Εύκολα θα μπορούσε κανείς να διαπιστώσει ότι η κατάσταση στον χώρο του έντυπου τύπου είναι μη αναστρέψιμη, ιδιαίτερα για τα περιοδικά με ειδικό περιεχόμενο τα οποία φυλλορροούν φανερώνοντας την παρακμή τους μπροστά στην παντοδυναμία του διαδικτύου. Όμως υπάρχει και μας εκπλήσσει ένα μουσικό περιοδικό Ο Μετρονόμος που επιμένει με σταθερή παρουσία και οι μουσικές του εκδόσεις, παρά τις δυσκολίες, να κυκλοφορούν με άριστη ποιότητα χαρτιού, σελιδοποίηση, εκτύπωση, αισθητική των εξώφυλλων και με μουσικό περιεχόμενο που υπηρετεί το ελληνικό τραγούδι και τους δημιουργούς του. Η Εποχή σήμερα προτείνει την έκδοση: Θανάσης Γκαϊφύλλιας: Ατέλειωτη Εκδρομή και φιλοξενεί ένα απόσπασμα από την εκτενή αυτοβιογραφική αφήγηση που παραχώρησε ο δημιουργός στη ραδιοφωνική παραγωγό Έλενα Διάκου, στο Β΄ Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας. Ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας γεννήθηκε στο Σουφλί και μεγάλωσε στην Κομοτηνή. Το ντεμπούτο του στη δισκογραφία έγινε το 1968 στην εταιρεία Lyra του Αλέξανδρου Πατσιφά, με τίτλο το όνομά του, όπου υπέγραφε και ερμήνευε τα τέσσερα πρώτα του τραγούδια. Ακολούθησε το «Ωτοστόπ» (Lyra, 1971) και η εμβληματική «Ατέλειωτη Εκδρομή» (Minos, 1975). Έγινε γνωστός κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70 και τα τραγούδια του, με ύφος ροκ μπαλάντας, χαρακτηρίστηκαν ως «κοινωνικού ρομαντισμού» καθώς μιλούσαν για τα προβλήματα των ανθρώπων της γενιάς του, μέσα από μελωδίες και στίχους του ίδιου. Έχει συνεργαστεί, με τους σημαντικότερους έλληνες συνθέτες, ενορχηστρωτές, τραγουδοποιούς και συγκροτήματα.
Το 1977 εγκατέλειψε οριστικά την Αθήνα και έπεστρεψε στην πατρίδα του, την Κομοτηνή όπου άνοιξε το δισκοπωλείο-βιβλιοπωλείο «Κύτταρο», δημιουργώντας ένα σημείο αναφοράς μουσικής και πολιτισμού. Οι Εσπερίδες είναι για πρώτη φορά σε γραπτό λόγο, από την αυτοβιογραφική αφήγηση στην Έλενα Διάκου, όπως βγήκε στον αέρα για τέσσερις συνεχόμενες Κυριακές, ξεκινώντας από τις 12 Μαΐου 2019.
Εσπερίδες
Του Θανάσης Γκαϊφύλλιας
Όταν απέκτησα και πάλι την πολυπόθητη ιδιότητα του πολίτη, κατέβηκα στην Αθήνα και ξεκίνησα την περιπέτειά μου, κυριολεκτικά από το μηδέν. Αλλά δεν περιπλανήθηκα άσκοπα γιατί είχα στόχο και πήγα εκεί απ’ όπου ξεκίνησαν οι περισσότεροι. Στις Εσπερίδες. Στο στέκι του μοναδικού Γιάννη Αργύρη. Με άκουσε και μου είπε… «Έλα και συ να μοιραστείς τη φτώχεια μας». Εγώ δεν είχα καμιά απαίτηση και μου αρκούσε που με ενέκρινε. Εκείνο το βράδυ κάθισα ως αργά και δε χόρταινα να ακούω τα παιδιά που έπαιζαν κιθάρα και τραγουδούσαν και ενδιάμεσα ο Γιάννης να λέει ανέκδοτα, πάντα τα ίδια αλλά τα έλεγε έτσι όπως δεν τα είπε κανείς άλλος. Ο κόσμος να χτυπιέται και να δακρύζει από τα γέλια κι ας τα άκουγε για χιλιοστή φορά κι ύστερα άρχιζε να τραγουδά τα δικά του τρυφερά και μελαγχολικά τραγούδια, όπως το «Ιδανικό μου», το «Έλα μαζί μου κάπου να πάμε», το «Πάει κι αυτή η Κυριακή» και αν εκείνη την ώρα άνοιγε κάποιος την πόρτα και κοίταζε μέσα, ο Γιάννης φώναζε «Ή μέσα Ή μέσα» και πάλι γέλια και πάλι τραγούδια όλοι μαζί, μια παρέα , μια φωνή, μια ακριβή ομορφιά. Εκεί, σ’ αυτή την καλύβα έλαμπε ο πολιτισμός. Εκεί κι όχι στα μέγαρα με τις λαμέ τουαλέτες που κάνουν πασαρέλα.
