Με αφορμή την αποκατάσταση της αρχαίας περιτοίχισης στην οδό Ιπποκράτους στην Κω

 Όταν άρχισε η αποκατάσταση των ζημιών που υπέστησαν τα μνημεία στο νησί με τον σεισμό του 2017 έκφρασα την αντίρρησή μου, κύρια για την αρμολόγηση, γιατί γίνεται «επιχρισματικά». Καλύπτονται, δηλαδή, οι αρμοί με επίχρισμα με αποτέλεσμα να αλλοιώνεται η σύνδεση των λίθων και το περίγραμμά τους, αλλά το χειρότερο είναι ότι το μνημείο «χάνει» πλέον τη φθορά του χρόνου, την αυθεντικότητά του και εμφανίζεται σαν «επισκευασμένο». Το ίδιο δυστυχώς έχει γίνει και στο Κάστρο, στην καμάρα, ακόμα και σε νεότερα μνημεία, όπως ο Άγιος Νικόλαος. Δεν είναι τυχαίο που η UNESCO δεν αναγνωρίζει ως μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς αυτά που έχουν δεχθεί παρόμοιες παρεμβάσεις. Ούτε είναι τυχαίο ότι η μερική  αναστύλωση από τους Ιταλούς στους κίονες του ναού του Απόλλωνα στο δεύτερο άνδηρο του Ασκληπιείου έχει δεχτεί αρνητική κριτική.

 Οι αντιρρήσεις μου αυτές πέρασαν σε δεύτερη μοίρα τώρα που βλέπω την αποπεράτωση των παρεμβάσεων στην αρχαία περιτοίχιση στην οδό Ιπποκράτους. Όχι μόνο λάθος, αλλά «έγκλημα». Πάει, χάσαμε το μνημείο. Στήθηκε ένα «σκηνικό» όπως ήταν στην προ αιώνων αρχική τους κατασκευή, αναπαρίσταται κάθε πολεμίστρα και λεπτομέρεια και μάλιστα με σύγχρονα υλικά, μεταφέροντας και λαξεύοντας πέτρες από άλλες περιοχές και χρησιμοποιώντας ακόμα και μπετόν με σιδηρό οπλισμό. Φανταστείτε να κάναμε το ίδιο σε όλα τα μνημεία, για παράδειγμα στον Παρθενώνα.

 Η Χάρτα της Βενετίας ‒το διεθνές κείμενο αρχών για τη συντήρηση και αποκατάσταση μνημείων και ιστορικών χώρων‒ αναφέρει ότι η ανακατασκευή πρέπει καταρχήν να αποκλείεται και ότι η συμπλήρωση πρέπει να περιορίζεται στο απολύτως αναγκαίο για τη διατήρηση και την αποκατάσταση της μορφής τους. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία όταν ένα παλαιό τείχος συμπληρώνεται με μεγάλο όγκο νέο υλικού και αποκτά ξανά τη μορφή που υποθέτουμε ότι είχε πριν από πολλούς αιώνες. Στην περίπτωση αυτή, μπορεί να αντικρίζεις ένα εντυπωσιακό και ολοκληρωμένο σύνολο, αλλά δυσκολεύεσαι να διακρίνεις ποιο μέρος αποτελεί αυθεντική ιστορική ύλη και ποιο είναι προϊόν της σύγχρονης επέμβασης.

 Το ICOMOS ‒το Διεθνές Συμβούλιο Μνημείων και Τοποθεσιών‒ επισημαίνει ότι η αξία της πολιτιστικής κληρονομιάς δεν βρίσκεται μόνο στην εξωτερική της εμφάνιση, αλλά και στην αυθεντικότητα των υλικών, των κατασκευαστικών τεχνικών των ιστορικών στρωμάτων που έχουν διασωθεί. Επομένως, το ζητούμενο δεν θα πρέπει να είναι να δημιουργήσουμε ένα μνημείο που να φαίνεται «σαν καινούργιο» ή σαν να κατασκευάστηκε ξανά στην αρχαιότητα. Η αξία ενός μνημείου βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι είναι αυθεντικό, ότι πάνω του είναι αποτυπωμένη η πορεία του μέσα στον χρόνο. Η σύγχρονη επέμβαση μπορεί και πρέπει να είναι αναγνωρίσιμη. Πρέπει να επιτρέπει στον επισκέπτη και στον μελλοντικό ερευνητή να διακρίνουν την αρχαία ή ιστορική κατασκευή από τη σύγχρονη προσθήκη.

 Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε νέα πέτρα, κάθε κονίαμα ή κάθε τεχνική επέμβαση αποτελεί αλλοίωση των μνημείων. Η στατική ασφάλεια και η προστασία του από την περαιτέρω φθορά είναι απολύτως θεμιτοί και συχνά αναγκαίοι στόχοι. Το ερώτημα είναι ποια είναι η έκταση της επέμβασης, ποια στοιχεία τεκμηριώνονται ιστορικά και ποια αποτελούν ανακατασκευαστική υπόθεση. Η διαφορά αυτή είναι ουσιαστική. Άλλο είναι να προστατεύουμε ένα αυθεντικό τμήμα ενός τείχους ώστε να μην καταρρεύσει και άλλο να συμπληρώνουμε εκτεταμένα τα χαμένα τμήματά του ώστε να παρουσιάζεται μια σχεδόν ολοκληρωμένη εικόνα του παρελθόντος. Στην πρώτη περίπτωση διασώζουμε μια ιστορική μαρτυρία. Στη δεύτερη υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργήσουμε μια σύγχρονη αναπαράσταση της ιστορικής μαρτυρίας.

 Τα μνημεία δεν χρειάζεται να φαίνονται καινούργια για να είναι σημαντικά. Η φθορά τους, τα ίχνη του χρόνου και τα αυθεντικά υλικά τους αποτελούν μέρος της ιστορία τους. Η μεγαλύτερη πρόκληση της σύγχρονης συντήρησης είναι επομένως να τα προστατεύσει χωρίς να αντικαταστήσει την ιστορική τους μαρτυρία με μια σύγχρονη σκηνογραφία του παρελθόντος. Η Αρχαιολογία στη χώρα μας έχει να επιδείξει ως τώρα λαμπρά παραδείγματα συντήρησης μνημείων που έχουν αναγνωριστεί παγκοσμίως και διδάσκονται στα Πανεπιστήμια (π.χ. Ακρόπολη, ακρωτήρι Σαντορίνης, Κνωσός κ.ά.). Η κυρία Μενδώνη έχει δημιουργήσει νέα αρχαιολογική σχολή;