Ιστορίες μιας συναρπαστικής ζωής αγώνα και αλληλεγγύης

Γιάννης Φελέκης – Ελένη Λάλου, «Παρά μόνο τις αλυσίδες: Οι ιστορίες του Γιάννη Φελέκη», εισαγωγή-επιμέλεια Ελένη Λάλου, εκδόσεις: Κουκκίδα, 2026

 «Βιάζομαι, αλλά έχω και υπομονή. Κάποια στιγμή ο κόσμος πρέπει να αλλάξει». Με αυτά τα λόγια ολοκληρώνεται η μαρτυρία του αγωνιστή της άκρας Αριστεράς Γιάννη Φελέκη, που συνοψίζει τη στάση του ίδιου και όσων οι πορείες τους συναντήθηκαν σε αυτόν τον χώρο.

«Βιάζεται», γιατί ο παλιός κόσμος είναι πίσω του, όπως ήθελε το σύνθημα του Μάη, και η επιθυμία να τον αλλάξει είναι το ίδιο έντονη όσο και όταν πρώτη φορά ερχόταν αντιμέτωπος με την αδικία του. Έχει όμως και υπομονή, γιατί μέσα σε αυτά τα χρόνια έμαθε πως οι ανατροπές απαιτούν δουλειά μυρμηγκιού…

Μια διαδρομή ογδόντα σχεδόν χρόνων ξετυλίγεται στις 680 σελίδες με τις Ιστορίες του Γιάννη Φελέκη, μια αφήγηση ζωής που ξεκινά από τα ορεινά της Άρτας, στα δύσκολα χρόνια της δεκαετίας του 1940, για να φτάσει μέχρι την Αθήνα και τον κόσμο του σήμερα, διατρέχοντας τις μεγάλες συγκρούσεις που γνώρισε η ελληνική κοινωνία σε αυτό το διάστημα: από τα Ιουλιανά στο Πολυτεχνείο και από τη Μεταπολίτευση και το εργατικό κίνημα στον «χώρο» και στις ποικίλες κινήσεις αλληλεγγύης σε πρόσφυγες και μετανάστες.

Μορφή οικεία στον χώρο της άκρας και της ριζοσπαστικής Αριστεράς, στέλεχος με διαρκή παρουσία στον χώρο του τροτσκισμού, τόσο στο προδικτατορικό ΚΔΚΕ και στα ΔΕΑ όσο και, μεταπολιτευτικά, στην ΟΚΔΕ και στις φράξιες της, ο Γιάννης Φελέκης καταθέτει μια μαρτυρία πολιτική, από την οποία όμως δεν απαλείφεται σε κανένα σημείο της το ιστορούν υποκείμενο· το πολιτικό και το προσωπικό συνυπάρχουν, και μόνο η έμφαση στο ένα ή στο άλλο κυμαίνεται.

Δεν θα μπορούσε να είναι και διαφορετικά, αφού το πρωταρχικό υλικό αποτέλεσαν οι συνεντεύξεις που έδωσε, από το 2018 και για τα επόμενα πέντε χρόνια, κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών, στην ιστορικό (αλλά και νεαρή συντρόφισσά του στην ΟΚΔΕ) Ελένη Λάλου. Παρά τη χαλαρότητα του πλαισίου και την πολιτική και οργανωτική ταύτιση συνεντεύκτριας και πληροφορητή, η ιστορικός επιστρατεύει τα αναλυτικά εργαλεία της προφορικής ιστορίας προκειμένου να διαχειριστεί ένα ατίθασο υλικό και να προσεγγίσει την αυτοβιογραφική μνήμη και τα παιχνίδια της, όπως εξηγεί εκτενώς στην κατατοπιστική εισαγωγή της.

Από λαθρεπιβάτης προς την πρωτεύουσα, αγωνιστής και φυλακισμένος

Η αφήγηση ξεκινά από το Δημαριό της Άρτας, όπου ο μικρός Γιάννης θα πάει σχολείο, στα δύσκολα χρόνια μετά τον πόλεμο, βόσκοντας, παράλληλα, τα πρόβατα της οικογένειας. Όταν τελειώνει το δημοτικό, εγκαθίσταται στην Άρτα, όπου δουλεύει για κάτι λιγότερο από τρεις κι εξήντα. Ασφυκτιώντας από τη φτώχεια και την εξοντωτική δουλειά, θα κρυφτεί στην καρότσα ενός φορτηγού και θα βρεθεί λαθρεπιβάτης στην Αθήνα. Δουλειές του ποδαριού και ύπνος στα παγκάκια θα είναι οι πρώτες του εμπειρίες, μέχρι να βρει μια σταθερότερη δουλειά.

