποκλεισμού. Όταν αυτός ο αποκλεισμός παγιωθεί, η μετάβαση από την περιφρόνηση στη βία γίνεται ευκολότερη. Η βία είναι το τελευταίο στάδιο μιας διαδικασίας που έχει ξεκινήσει πολύ νωρίτερα.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι γυναικοκτονίες, οι τρανσφοβικές επιθέσεις και η ομοφοβική βία δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως άσχετα μεταξύ τους περιστατικά. Δεν είναι το ίδιο φαινόμενο, έχουν όμως κοινή ιδεολογική μήτρα. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ο δράστης θεωρεί ότι διαθέτει το δικαίωμα να επιβληθεί πάνω σε κάποιον άλλον επειδή τον αντιλαμβάνεται ως κατώτερο, ως λιγότερο αυτόνομο ή ως απειλή απέναντι στη δική του θέση ισχύος. Στις γυναικοκτονίες, η γυναίκα τιμωρείται επειδή διεκδίκησε την αυτονομία της. Στις τρανσφοβικές επιθέσεις, το θύμα στοχοποιείται επειδή η ίδια του η ύπαρξη αμφισβητεί στερεότυπες αντιλήψεις για το φύλο. Στην ομοφοβική βία, η διαφορετικότητα εκλαμβάνεται ως προσβολή μιας δήθεν «φυσικής τάξης». Οι μορφές αλλάζουν· η λογική της κυριαρχίας παραμένει ίδια.
Αυτή η λογική συνδέεται άμεσα με την κρίση της σύγχρονης αρρενωπότητας. Τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, έχει αναπτυχθεί μια ολόκληρη βιομηχανία που υπόσχεται στους άνδρες ότι θα τους διδάξει πώς να γίνουν «άλφα», «υψηλής αξίας» ή «κυρίαρχοι». Dating coaches, podcasts και influencers παρουσιάζουν τις ανθρώπινες σχέσεις ως παιχνίδι εξουσίας και στρατηγικής. Οι γυναίκες αξιολογούνται με βάση το λεγόμενο body count, η ενσυναίσθηση παρουσιάζεται ως αδυναμία και η ισότητα ως απειλή απέναντι στην ανδρική ταυτότητα. Όταν η κυριαρχία παρουσιάζεται ως φυσικό χαρακτηριστικό του ανδρισμού, όταν η γυναίκα μετατρέπεται σε αντικείμενο αξιολόγησης και όταν η διαφορετικότητα αντιμετωπίζεται ως πρόκληση που πρέπει να «μπει στη θέση της», δημιουργείται ένα πολιτισμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο η απαξίωση του άλλου γίνεται λιγότερο σοκαριστική. Η κουλτούρα δεν προκαλεί αυτομάτως εγκλήματα· επηρεάζει όμως τα όρια του κοινωνικά αποδεκτού.
Η κοινωνιολόγος Raewyn Connell ονόμασε αυτό το κυρίαρχο πρότυπο «ηγεμονική αρρενωπότητα». Δεν πρόκειται απλώς για έναν τρόπο με τον οποίο εκπαιδεύονται οι άνδρες να συμπεριφέρονται. Πρόκειται για ένα σύστημα κοινωνικής εξουσίας που καθορίζει ποιος θεωρείται «πραγματικός άνδρας» και ποιος όχι. Στο πλαίσιο αυτό, ο άνδρας οφείλει να είναι σκληρός, αυτάρκης, ανταγωνιστικός, να μην εκφράζει ευαλωτότητα και να επιβεβαιώνει συνεχώς την κυριαρχία του. Όποιος αποκλίνει από αυτό το πρότυπο —γυναίκες, τρανς άτομα, ομοφυλόφιλοι αλλά και άνδρες που αρνούνται αυτή τη λογική— τοποθετείται χαμηλότερα στην άτυπη κοινωνική ιεραρχία. Έτσι, η ανισότητα δεν επιβάλλεται μόνο με τη βία· εγκαθίσταται πρώτα ως πολιτισμικός κανόνας.
