Κωστής Παπαϊωάννου: «Βολικές βεβαιότητες για την Ακροδεξιά καταρρέουν»

Ο Κωστής Παπαϊωάννου μιλά στην Εποχή για την άνοδο της ακροδεξιάς στην Ευρώπη, και συγκεκριμένα σε Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία και Γαλλία. Φαίνεται πως τώρα πληρώνεται το πολύ μεγάλο κόστος της θεωρίας των δύο άκρων και δεν αρκεί πια η παραδοσιακή αντιφασιστική ρητορική. «Έχει κοντά ποδάρια και εντέλει κανονικοποιεί την ακροδεξιά», τονίζει ο ίδιος, προσθέτοντας πως «χρειάζεται πολιτική τόλμη και ανοιχτός λόγος».

Προεκλογική αφίσα του AfD με σύνθημα «Σήμερα η φωνή σου μετράει» και το μότο της καμπάνιας «Όλα είναι πιθανά» (Φωτο: AfD / Facebook)

Το 43,8% του ακροδεξιού AfD στη Σαξονία – Άνχαλντ δεν έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία. Ωστόσο, το να ψηφίζει ακροδεξιά ένας στους δύο ψηφοφόρους είναι μια τομή στην εκλογική ιστορία της Γερμανίας και της Ευρώπης. Πώς το αποτιμάς;

Το αποτέλεσμα στη Σαξονία ήταν μεν προαναγγελθέν, αλλά δεν παύει να είναι μια ιστορικής σημασίας εξέλιξη, που πρέπει να αποτιμήσουμε. Το AfD διπλασίασε εκεί το ποσοστό του μέσα σε πέντε χρόνια. Δεν πρόκειται πλέον απλώς για κόμμα διαμαρτυρίας. Πρέπει να μελετήσουμε τη διάχυση του AfD στο εκλογικό σώμα: την πρωτιά του σε ομάδες όπως είναι οι εργάτες, οι υπάλληλοι, οι συνταξιούχοι ή το γεγονός ότι παίρνει πάνω από 50% στους νέους άνδρες κάτω των 25 ετών. Από την άλλη, δεν είναι μόνο ψήφος των φτωχών. Σημαντικό μέρος ελεύθερων επαγγελματιών και επιχειρηματιών τους ψήφισε. Η εξέλιξη αυτή καλεί και εμάς να σκεφτούμε τα πράγματα με άλλους όρους.

Η καμπάνια του AfD δεν ήταν τόσο επιθετική προς όποιον αντιμετωπίζει ως εχθρό, είχε όραμα και κεντρικό μότο το «Όλα είναι δυνατά». Δεν είχε την εικόνα του βίαιου κόμματος που οργανώνει πογκρόμ σε υποβαθμισμένες γειτονιές. Αυτή η στρατηγική αποδεικνύεται εν τέλει πιο επικίνδυνη;

Το AfD δεν είναι μια soft ακροδεξιά, είναι η σημερινή εκδοχή του σκληρού εθνοτισμού και εθνικισμού. Και έχει σημασία ότι ειδικά στη Σαξονία -Άνχαλτ το τοπικό AfD δε μετρίασε τις θέσεις του. Κέρδισε με σκληρή ατζέντα. Είναι το κόμμα της οικονομικής δυσαρέσκειας και κατάφερε να φέρει στις κάλπες ανθρώπους που πριν δεν ψήφιζαν. Η μεγαλύτερη δεξαμενή νέων ψήφων του AfD ήταν η αποχή. Έχει τεράστια σημασία αυτό. Δίνει τη δική του απάντηση στην κρίση αντιπροσώπευσης. Τώρα το μεγάλο ερώτημα είναι αν αυτό θα περιοριστεί σε επίπεδο ορισμένων κρατιδίων ή θα επεκταθεί σε εθνικό επίπεδο, και επομένως αν θα γίνει το AfD ο βασικός πόλος γύρω από τον οποίο αναδιατάσσεται συνολικά το πολιτικό σύστημα. Αυτή η οριακή μη αυτοδυναμία δείχνει ότι η υγειονομική ζώνη απέναντι στο AfD πιέζεται. Εδώ είναι τα όριά της. Γιατί, ας μη γελιόμαστε, αργά ή γρήγορα δε μπορεί παρά τόσο υψηλά ποσοστά να εκφραστούν κυβερνητικά.