Οι σελίδες γι’ αυτά τα χρόνια θαρρείς πως έχουν βγει από τον Ντίκενς ή τον Ουγκώ, καθώς ξεχειλίζουν από ανθρώπινο μόχθο, φτώχεια και εκμετάλλευση. Αυτές οι εμπειρίες, ιδιαίτερα η αίσθηση της κοινωνικής αδικίας, θα οδηγήσουν τον νεαρό επαρχιώτη όχι μόνο στο σωματείο αλλά και στην ενεργό δράση – μοιράζει προκηρύξεις, συμμετέχει σε απεργίες κ.λπ.

Στα 1962 μπαρκάρει και γυρίζει τον κόσμο. Όταν όμως αντιλαμβάνεται ότι τα τρόφιμα που προμηθεύονται είναι σάπια και επιχειρεί να διαμαρτυρηθεί, σε μια σκηνή βγαλμένη, λες, από το Θωρηκτό Ποτέμκιν, θα βρεθεί στο στόχαστρο της εργοδοσίας, θα απολυθεί και θα του αφαιρέσουν το ναυτικό φυλλάδιο.

Έτσι, επιστρέφει στην Ελλάδα της «σύντομης άνοιξης», όπου θα έρθει σε επαφή πρώτη φορά με τις ιδέες του Τρότσκι και τους τροτσκιστές του ΚΔΚΕ, που έκαναν «εισοδισμό» στην ΕΔΑ. Ταυτόχρονα, μέσα από την εμπειρία του ναυτεργάτη, έχει έρθει σε επαφή με τους αγώνες των αποικιοκρατούμενων λαών σε Βιετνάμ, Κούβα, Αλγερία.

Η δικτατορία θα τον βρει σε τάγμα ανεπιθυμήτων, κι έτσι δεν θα συλληφθεί, όπως οι σύντροφοι και οι συντρόφισσές του των ΔΕΑ, κάτι που θα γίνει μόλις προσπαθήσει να περάσει στην αντιδικτατορική δράση. Στη μαρτυρία του αναφέρεται εκτενώς και με μεγάλη ζωντάνια στην καθημερινότητα των πολιτικών κρατουμένων, στις μεταξύ τους σχέσεις, στη συστηματική αυτομόρφωσή του («έγινα τροτσκιστής τροτσκιστής μελετώντας στη φυλακή», λέει χαρακτηριστικά).

Μετά την αμνηστία του 1973 θα βρεθεί στο Πολυτεχνείο, πρωταγωνιστώντας, μαζί με άλλους, στην Εργατική Συνέλευση, τα μέλη της οποίας θα αντιμετωπιστούν λογοκριτικά από τις κυρίαρχες τάσεις της Αριστεράς. Έπειτα από την καταστολή της εξέγερσης θα συλληφθεί και θα γνωρίσει τα βασανιστήρια στο ΕΑΤ/ΕΣΑ, πριν σταλεί, μαζί με άλλους 43 εξόριστους, στη Γυάρο.

Τον Ιούλιο του 1974, μόλις απελευθερωθεί, θα βρεθεί στο Σύνταγμα, μοιράζοντας προκήρυξη ενάντια στον πόλεμο («Ο εχθρός μας είναι στην Αθήνα») και αργότερα την εφημερίδα Εργατική Πάλη, που θα του κοστίσει μια σύλληψη («από τους πρώτους της Μεταπολίτευσης, ενώ ακόμη δεν είχα βγει καλά καλά από τη Γυάρο»).

Στη συνέχεια παρακολουθούμε την ίδρυση της ΟΚΔΕ, αλλά και την παρέμβαση στο εργοστασιακό κίνημα και τις μεγάλες απεργίες που ξεσπούν, με αποκορύφωμα τη σύγκρουση, με φωτιές και οδοφράγματα, ενάντια στον αντεργατικό νόμο 330, για την οποία θα παραπεμφθεί, μαζί με άλλους, ως ηθικός αυτουργός!

