φωτογραφία: eurokinisssi

Δεν υπάρχει «no politica» στο ποδόσφαιρο, ακριβώς επειδή δραστηριότητες όπως το ποδόσφαιρο ή η μουσική είναι πεδία που διαμορφώνουν συνειδήσεις και κινητοποιούν τις μάζες. Ο τρόπος που γεννήθηκε και εξελίχθηκε το ποδόσφαιρο μέσα στα χρόνια συνδέθηκε στενά με τις πολιτικές εξελίξεις. Αντίστοιχα, η σημερινή του διάσταση, με τις μεγάλες επιχειρήσεις, την ιεραρχία εντός των τοπικών, εθνικών και διεθνών ομοσπονδιών και τα πολιτικά συμφέροντα παραγόντων του χώρου, το καθιστούν εκ φύσεως και αναπόφευκτα πολιτικό. Πρόκειται για μια μεγάλη πολιτική πυραμίδα, εντός της οποίας οι δρώντες δεν «παίζουν μπάλα» μόνο κυριολεκτικά, αλλά διαρκώς αφήνουν το κοινωνικό και πολιτικό τους στίγμα στο απέραντο τερέν του θεάματος και της αθλητικής κουλτούρας, που συμβάλλει στην ανθρώπινη ολοκλήρωση.

Το φετινό Παγκόσμιο Κύπελλο, που διεξήχθη σε ΗΠΑ, Καναδά και Μεξικό, απέδειξε για ακόμη μία φορά αυτή την πολιτική διάσταση του ποδοσφαίρου· εκείνη που ξεφεύγει από τον ρομαντισμό της κερκίδας και του θεάματος και βρίσκεται πιο κοντά στις εθνικές συνειδήσεις και στον λαό, όχι μόνο ως οπαδούς και εθνικές αποστολές, αλλά ως πολιτικά υποκείμενα.

Άρα, οι «no politica» φανς των G.O.A.T., όπως του Μέσι και του Ρονάλντο, υποσυνείδητα απλώς επιλέγουν, έχοντας το προνόμιο, να διαχωρίσουν μια πολιτική στάση από μια ποδοσφαιρική επιλογή. Αυτή η συνειδητή αποστασιοποίηση, εκτός από συχνή, κάποιες φορές είναι και θεμιτή. Θεμιτή γίνεται μόνο όταν αναγνωρίζουν ότι η πολιτική στάση ενός προσώπου μπορεί να βρίσκεται σε αντίθεση με τα πιστεύω των θαυμαστών του, χωρίς αυτό να αναιρεί την ποδοσφαιρική του αξία. Θεμιτή γίνεται μόνο όταν αναγνωρίζουν τα δεινά και τις καταστροφές που αντιμετωπίζει ο πλανήτης, πως αυτά συνδέονται με πρόσωπα που τον κυβερνούν και τον ελέγχουν και ότι οι υπεύθυνοι αυτών έχουν –συνειδητά ή μη– τις δικές τους στάσεις εντός του αθλητισμού.

Σε άλλα νέα, ναι, ο Μέσι είναι –ίσως– ο καλύτερος ποδοσφαιριστής της γενιάς του, χωρίς να θέλω ή να με ενδιαφέρουν οι συγκρίσεις με τον Ρονάλντο, τον Μαραντόνα ή τον Πελέ, και άξιζε να σηκώσει το τελευταίο Παγκόσμιο Κύπελλο της καριέρας του. Παράλληλα όμως, ας υπενθυμίσουμε ότι φέτος ο Μέσι βραβεύτηκε, φωτογραφήθηκε και έσφιξε το χέρι του Τραμπ, ενώ η δημόσια εικόνα του έχει αξιοποιηθεί από προσωπικότητες όπως ο Νετανιάχου και ο Μπεν Γκβιρ, οι οποίοι υποστήριξαν δημόσια τον ίδιο και την εθνική Αργεντινής στο φετινό Παγκόσμιο Κύπελλο.

Όλα αυτά, ανεξάρτητα από το αν αποτελούν προσωπικές πολιτικές επιλογές ή όχι, δείχνουν ότι η πολιτική διάσταση γύρω από ένα τόσο εμβληματικό πρόσωπο δεν είναι ανύπαρκτη. Αυτό συνέβαινε πάντα, άλλωστε. Για να μην ξεφύγουμε από το παράδειγμα της Αργεντινής, ο Μαραντόνα είχε συγκρουστεί με άρχουσες τάξεις, όπως με τον Πάπα του Βατικανού, για τον πλούτο που συσσώρευε η Εκκλησία, την ώρα που τα φτωχά παιδιά πεινούσαν. Σε άλλες περιπτώσεις, ο Καντονά ρίσκαρε επίσης την καριέρα του με μια κλωτσιά επιπέδου kung fu σε έναν ρατσιστή, ενώ ο Σόκρατες, εκτός από ποδοσφαιριστής, υπήρξε και θερμός υποστηρικτής του κινήματος Diretas Já κατά την περίοδο της δικτατορίας στη Βραζιλία.

