φωτογραφία: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΑΚΙΤΖΗΣ/EUROKINISSI
Αμηχανία, λίγος θυμός και πολλή, πολλή απογοήτευση. Οδηγώντας ένα ηλιόλουστο πρωινό στο fly-over της Θεσσαλονίκης και ακούγοντας μια απεργιακή εκπομπή στο ραδιόφωνο, από εργαζόμενους και εργαζόμενες γνωστού κομματικού σταθμού που παραμένουν απλήρωτοι εδώ και έξι μήνες, αναρωτήθηκα: σε ποιους απευθύνονται οι κομματικοί σχηματισμοί που μας ενημερώνουν ότι «θέλουμε, λέει, να τα βρούνε για να φύγει ο Μητσοτάκης». Κάθε φορά που το ακούω νιώθω ότι μας απευθύνονται, αλλά ποια ήταν η τελευταία φορά που τους απευθυνθήκαμε εμείς και μάλιστα με ένα τέτοιο αίτημα;
Ζούμε αρκετά ζοφερές μέρες, ακόμα κι αν ξεγελιόμαστε με κανένα ημερήσιο ταξιδάκι στον Όλυμπο, ακόμα κι αν βλέπουμε σειρές σε κάποια γνωστή πλατφόρμα, συνεταιριστικά, ακόμα κι αν χορεύουμε σε κάποιο πάρτυ, σε κάποιο στέκι, όσα μας απέμειναν. Ζούμε ζοφερές μέρες και το χειρότερο είναι πως ενώ φαίνεται ότι το πολιτικό σύστημα μας απευθύνεται, δεν νομίζω πως μιλάει σε εμάς.
Στα παιδιά με τα δεκάωρα στην πλάτη, και πλέον δεκατρίαωρα, που δουλεύουν στην εστίαση, στα παιδιά με τα χαλασμένα γόνατα από τη σεζόν. Σε όλα εκείνα τα παιδιά που το νοίκι τους κοντεύει να φτάσει τα 2/3 του μισθού τους. Σε εκείνους και εκείνες που ψάχνουν να βρουν λίγο φως κοιτώντας τα παιδιά στην Παλαιστίνη να χορεύουν μέσα στα χαλάσματα, ενώ η Ελληνική Κυβέρνηση υμνεί – εδώ και μια δεκαετία – το κράτος-δολοφόνο του Ισραήλ, που συντελεί γενοκτονία, και η Ελληνική Βουλή, μαζί με ένα σημαντικό κομμάτι της “προοδευτικής αντιπολίτευσης”, ψηφίζει εξοπλισμούς, φρεγάτες και όπλα.
Πιστεύουν αλήθεια ότι απευθύνονται στα παιδιά που δουλεύουν delivery με δανεικά μηχανάκια, στους γονείς τους που περιμένουν τέσσερις μήνες για ένα χειρουργείο στο ΕΣΥ; Στις αναπληρώτριες εργαζόμενες που φτάνει Νοέμβριος και ακόμη δεν έχουν μπει στα σχολεία; Στους εργαζόμενους των δημόσιων δομών φροντίδας που χάνουν κάθε μέρα την αξιοπρέπειά τους, εξαιτίας των νεοφιλελεύθερων μέτρων που εφαρμόζει η Κυβέρνηση; Στις γυναίκες που μένουν σε ένα σπίτι που τις κακοποιεί και τελικά τις σκοτώνει; Στους εργαζόμενους στο λιμάνι του Πειραιά που λοιδορούνται επειδή αντιστέκονται σε μια γενοκτονία; Στις νέες επιστημόνισσες που επιμένουν στο Δημόσιο Πανεπιστήμιο – ή ό,τι απέμεινε από αυτό – κάνοντας διδακτορικό απλήρωτες, καθώς αναρωτιούνται γιατί δεν έκαναν εκείνη την αίτηση στη Βόρεια Ευρώπη, κι ας έπρεπε παράλληλα να δουλεύουν σε κάποιο καφέ-μπιστρό για να ζήσουν; Σε εκείνη την οικογένεια στη Γλυφάδα όπου η αγορά και όσοι την υπηρετούν, ήρθε μια μέρα να τους πάρει τη ζωή τους, να τους πάρει το σπίτι τους.