Έναν χρόνο αργότερα θα βρεθεί προφυλακισμένος, όπως και άλλοι, κατηγορούμενος για τα επεισόδια που ακολούθησαν τις διαμαρτυρίες για τη δολοφονία των μελών της RAF στις φυλακές Σταμχάιμ της Γερμανίας, τον Οκτώβριο του 1977.

Στον «χώρο» της δεκαετίας του ’80

Η αφήγηση του Γιάννη Φελέκη για τη δεκαετία του 1980 ξεκινά με την υποδοχή στο σπίτι του δεκάδων Τούρκων πολιτικών προσφύγων μετά το πραξικόπημα του Εβρέν, που έβρισκαν εκεί προσωρινή στέγη και κάθε είδους βοήθεια, καθώς ο ίδιος δεν αρνήθηκε ποτέ την αλληλεγγύη και τη συστράτευση στον κοινό αγώνα.

Αν στην προηγούμενη δεκαετία η αφήγηση επικεντρωνόταν στο εργατικό κίνημα, τώρα ο φακός στρέφεται περισσότερο στις νεανικές υποκουλτούρες των Εξαρχείων, στη διαμόρφωση –μετά την κρίση της άκρας Αριστεράς– του «χώρου» και στις κινητοποιήσεις του, επιτρέποντας στον αναγνώστη και στην αναγνώστρια να κατανοήσουν αυτούς τους μετασχηματισμούς. Άλλωστε, η μετατόπιση από το ταξικό στο πολιτισμικό αντανακλάται και στην ίδια την επαγγελματική πορεία του Φελέκη, που εγκαταλείπει την τέχνη του λιθογράφου για να ανοίξει το περίφημο Παλιακό, αρχικά ρεμπετάδικο και στη συνέχεια ροκ μπαρ.

Παράλληλα, σε όλη αυτή την πορεία είναι συνεχείς οι αναφορές του στις μεταβαλλόμενες τύχες της ΟΚΔΕ και στις εξελίξεις στην 4η Διεθνή, από τις οποίες παρελαύνει πλήθος ονομάτων, εντυπωσιακών για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με τον μικρόκοσμο των τροτσκιστικών οργανώσεων. Από αυτή την άποψη, η έλλειψη ενός ευρετηρίου μειώνει τη λειτουργικότητα του βιβλίου ως ερευνητικού εργαλείου.

Από το ’90 ως σήμερα

Η αφήγηση για τη δεκαετία του 1990 επικεντρώνεται κυρίως στις διεθνιστικές προκλήσεις μπροστά στις οποίες βρέθηκε το ελληνικό κίνημα: από το «Μακεδονικό» και τους πολέμους στην πρώην Γιουγκοσλαβία μέχρι την έλευση των Αλβανών μεταναστών, ενώ θα ακολουθήσει η συμμετοχή στις κινητοποιήσεις του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος: Βρυξέλλες, Πράγα, Γένοβα.

Όσο πλησιάζουμε προς το σήμερα, η αφήγηση γίνεται περισσότερο προσωπική, ποτέ όμως εξομολογητική. Ο Φελέκης μιλά για τα μαγαζιά που έφτιαξε, όπως το Ρω, για να ολοκληρώσει με τη θερινή ουτοπική πολιτεία του Φελεκιστάν στις παραλίες της Λευκάδας…

Ο Φελέκης, γοητευτικός ιστορητής, που διατηρεί πάντοτε μια ελαφρά ειρωνική αποστασιοποίηση απέναντι στα ιστορούμενα, με την αφήγησή του καταθέτει μια πολύτιμη μαρτυρία για τη συγκρότηση της πολιτικής υποκειμενικότητας των ανθρώπων που αγωνίστηκαν ενάντια στη δικτατορία και για τη γενεαλογία στην οποία εντάσσεται. Μια μαρτυρία που, μαζί με εκείνη του Νίκου Γιαννόπουλου (Ω, λε φιλαλάκο!, Κουκκίδα, 2019), αποτελούν σημαντικές πρωτογενείς πηγές για τη μελέτη της ιστορίας της Μεταπολίτευσης και της άκρας Αριστεράς.