Αν η οικογένεια είναι ο πρώτος χώρος κοινωνικοποίησης, το σχολείο είναι ο πρώτος δημόσιος θεσμός που διδάσκει στα παιδιά όχι μόνο γλώσσα, ιστορία ή μαθηματικά, αλλά και έναν τρόπο να αντιλαμβάνονται τον κόσμο. Η εκπαίδευση δεν μεταδίδει απλώς πληροφορίες· μεταδίδει αξίες, πρότυπα και αντιλήψεις για το τι θεωρείται φυσιολογικό, επιθυμητό και αποδεκτό. Γι’ αυτό και η συζήτηση γύρω από τα σχολικά εγχειρίδια δεν είναι ποτέ μια τεχνική ή στενά παιδαγωγική διαφωνία. Είναι βαθιά πολιτική, γιατί αφορά τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία επιλέγει να διαμορφώσει τους αυριανούς πολίτες της.
Η δημόσια αντιπαράθεση που προκλήθηκε γύρω από το νέο εγχειρίδιο Κοινωνικής και Πολιτικής Αγωγής για τη Γ΄ Γυμνασίου είναι ενδεικτική ακριβώς αυτής της σημασίας. Το βιβλίο έχει δεχθεί έντονη κριτική επειδή, σύμφωνα με τους επικριτές του, προσεγγίζει την έμφυλη βία με τρόπο που μετατοπίζει μέρος της συζήτησης στη συμπεριφορά των πιθανών θυμάτων. Οι αναφορές σύμφωνα με τις οποίες τα κορίτσια πρέπει να «αποφεύγουν τις κακοτοπιές» ή συγκεκριμένους «τύπους ανδρών», σε συνδυασμό με την έμφαση στη μεγαλύτερη σωματική δύναμη των ανδρών, επικρίθηκαν επειδή μετακινούν το επίκεντρο από τον θύτη προς το θύμα. Αντί η βία να παρουσιάζεται ως συνέπεια σχέσεων εξουσίας, έμφυλων στερεοτύπων και πατριαρχικών αντιλήψεων, δημιουργείται η εντύπωση ότι η ασφάλεια εξαρτάται πρωτίστως από τη σωστή συμπεριφορά εκείνου που κινδυνεύει.
Η διαφορά δεν είναι λεπτομέρεια. Όταν ένα κορίτσι, ένα ομοφυλόφιλο ή τρανς άτομο και οποιοσδήποτε άλλος κινδυνεύει από τον «άλφα άνδρα», μεγαλώνει ακούγοντας ότι οφείλει να προσέχει περισσότερο, να μη κυκλοφορεί μόνο του, να μην προκαλεί ή να αποφεύγει συγκεκριμένους ανθρώπους, μαθαίνει ότι η προστασία του αποτελεί πρωτίστως δική του ευθύνη. Αντίστοιχα, όταν ένα αγόρι δεν διδάσκεται ότι ο σεβασμός στα όρια, στην αυτονομία και στην ισότητα αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της δημοκρατικής συνύπαρξης, δημιουργείται ένα επικίνδυνο κενό. Η κοινωνία δεν αντιμετωπίζει πλέον τη βία ως πρόβλημα του θύτη, αλλά ως πρόβλημα διαχείρισης του κινδύνου από το πιθανό θύμα. Εκεί ακριβώς γεννιέται η κουλτούρα της ενοχοποίησης του θύματος.
Εξίσου χαρακτηριστική είναι η κριτική που διατυπώθηκε για την αναπαραγωγή παραδοσιακών έμφυλων ρόλων μέσα στην οικογένεια. Η εικόνα του άνδρα ως προστάτη, τεχνικού και βασικού φορέα της εξουσίας και της γυναίκας ως φυσικής υπεύθυνης για τη φροντίδα και το νοικοκυριό δεν αποτελεί απλώς μια περιγραφή ενός τρόπου ζωής. Αποτελεί μια κανονιστική πρόταση για το πώς «πρέπει» να οργανώνεται η κοινωνία. Όταν τέτοιες αναπαραστάσεις παρουσιάζονται ως αυτονόητες, η ανισότητα παύει να φαίνεται ως κοινωνική κατασκευή και μετατρέπεται σε κάτι σχεδόν φυσικό.