Μετά το εκλογικό αποτέλεσμα, ο Τραμπ έκανε λόγο για έναν MGGA (Make Germany Great Again) πόλο. Η βαλτωμένη οικονομία και η προσδοκία για μια καλύτερη ζωή, ένα «μεγαλείο» ενδεχομένως, τους οδήγησε στην κάλπη;

Η δυναμική του MAGA κινήματος και του Τραμπ είναι υπαρκτή στην Ευρώπη. Υπάρχει ευθεία υποστήριξη του περιβάλλοντος Τραμπ προς πολιτικές ομάδες, όπως αυτή του AfD. Αυτόν τον ρόλο έπαιξε ο Μασκ και οι πλατφόρμες του. Αυτό όμως που πρέπει να κατανοηθεί είναι ότι η εργατική τάξη δεν είναι δεδομένο πως θα στρέφεται προς τα αριστερά όταν υπάρχει οικονομική πίεση. Αυτές οι βολικές βεβαιότητες καταρρέουν. Αποδεικνύεται το ακριβώς αντίθετο, πως πλειοψηφικά η εργατική τάξη υποστηρίζει ενεργά την άκρα δεξιά. Αυτές τις τάσεις πρέπει να αποτιμήσουμε, όπως και την έμφυλη διάσταση της ψήφου. Όπως καταγράφηκε εκλογικά, οι νέοι άνδρες στήριξαν AfD και οι νέες γυναίκες Die Linke. Τα πώς και τα γιατί στη διαμόρφωση του εκλογικού αποτελέσματος έχουν σημασία. Προσπαθώντας να εξηγήσουμε το αποτέλεσμα, πολύ συχνά, μονοσήμαντα η μία πλευρά το αποδίδει στην οικονομία, ενώ η άλλη πλευρά σε ζητήματα ταυτοτικά. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Το AfD χρησιμοποίησε ως καύσιμο τον θυμό απέναντι στο σύστημα αντιπροσώπευσης και τις βιοτικές αγωνίες της καθημερινότητας (ακρίβεια, στέγη, ενέργεια). Σε αυτόν τον θυμό  προσθέτει ταυτοτικές ανησυχίες λόγω μετανάστευσης.

Η ανάλυση και για το μεταναστευτικό – προσφυγικό χρήζει επικαιροποίησης; Στην Ισπανία, η Θέουτα εργαλειοποιήθηκε για να πλήξει την κυβέρνηση Σάντσεθ. Στην Ιταλία, όμως, όπου κυβερνά η ακροδεξιά Μελόνι, η οποία εφαρμόζει ακραία αντιμεταναστευτική πολιτική, έχει αρχίσει και πλήττεται δημοσκοπικά από το πιο ακροδεξιό κόμμα, το Εθνικό Μέλλον.

Ένα μάθημα είναι πως όσο πηγαίνει πιο δεξιά η ατζέντα, τόσο θα υπάρχει κάποιος πιο δεξιά να την καρπωθεί. Το έπαθε αυτό το δεξιό CDU, μπορεί να το πάθουν και άλλοι όπως η Μελόνι. Όποιος «τα λέει ακροδεξιά» για να ανακόψει τάχα την άνοδο της ακροδεξιάς, σύντομα πληρώνει το αντίτιμο. Σε περίοδο κατάρρευσης του ευρωπαϊκού αφηγήματος, στρατιωτικοποίησης, βαθιάς κρίσης των ευρωπαϊκών θεσμών, με την οικονομία σε δίνη, το μεταναστευτικό μπορεί να γίνεται καταλύτης για να ανεβεί η ακροδεξιά στην εξουσία. Πάντως το AfD παίζει μπάλα σε δυο επίπεδα, τόσο στο υλιστικό επίπεδο με την ακρίβεια στα τρόφιμα, όσο και στο μετα-υλιστικό, με το έθνος που κινδυνεύει, που βιώνει υπαρξιακές απειλές.

