Ο όρος «καταφύγιο», φορτισμένος με πολλές αναμνήσεις, εισβάλει ξανά στην καθημερινότητα, μεταφέροντας ανησυχίες και φόβους που αναζητούν κάλυψη και προστασία, σε ένα, όλο και περισσότερο, αφιλόξενο περιβάλλον.

Όλοι δυνητικοί φυγάδες στον τόπο μας, ή στον τόπο άλλων, σε αναζήτηση ασφαλών καταφυγίων, είτε για τους βομβαρδισμούς που θα επιφέρει η πολεμοκάπηλη εξοπλιστική φρενίτιδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε για ιούς και επιδημίες, και πρόσφατα για κλιματικά καταφύγια, για την αντιμετώπιση της θερμικής επίθεσης του διαταραγμένου φυσικού περιβάλλοντος.

Το «κλιματικό καταφύγιο» περιγράφει χώρους όπου μπορεί κανείς να βρει ανακούφιση από τις ακραίες θερμοκρασίες, αλλά ταυτόχρονα παραπέμπει σε έναν δυστοπικό ορίζοντα, όπου οι άνθρωποι θα πρέπει να προσαρμοστούν για να επιζήσουν στη νέα  κλιματικής/περιβαλλοντικής συνθήκη.

Στο παρατεταμένο διάπυρο φετινό καλοκαίρι, η κατάσταση κλιματικής τρωτότητας οδήγησε στον θάνατο μερικές χιλιάδες ανθρώπων (το καλοκαίρι του 2024, η ζέστη συνδέθηκε με περίπου 62.775 θανάτους σε 32 ευρωπαϊκές χώρες, σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Nature Medicine), κυρίως ηλικιωμένων, καθώς και εργαζομένων που αναγκάστηκαν να δουλέψουν σε απάνθρωπες συνθήκες. Θάνατοι που αναχαράζουν ταξικά όρια και χάρτες κοινωνικών ανισοτήτων, ανάμεσα σε όσους μπορούν να δημιουργήσουν το δικό τους «κλιματικό καταφύγιο», και σε όσους, αδυνατώντας να το κάνουν, προσπαθούν απλώς να επιβιώσουν.

Σε αυτό το περιβάλλον, τίθεται υπό αμφισβήτηση η συνολική χωροταξική οργάνωση, η αρχιτεκτονική των οικισμών, η δομή των πόλεων και κάθε κτιρίου ξεχωριστά. Τα πρόσφατα ακραία μετεωρολογικά φαινόμενα δεν έρχονται απροσδόκητα. Οι κλιματικές μελέτες (βλέπε συνημμένο πίνακα του IPCC) διαθέτουν ολοένα πιο εκλεπτυσμένα μοντέλα που καταγράφουν και προβλέπουν την πορεία της υπερθέρμανσης του πλανήτη.

Η κλιματική αλλαγή μεταφράζεται σε εντατικοποίηση και μεγαλύτερη συχνότητα των ακραίων φαινομένων· για ορισμένα από αυτά, όπως τα «κύματα καύσωνα» που βιώνουμε, η διαδοχή των γεγονότων παράγει μια συνέχεια, που χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος της θερινής περιόδου, καθιστώντας το κάθε καλοκαίρι πιο δροσερό από το επόμενο.

Προσαρμογή έναντι μετριασμού της κλιματικής κρίσης

Η αναζήτηση ενός κλιματικού καταφυγίου μεταφράζεται σε αναγκαστική μετανάστευση δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων κάθε χρόνο. Την ίδια στιγμή, ο ανταγωνισμός για την εξασφάλιση βασικών φυσικών πόρων όπως το νερό, οδηγεί σε αύξηση των πολεμικών συγκρούσεων, ακόμη και εμφυλίων πολέμων. Στην πραγματικότητα, γίνεται όλο και περισσότερος λόγος για προσαρμογή και λιγότερο για μετριασμό, διότι η ενεργειακή μετάβαση δεν υλοποιείται με τον ρυθμό και την έκταση που θα απαιτούσε η κλιματική κρίση.

Ανάμεσα στα καταστροφικά γεγονότα που συσσωρεύτηκαν αυτούς τους καλοκαιρινούς μήνες είναι οι πυρκαγιές. Αυτό το καλοκαίρι οι πυρκαγιές στην Ευρωπαϊκή Ένωση είχαν ήδη κάψει, έως τις αρχές Σεπτεμβρίου, περίπου 646.000 εκτάρια γης –λιγότερα από το καταστροφικό 2025, αλλά πολλά περισσότερα από τον μέσο όρο της τελευταίας εικοσαετίας. Στην Ελλάδα, το καλοκαίρι του 2026 έχει ήδη αφήσει πίσω του περίπου 30.000–31.500 εκτάρια καμένης γης –δηλαδή γύρω στα 300.000 στρέμματα– κατατάσσοντας τη χώρα ανάμεσα στις πλέον πληγείσες της Ευρώπης, παρότι η συνολική καμένη έκταση παρέμεινε χαμηλότερη από τον εικοσαετή μέσο όρο.