Για να μην παρεξηγηθώ και θεωρηθεί ότι παίρνω οπαδικές θέσεις, όχι, δεν είναι μόνο η Αργεντινή στο παιχνίδι. Οι Άγγλοι ήταν αυτοί που «γέννησαν» το ποδόσφαιρο στα μέσα του 19ου αιώνα, αρχικά ως παιχνίδι της μορφωμένης ελίτ. Στην πορεία, όμως, έγινε το άθλημα της εργατικής και της μεσαίας τάξης κατά τη Βιομηχανική Επανάσταση. Παράλληλα, οι ίδιοι υπήρξαν μία από τις μεγαλύτερες –αν όχι η μεγαλύτερη– αποικιοκρατικές δυνάμεις της ιστορίας. Καταδυνάστευσαν λαούς, υφαρπάζοντας εδάφη, και εκμεταλλεύτηκαν εκατομμύρια ανθρώπους ως δούλους, ευτελίζοντας την αξιοπρέπειά τους για να πλουτίζουν. Δεν πρόκειται για μια τυχαία περίπτωση χώρας στον ποδοσφαιρικό χώρο. Εδώ χωράει και η συζήτηση για τα Φώκλαντ («Las Malvinas»), για τα οποία οι Αργεντινοί ποδοσφαιριστές ύψωσαν πανό. Πρόκειται όμως για ένα ξεχωριστό πεδίο και μια αφορμή, όχι απαραίτητα για τον πρώτο στόχο της ανάλυσης. Υπήρξε, λοιπόν, για ακόμη μία φορά πολιτικοποίηση, μάλιστα όχι τυχαία, με δεδομένο τον αντίπαλο που είχαν να αντιμετωπίσουν οι Αργεντινοί. Μιλώντας για αποικιοκράτες, αντίστοιχα και οι Ισπανοί –όντας πλέον οι φετινοί νικητές– αναμετρήθηκαν με την Αργεντινή στον τελικό. Οι Ισπανοί, μαζί με τους Πορτογάλους, πρωτοστάτησαν στην αποικιοποίηση μεγάλου μέρους της Λατινικής Αμερικής, στην οποία ανήκε, ως ισπανική αποικία, και η Αργεντινή.

Η πολιτική διάσταση του ποδοσφαίρου μπορεί να διευρυνθεί ακόμη περισσότερο και θα διευρύνεται πάντα. Ισπανοί ποδοσφαιριστές, μέχρι και λίγα δευτερόλεπτα πριν σηκώσουν το κύπελλο, έψαχναν τρόπο να αποφύγουν την αλληλεπίδραση με τον Τράμπ, όπως και παίκτες της Αργεντινής. Η εθνική Νορβηγίας δώρισε τα έσοδα του αγώνα της με το Ισραήλ για ανθρωπιστικούς σκοπούς στη Γάζα, ενώ ο Χοσάμ Χασάν αφιέρωσε νίκη της εθνικής Αιγύπτου στον παλαιστινιακό λαό, παρά τις αντιφάσεις της επίσημης πολιτικής της χώρας του. Η FIFA, μετά από παρέμβαση του Trump, ανακάλεσε κόκκινη κάρτα παίκτη της εθνικής των ΗΠΑ, παρακάμπτοντας τους ισχύοντες κανονισμούς. Ας θυμηθούμε, επιπλέον, τις διακρίσεις που έγιναν σε εθνικές ομάδες, οπαδούς και διαιτητές διεθνούς εμβέλειας λόγω αυστηρών μεταναστευτικών νόμων, οι οποίοι διέπονται από βαθιά ρατσιστικές αντιλήψεις. Ας θυμηθούμε επίσης ότι μεγάλες ποδοσφαιρικές διοργανώσεις, όπως αυτό το Παγκόσμιο Κύπελλο, συνδιοργανώθηκαν και συνεργάστηκαν με κράτη που παράλληλα εμπλέκονται ή διεξάγουν πολέμους, εθνοκαθάρσεις και ανθρωπιστικές καταστροφές, παραβιάζοντας θεμελιώδεις αξίες και δικαιώματα. Η συζήτηση θα μπορούσε να συνεχιστεί με τις συνθήκες οικονομικής εκμετάλλευσης των εργαζομένων, τις ελιτίστικες τιμές των εισιτηρίων ή τη μιντιακή κάλυψη κατά τη διάρκεια και μετά το τέλος των αγώνων.

Το ίδιο το ποδόσφαιρο, λοιπόν, μέσα από αποφάσεις διεθνών ομοσπονδιών, εξαιρέσεις και πολιτικές παρεμβάσεις, μόνο αποκομμένο από την πολιτική δεν είναι. Το ζήσαμε σε σχεδόν κάθε αγώνα, σε κάθε πανηγυρισμό και σε κάθε πίκρα, και θα συνεχίσουμε να το ζούμε σε κάθε μικρότερη ή μεγαλύτερη διοργάνωση. Ίσως αυτή η πολιτικοποίηση να είναι και ένα από τα στοιχεία που του προσδίδουν τη μαγεία του, γιατί αποτελεί τον καθρέφτη των κοινωνιών, των ιδεών και της ιστορίας. Οι άνθρωποι μετατρέπουν το πάθος για τις ιδέες σε πάθος για το ποδόσφαιρο. Όσο υπάρχει η κοινωνία ως συλλογικό μόρφωμα που βιώνει την αλληλεγγύη, την ελπίδα, την καταπίεση, την εξουσία, το άδικο και το δίκαιο, το ποδόσφαιρο θα είναι κάτι περισσότερο από ενενήντα λεπτά διάρκειας και μια μπάλα. Θα αποτελεί πάντοτε ένα ακόμη εργαλείο διαμόρφωσης συνειδήσεων και εξέλιξης της ανθρώπινης ιστορίας.