Η ακροδεξιά ατζέντα δεν περιορίζεται πια σε συγκεκριμένες θεματικές, όπως π.χ. το μεταναστευτικό ή τη σεξουαλικότητα, αλλά έχει απλώσει τα πλοκάμια της σε όλες τις εκφάνσεις διαμόρφωσης πολιτικής. Ζούμε την κανονικοποίηση των ακροδεξιών θέσεων;

Στις έρευνες για το ποιο κόμμα μπορεί καλύτερα να προστατεύσει την ειρήνη, το AfD έρχεται πρώτο με διαφορά. Δεν είναι τρομερό να ξεπερνάει τη γερμανική αριστερά που έχει ολοκληρωμένες θέσεις για την ειρήνη; Βέβαια, εκεί το θέμα σχετίζεται με τη στάση απέναντι στη Ρωσία, αλλά είναι πολλαπλά διδακτικό για την αντιστροφή των εννοιών. Ένα άλλο παράδειγμα: η ψήφος στη Χρυσή Αυγή αντιλαμβανόμασταν πως ήταν μια ψήφος που εξέφραζε φασιστικές αντιλήψεις μερίδας του κοινωνικού σώματος, αλλά ήταν και ψήφος αγανάκτησης από ανθρώπους που ένιωθαν αποκλεισμένοι και θεωρούσαν πως έτσι έστελναν το μήνυμά τους. Ένα μήνυμα της τάξης του 5-7%. Καλούμαστε τώρα να κατανοήσουμε τι συμβαίνει όταν αυτό το μήνυμα αγανάκτησης φτάνει στο 44%. Εκεί πια δεν ερμηνεύεται μονοσήμαντα ως μήνυμα οργής προς την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Το αφήγημα του AfD δεν περιγράφει μόνο την εναντίωση σε μία υπάρχουσα κατάσταση αλλά δημιουργεί, έστω και με στρεβλούς για τη δική μας αντίληψη όρους, μια εικόνα για την επόμενη μέρα. Φοβάμαι ότι αυτό είναι ένα οριακό σημείο. Και δεν θεωρώ ότι το 44% έγιναν όλοι φασίστες την προηγούμενη Κυριακή. Είναι όμως το μισό εκλογικό σώμα σε ανοιχτό διάλογο με αυτές τις ιδέες, την ίδια στιγμή που έχουν χρεοκοπήσει οι δύο μεγάλοι πολιτικοί σχηματισμοί, το SPD και το CDU. Στη Γερμανία πληρώνουν, με πολύ μεγάλο κόστος, τη θεωρία των δύο άκρων. Ειδικά εκεί θα υπέθετε κανείς ότι έχει γίνει μάθημα, μετά την εμπειρία του Μεσοπολέμου, πόσο επικίνδυνη είναι αυτή η θεωρία. Φαίνεται πως δεν έγινε. Και πλέον είναι αργά για να χαραχτούν καθαρές διαχωριστικές ανάμεσα σε δεξιά και ακροδεξιά. Δεν υπάρχουν εκεί στεγανά, η δεξιά είναι ανοιχτή προς τα ακροδεξιά της. Αλλού πρέπει να δοθεί η μάχη.

Η θεωρία των δύο άκρων θα εκφραστεί πολιτικά και στη Γαλλία ως φαίνεται, με τις προεδρικές εκλογές να πλησιάζουν και η μάχη να ετοιμάζεται ανάμεσα στη Λεπέν, που είναι πρώτη στις δημοσκοπήσεις, και τον Μελανσόν. Ο γαλλικός λαός καλείται ξανά σε εγρήγορση και είναι ερώτημα αν η Αριστερά θα μπορέσει να διαμορφώσει τους όρους αυτής της μάχης.