Κλίμα, ενέργεια και ανάπτυξη

Η μορφή κάθε κοινωνικής οργάνωσης και τρόπου παραγωγής μπορεί να παραμετροποιηθεί με βάση δύο θεμελιώδεις παράγοντες: την ενέργεια και την πληροφορία, δηλαδή την κινητήρια δύναμη και τα μέσα μετάδοσης της γνώσης. Η βιομηχανική εποχή, στις διάφορες φάσεις εξέλιξής της, κάνει ποιοτικό άλμα με τις μηχανές που είναι σε θέση να επεξεργάζονται μαζικά την πληροφορία με μέσα όχι αμιγώς μηχανικά. Η ροή της πληροφορίας διαπερνά κάθε διαδικασία υλικού, παραγωγικού, κοινωνικού και σχεσιακού μετασχηματισμού. Η λεγόμενη κοινωνία της πληροφορίας χαρακτηρίζεται από την ικανότητα σμίκρυνσης των συσκευών επεξεργασίας της πληροφορίας, από τη διάχυσή τους σε κάθε διαδικασία και από τη συγκέντρωσή τους σε συστήματα των οποίων η υπολογιστική ισχύς και η ικανότητα επεξεργασίας δεδομένων αυξήθηκαν εκθετικά, έως τη σημερινή ανάπτυξη του τεχνολογικού οικοσυστήματος της Τεχνητής Νοημοσύνης. Ωστόσο, όπως ήδη οι νόμοι της θερμοδυναμικής είχαν συνδέσει, την εντροπία με την ποσότητα πληροφορίας που υπάρχει σε ένα σύστημα, έτσι και η επεξεργασία της πληροφορίας απαιτεί ολοένα μεγαλύτερες ποσότητες ενέργειας και φυσικών πόρων γενικότερα. Σε αυτή την κλίμακα, η παγκόσμια κατανάλωση ενέργειας ανά μονάδα προϊόντος –η ενεργειακή ένταση της οικονομίας– μειώνεται με ρυθμό ανεπαρκή για να αντισταθμίσει την αύξηση της συνολικής παραγωγής, των μεταφορών, των υποδομών και της ψηφιακής οικονομίας. Έτσι, τα οφέλη από την αύξηση της αποδοτικότητας απορροφώνται από την επέκταση της οικονομικής δραστηριότητας: η συνολική ζήτηση ενέργειας συνεχίζει να αυξάνεται, ενώ οι ΑΠΕ προστίθενται συχνά στο ενεργειακό σύστημα χωρίς να εκτοπίζουν καθοριστικά τα ορυκτά καύσιμα. Παρά την ταχεία ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, τα ορυκτά καύσιμα εξακολουθούν να καλύπτουν περίπου τα τέσσερα πέμπτα της παγκόσμιας πρωτογενούς κατανάλωσης ενέργειας –και, με ορισμένες μεθοδολογίες υπολογισμού, προσεγγίζουν ακόμη και το 87% του παγκόσμιου ενεργειακού μείγματος (πηγή Statistical Review of World Energy :πετρέλαιο 33,6%, άνθρακας 27,9% και φυσικό αέριο 25,2%.
Η έκρηξη της Τεχνητής Νοημοσύνης απαιτεί την ανάπτυξη διαρκώς αυξανόμενης υπολογιστικής ισχύος, η οποία καταγράφεται στα Κέντρα Δεδομένων (Data Centers). Για τη λειτουργία τους απαιτούν συνεχώς μεγαλύτερα μερίδια ενέργειας και νερού για την ψύξη τους, ενώ ακόμη και η χρήση πιο αποδοτικών συστημάτων ψύξης θέτει το πρόβλημα της διάθεσης της παραγόμενης θερμότητας. Ενώ η διάδοση των Κέντρων Δεδομένων έχει σημαντικές επιπτώσεις από περιβαλλοντική άποψη και ως προς την κατανάλωση ενέργειας, η ίδια η τεχνολογία της Τεχνητής Νοημοσύνης προσφέρει δυνατότητες επεξεργασίας της πληροφορίας σε σύνθετα συστήματα όπως το κλίμα και τα οικοσυστήματα. Αυτή η δυνατότητα, όμως, δεν αξιοποιείται στην πράξη. Αντίθετα, σε παγκόσμιο επίπεδο διαπιστώνουμε την αύξηση στην συγκέντρωση εξουσίας και πλούτου. Όπως συμβαίνει πάντοτε, οι «υποσχέσεις» που ανατίθενται στο νέο τεχνολογικό σύστημα μεταφράζονται σε υπεραισιοδοξία των χρηματοπιστωτικών αγορών, σε υπεραξιολόγηση και στη δημιουργία μιας φούσκας που αναπόφευκτα θα σκάσει.

Ο αντίκτυπος της κλιματικής κρίσης και εκείνος των τεχνολογιών της Τεχνητής Νοημοσύνης λειτουργούν σαν δύο κύματα που πλήττουν κάθε πτυχή των κοινωνιών μας, κύματα που διαθλώνται το ένα πάνω στο άλλο, όπως στη συμβολή δύο ποταμών. Εκεί όπου θα ήταν αναγκαίος ένας παγκόσμιος συντονισμός ριζικών και ισχυρών διαδικασιών κοινωνικού και παραγωγικού μετασχηματισμού, βλέπουμε αντίθετα τη διάχυσή τους σύμφωνα με τις πιο κλασικές σχέσεις εξουσίας και ανταγωνισμού, μέσα στον καπιταλισμό.
Η δημιουργία κοινωνικών συμμαχιών αντάξιων του διακυβεύματος είναι sine qua non , ξεκινώντας από την αναγνώριση της επιδείνωσης των συνθηκών ζωής του ευάλωτου πληθυσμού, και την ικανότητα επεξεργασίας και κοινής χρήσης της γνώσης που παράγεται σε κάθε διεκδικητικη σύγκρουση.

Στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση κινείται η ελληνική κυβέρνηση που κάνει θυρανηξια στους πετρελαϊκούς κολοσσούς που βιάζονται να προχωρήσουν σε εξορύξεις υδρογονανθράκων, συμβάλλοντας καθοριστικά στην απο-βιωσιμότητα του πλανήτη.