Εκεί, σ’ αυτή την υπέροχη συντροφιά εντάχθηκα κι εγώ από το επόμενο βράδυ. Τραγουδούσα με όλη τη δύναμη της ψυχής και της φωνής μου όλο το βράδυ, χωρίς να κουράζομαι κι ας έπρεπε να ξυπνήσω αξημέρωτα για να προλάβω να πάω στο Μοσχάτο όπου ήταν η βιοτεχνία της ΕΛΒΥΝ, εκεί όπου είχα πιάσει δουλειά ως εργάτης. Η βιοτεχνία επεξεργαζόταν αργό πετρέλαιο και έβγαζε παραφίνη. Το ωράριο ήταν 7πμ – 3μμ και το μεροκάματο του ανειδίκευτου εργάτη ήταν 100 δραχμές. Πριν πιάσουμε δουλειά η επιχείρηση έδινε δωρεάν ένα μπουκάλι γάλα στον καθένα, που έπρεπε να το πιούμε υποχρεωτικά, για να αντιμετωπίσουμε τις συνέπειες από τις αναθυμιάσεις που ήταν διάχυτες στο χώρο.
Το μεσημέρι κάναμε ένα μικρό διάλειμμα για φαγητό, που το ετοίμαζε ο μάγειρας και τρώγαμε ένα πιάτο ζεστό και καλό φαγητό, που κόστιζε μόνο 3 δραχμές την ημέρα. Κι αυτό ήταν προαιρετικό. Με το μεροκάματο μπορούσα να πληρώσω το ενοίκιο της κάμαρας που είχα νοικιάσει σε μια αυλή στην οδό Ερωτοκρίτου και να είμαι καθαρός και ευπρεπής το βράδυ στη μπουάτ. Ο Γιάννης με παρουσίαζε στο κοινό και στους φίλους του με ιδιαίτερη αγάπη και έγραψε το όνομά μου σε μια μικρή βιτρίνα που είχε δίπλα από την είσοδο. Όταν έφευγε ο κόσμος, έμενε η παρέα του Γιάννη και κάθε βράδυ ο πιανίστας Σπύρος Μιχαηλίδης ζητούσε επίμονα να του τραγουδήσω τη «Μαϊμού» του Σαββόπουλου και σε αντιστάθμισμα ζητούσα να παίξει στο πιάνο τον «Ταχυδρόμο» του Χατζιδάκι. Ένα βράδυ ο Νότης Μαυρουδής έπαιζε τη «Ρομάντζα» και πήγε από πίσω το πειραχτήρι ο Λάκης Παπάς και του ξεκούρντισε τη ΜΙ μπάσο. Ο Νότης, εκεί που είχε χαθεί μέσα στο κομμάτι, έπαθε σοκ.
Ο Λάκης Παπάς εκνευριζόταν καθώς με έβλεπε να παιδεύομαι με την κιθάρα μου και να ματώνω τα δάχτυλά μου στις μεταλλικές χορδές κι ένα βράδυ ήρθε με μία θήκη που είχε μέσα μια παλιά του κιθάρα και μου λέει «απόψε παίξε μ’ αυτήν». Έπαιξα και το απόλαυσα. Όταν τελείωσα μου λέει «Τώρα θέλω μια χάρη από σένα, να μου δώσεις την κιθάρα σου» Τι να την κάνεις ρε Λάκη; «Να την πετάξωωω». Το πε και το ’κανε κι εγώ απέκτησα μια υπέροχη κιθάρα.