Είναι ένα ανοιχτό ερώτημα, συμφωνώ. Αν κάτι μαθαίνουμε από όσα γίνονται τα τελευταία χρόνια στις ΗΠΑ και συγκεκριμένα από τη μάχη ενός νέου πλέγματος πολιτικών προσώπων και συλλογικοτήτων απέναντι στην Alt right του Τραμπ και με τη μάχη που δίνεται στο εσωτερικό των Δημοκρατικών είναι ότι δεν αρκεί η παραδοσιακή αντιφασιστική ρητορική. Έχει κοντά ποδάρια και εντέλει κανονικοποιεί την ακροδεξιά. Να φέρω το παράδειγμα της Γαλλίας: ένας ψηφοφόρος 45 ετών πέρασε την ενήλικη ζωή ψηφίζοντας όποιον υποψήφιο ήταν απέναντι στον Λεπέν ή στην Λεπέν. Πόσα χρόνια μπορεί ένας άνθρωπος να υποκύπτει σε μια τέτοια πίεση; Κάποτε θα αρνηθεί το φόβητρο. Στη Γαλλία θα δοθεί και πάλι μια υπαρξιακή μάχη απέναντι στην ακροδεξιά αλλά φοβάμαι ότι αυτή τη φορά, ειδικά μετά τον ολέθριο Μακρόν, η μάχη θα χαθεί. Το μάθημα που παίρνουμε από την αμερικανική αριστερά είναι ότι ο αντιφασισμός είναι αποτελεσματικός όταν φτιάχνει μια δική του δημιουργική οραματική ατζέντα, όταν μπορεί να αντιτάξει το δικό του αφήγημα απέναντι στην ακροδεξιά για όλα τα θέματα: στεγαστικό, πρόνοια, ασφάλιση, παιδεία, ασφάλεια στους δρόμους, κλπ. Και βέβαια, αποδεικνύεταικρίσιμη η σημασία των νέων εργαλείων. Στο Tik Tok έχει σαρώσει η ακροδεξιά. Ο Ζίγκμουντ είχε 1,6 εκατ. ακόλουθους και ο υποψήφιος του CDU είχε 17.000. Σε αυτή την επικοινωνία με μεγάλα ακροατήρια που περνά κάτω από τα ραντάρ της παραδοσιακής πολιτικής ο αντίπαλος είναι πολύ καλύτερος.

Ας έρθουμε και στα δικά μας. Έχουμε μπει πια σε προεκλογική τροχιά και όπως φαίνεται η ακροδεξιά ατζέντα σε επίπεδο κεντρικής πολιτικής κυριαρχεί. Είναι έτσι;

Αυτή τη στιγμή, γεννά ειδήσεις και συζητείται το τζαρτζάρισμα ανάμεσα στη Δεξιά και την Ακροδεξιά. Όταν δημιουργούνται θέματα, όπως αυτό με την παρουσίαση μιας ομόφυλης οικογένειας σε σχολικό βιβλίο, τότε ξυπνά ο διαγκωνισμός ανάμεσα σε πρόσωπα της ακροδεξιάς. Είναι πιθανό να πάμε στις εκλογές συζητώντας αυτή την ατζέντα. Ολέθριο, αν σκεφτούμε πόσο μακριά είναι από τη βιωμένη πραγματικότητα των ανθρώπων. Δεν πιστεύω ότι για τον χειμώνα που έρχεται η μεγαλύτερη αγωνία των ανθρώπων είναι ένα ζευγάρι ομόφυλο σε ένα σχολικό βιβλίο. Κι όμως, ο Σαμαράς και η Λατινοπούλου θέλουν να μιλάνε γι’ αυτά. Είναι ζητούμενο αν θα μπορέσουν φωνές της Αριστεράς να στρέψουν τη συζήτηση στην πολιτική ουσία και στην καθημερινότητα ώστε ο δημόσιος διάλογος να γίνει με όρους πραγματικούς και όχι με όρους φαντασιακών φόβων. Γι’ αυτό χρειάζεται πολιτική τόλμη και ανοιχτός λόγος. Να προταχθεί το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία δοκιμάζεται και από την τεράστια έλλειψη εργατικού δυναμικού στην αγροτική παραγωγή και τον δευτερογενή τομέα. Οι ίδιοι άνθρωποι στην ύπαιθρο που ζητούν από τους Δήμους να φέρουν με διμερείς συμβάσεις εργατικά χέρια, οι ίδιοι λένε στις έρευνες ότι είναι πολλοί οι ξένοι στην Ελλάδα. Αυτό σημαίνει ηγεμονία του ακροδεξιού αφηγήματος. Κι όμως, αυτή την αντίφαση η Αριστερά δεν έχει καταφέρει να την αναδείξει. Και σύρεται σε μια συζήτηση για το μεταναστευτικό μόνο με όρους δημόσιας τάξης και ασφάλειας.