Στα παιδιά που ρίχνουν τα πόδια τους σε διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις, που βιώνουν την αστυνομική αυθαιρεσία, προσαγωγές και τρομοκρατία, που δολοφονούνται για 20 ευρώ βενζίνη επειδή είναι Ρομά. Σε όσα φοβούνται να κρατηθούν χέρι-χέρι; Σε όσα παιδιά πήραν το τρένο, και σε εκείνα που δεν το έχουν ξαναπάρει εδώ και σχεδόν τρία χρόνια. Σε εκείνον τον γονιό που έκανε απεργία πείνας μήπως και κάνει η Πολιτεία τη βασική διερεύνηση για τη δολοφονία του παιδιού του;
Μας απευθύνονται, αλλά δεν μιλάνε σε εμάς. Δεν μιλάνε τη γλώσσα μας, δεν βλέπουν τις υλικές μας ανάγκες, δεν φαίνεται να γνωρίζουν πώς είναι η ζωή μας. Και φυσικά δεν φαίνεται να θέλουν να διεκδικήσουν κάτι καλύτερο γι’ αυτήν. Μας απευθύνονται, αλλά φαίνεται πως απευθύνονται στους εαυτούς τους, με σκοπό τη συντήρηση. Να διατηρηθούν οι ισορροπίες του παρόντος πολιτικού συστήματος, να μην ανοίξει κανένα μονοπάτι για αμφισβήτηση του συστήματος που μας συνθλίβει τη ζωή, για αλλαγή των συσχετισμών και των όρων ζωής. Συντήρηση, μια καλύτερη διαχείριση του υπάρχοντος.
Εμείς όμως στο παρόν δεν χωράμε. Τα παιδιά αυτά προσπαθούν να στριμωχτούν σε ένα πολιτικό σχέδιο που δεν τα συμπεριλαμβάνει, που δεν παλεύει γι’ αυτά. Που δεν σχεδιάζει με σκοπό να εκπροσωπήσει τελικά τον κόσμο της εργασίας. Κι του απευθύνεται.
Βλέπουμε ένα σχέδιο να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας και πάνω στις ζωές μας, που δεν μας χωράει, και μια εναλλακτική που δεν υπάρχει, κι αν υπάρχει δεν μας εκπροσωπεί, δεν προέρχεται από εμάς και τελικά, όσο κι αν μας απευθύνεται, δεν μας βρίσκει. Δεν μας κινητοποιεί.
Η απόσταση είναι μεγάλη, η επιμονή στη συντήρηση του υπάρχοντος είναι σχεδόν απογοητευτική. Όμως τα παιδιά αυτά παλεύουν κάθε μέρα και βρίσκουν τρόπους να φαντάζονται, και καμιά φορά να κερδίζουν, στους χώρους δουλειάς τους, με μια σημαία της Παλαιστίνης στο μπαλκόνι, με την παρουσία τους και την αφοσίωσή τους εκεί που υπάρχει χώρος και γι’ αυτά.
Αν η Αριστερά επιθυμεί πραγματικά να μιλήσει σε αυτά τα παιδιά, πρέπει να πάψει να κάνει πολιτική για τον εαυτό της, να πάψει να είναι απούσα και συμβιβασμένη. Χρειάζεται να κοιτάξει εκεί που νομίζει ότι απευθύνεται και, αν ακούσει με προσοχή, θα καταλάβει ότι η πολιτική του μέσου όρου δεν θα μας αλλάξει τη ζωή. Κι εμείς θέλουμε να αλλάξουμε τη ζωή μας. Προς τα εκεί θα πάμε. Όποιος επιθυμεί να αμφισβητήσει τις κυρίαρχες σχέσεις εκμετάλλευσης και καταπίεσης, ας έρθει. Όποιος, πάλι, θέλει να τις συντηρήσει, ας σταματήσει τουλάχιστον να μας απευθύνεται.