Η φιλόσοφος Judith Butler έχει υποστηρίξει ότι η πολιτική δεν αφορά μόνο τους νόμους ή τους θεσμούς· αφορά και το ποιες ζωές αναγνωρίζονται ως πλήρως ανθρώπινες και ποιες παραμένουν στο περιθώριο. Μια δημοκρατία δεν αποτυγχάνει μόνο όταν παραβιάζει δικαιώματα. Αποτυγχάνει και όταν επιτρέπει να διαμορφώνεται ένας δημόσιος λόγος που καθιστά ορισμένους ανθρώπους λιγότερο ορατούς, λιγότερο άξιους προστασίας ή λιγότερο άξιους πένθους όταν γίνονται θύματα βίας. Η αναγνώριση, κατά την Butler, δεν είναι μια συμβολική χειρονομία. Είναι ο όρος με τον οποίο κάποιος μπορεί να υπάρξει ως ισότιμο υποκείμενο μέσα στη δημόσια ζωή.
Από αυτή την οπτική, η Ρόδος, οι γυναικοκτονίες, οι επιθέσεις κατά ΛΟΑΤΚΙ+ ανθρώπων και οι διαρκείς εκδηλώσεις έμφυλης βίας δεν αποτελούν διαφορετικές ιστορίες. Είναι διαφορετικές εκφράσεις του ίδιου προβλήματος: της δυσκολίας μιας κοινωνίας να αποδεχθεί ότι η αξιοπρέπεια δεν εξαρτάται ούτε από το φύλο ούτε από τη σεξουαλικότητα ούτε από την ταυτότητα φύλου. Όσο εξακολουθεί να υπάρχει η ανάγκη να οριστεί ποιος είναι «κανονικός» και ποιος όχι, τόσο θα αναπαράγεται η λογική της ιεράρχησης των ανθρώπων.
Η ελληνική πραγματικότητα έχει προσφέρει επανειλημμένα οδυνηρές υπενθυμίσεις αυτής της αποτυχίας. Η δολοφονία της Κυριακής Γρίβα έξω από αστυνομικό τμήμα, αφού είχε ζητήσει προστασία και έλαβε την απάντηση «το περιπολικό δεν είναι ταξί», δεν ανέδειξε μόνο μια τραγική υπηρεσιακή ανεπάρκεια. Ανέδειξε κάτι βαθύτερο: ότι ακόμη και οι θεσμοί που έχουν ως αποστολή την προστασία του πολίτη μπορούν να επηρεάζονται από στερεότυπα, αδράνεια ή υποτίμηση του κινδύνου όταν πρόκειται για έμφυλη βία. Όταν ένας άνθρωπος αισθάνεται ότι δεν μπορεί να προστατευθεί ούτε από το κράτος, η κρίση δεν είναι μόνο ζήτημα δημόσιας ασφάλειας. Είναι κρίση εμπιστοσύνης προς τη δημοκρατία.
Η ποιότητα μιας δημοκρατίας δεν μετριέται μόνο από τους νόμους που ψηφίζει ούτε από τις διεθνείς συμβάσεις που κυρώνει. Μετριέται από το αν ένας άνθρωπος, ανεξαρτήτως βιολογικού ή κοινωνικού φύλου, μπορεί να καταγγείλει την κακοποίησή του χωρίς να φοβάται, από το αν μπορεί να περπατήσει στον δρόμο χωρίς να φοβάται ότι θα γίνει στόχος και από το αν μπορεί να εκφράσει ελεύθερα την ταυτότητά του χωρίς να αισθάνεται ότι η ίδια η ύπαρξή του τίθεται υπό αμφισβήτηση.
Η υπόθεση της Ρόδου θα κριθεί από τη Δικαιοσύνη. Η συζήτηση που άνοιξε, όμως, δεν μπορεί να κλείσει με μία δικαστική απόφαση. Αν πραγματικά θέλουμε να περιορίσουμε την έμφυλη και την τρανσφοβική βία, δεν αρκεί να αυστηροποιούμε τις ποινές ούτε να εξαντλούμε τη δημόσια συζήτηση στην τιμωρία των δραστών. Οφείλουμε να εξετάσουμε τις ιδέες που προηγούνται της βίας: τα στερεότυπα που αναπαράγονται στην οικογένεια, στην εκπαίδευση, στα μέσα ενημέρωσης και στα κοινωνικά δίκτυα· την αντίληψη ότι η κυριαρχία είναι φυσικό γνώρισμα του ανδρισμού· την πεποίθηση ότι κάποιοι άνθρωποι δικαιούνται να ορίζουν τη ζωή των άλλων. Γιατί η βία δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Η βία έχει πάντοτε ιδεολογία.