Είναι βέβαια ναρκοθετημένο και το πεδίο. Ο τρόπος που γίνεται ο δημόσιος διάλογος είναι στιγματιστικός για τους μετανάστες, με τον δημοσιογραφικό λόγο να χαράσσει απροσχημάτιστα αντιμεταναστευτική γραμμή.

Συμφωνώ απολύτως. Ακόμα και η δημοσιογραφική αντιμετώπιση της ακροδεξιάς ως ενός εξωτικού κινδύνου που δεν τον περίμενε κανείς είναι σε ένα βαθμό παραπλανητική. Δεν έπεσε ξαφνικά από τον ουρανό. Βλέπουμε δε και πώς από τους ίδιους τους δημοσιογράφους αναπαράγεται η θεωρία των δύο άκρων. Πρόσφατο παράδειγμα η κα Κοσιώνη, η οποία είπε πως όπως το 2012 η αγανάκτηση του κοινωνικού σώματος ανέβασε πάρα πολύ μια σκοτεινή δύναμη, τον ΣΥΡΙΖΑ, τώρα ανεβάζει το AfD. Είναι τραγικό αλλά δεν είναι δυσεξήγητο. Εξυπηρετεί έναν πολιτικό σχεδιασμό για την επόμενη μέρα. Και θα δούμε και τη θεωρία της «καλής ακροδεξιάς» που μπορεί να είναι χρήσιμος σύμμαχος απέναντι στην «κακή ακροδεξιά»

Είναι, το υπονόησες και εσύ νωρίτερα, ενδεικτικό της εποχής μας πως τα μη δεξιά πολιτικά κόμματα αυτολογοκρίνονται και αποφεύγουν να παρουσιάσουν με θάρρος ένα εναλλακτικό προεκλογικό πρόγραμμα.

Σε τέσσερα χρόνια το ελληνικό κράτος μπαίνει στον τρίτο αιώνα ζωής του. Η ελληνική κοινωνία είναι πλέον μια κοινωνία πολύ χαμηλών προσδοκιών. Κοινωνία οριακής επιβίωσης και συρρίκνωσης σε όλα τα επίπεδα. Μάθαμε να χάνουμε κάθε χρόνο μια περιφέρεια σε πυρκαγιές και πλημμύρες, να κλείνουν σχολεία γιατί δραματικά λιγοστεύει ο μαθητικός πληθυσμός, να φεύγουν οι νέοι στο εξωτερικό ακόμα και για να δουλέψουν σεζόν εκεί. Ποιο είναι το δικό μας όραμα για τον επόμενο αιώνα αυτού του κράτους; Πώς βάζουμε το μεταναστευτικό ανοιχτά στη συζήτηση με όρους κοινωνικής επιβίωσης και οικονομικής ανάπτυξης; Πώς ανοίγουμε θεσμικά ζητήματα; Όσο αρθρώνουμε λόγο με κριτήριο «να μην τους τρομάξουμε» τόσο θα μιλάμε όλο και περισσότερο με τους όρους και στο γήπεδο της ακροδεξιάς κινδυνολογίας.