Μία από τις γνωριμίες που έκανα στις Εσπερίδες ήταν κι αυτή με τη Μαρίζα Κωχ. Γίναμε φίλοι και συμφωνήσαμε το καλοκαίρι που ερχόταν να γίνουμε και συνεργάτες. Αποχαιρέτισα τον Γιάννη με πολλή αγάπη και άνοιξα τα φτερά μου.
Μετά από χρόνια ο Γιάννης είχε μια έμπνευση κι έκανε μια αψίδα από νοβοπάν γύρω-γύρω από την είσοδο και έγραψε όσα ονόματα θυμόταν να έχουν περάσει από τις Εσπερίδες. Χώρεσαν κάπου 200 ονόματα και δεν έλειπε κανείς γνωστός καλλιτέχνης. Αυτόν τον ξεχωριστό καλλιτέχνη όμως, δεν τον τίμησε κανείς και στις Εσπερίδες, σ’ αυτό τον κήπο των ονείρων, θα φυτρώσουν σίδερο, τσιμέντο και γυαλί.
***
Οι Μουσικές Αναγνώσεις της ΕΠΟΧΗΣ

Θανάσης Γκαϊφύλλιας: Ατέλειωτη Εκδρομή
Ο Μετρονόμος, επιμέλεια Ηρακλής Οικονόμου
Το βιβλίο «Θανάσης Γκαϊφύλλιας: Ατέλειωτη Εκδρομή» που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μετρονόμος σε επιμέλεια Ηρακλή Οικονόμου είναι μια συλλογήκειμένων του Γκαϊφύλλια, και για τον Γκαϊφύλλια. Ο λόγος ύπαρξής του προκύπτει από δύο δεδομένα: αφενός τη θέση του τραγουδοποιού στο ελληνικό τραγούδι, και αφετέρου το πνευματικό και αισθητικό φορτίο που κομίζει η γραφή του. Πρόκειται, δηλαδή, για κείμενα που αφορούν στη ζωή και στο έργο μιας αναμφισβήτητα επιδραστικής καλλιτεχνικής προσωπικότητας και άρα λειτουργούν ως εργαλεία κατανόησης αυτής της προσωπικότητας, των πηγών και των ερεθισμάτων που την τροφοδότησαν. Αλλά πρόκειται και για κείμενα που έχουν τη δική τους αυτόνομη αξία καθώς αντανακλούν την κριτική σκέψη, την αντισυμβατική ματιά, τις στιβαρές ανθρωπιστικές αξίες του δημιουργού τους – και την ικανότητά του να λέει και να γράφει ιστορίες.
Ο τόμος δομείται ως εξής: Στην πρώτη ενότητα παρατίθεται μία εκτενής αυτοβιογραφική αφήγηση του Γκαϊφύλλια που παραχώρησε στη ραδιοφωνική παραγωγό Έλενα Διάκου στο Β΄ Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας και που, ως γραπτό κείμενο, παρέμενε ανέκδοτη μέχρι σήμερα. Στη συνέχεια, συναντάμε μια σειρά κειμένων του ίδιου του τραγουδοποιού που αποκαλύπτουν μνήμες, απόψεις, αλλά και την οπτική του για άτομα και ιδέες που επέδρασαν στον ίδιο. Ακολουθούν τρία εμπεριστατωμένα άρθρα για το σύνολο της δισκογραφίας του (Κωστούλας), τα πρώτα του βήματα (Τρούσας) και το magnum opus του (Παπακώστας). Η τέταρτη ενότητα περιλαμβάνει κείμενα για τον μουσικό αλλά και τον άνθρωπο Γκαϊφύλλια που υπογράφουν προσωπικότητες που συναντήθηκαν και συμπορεύτηκαν μαζί του, ξεκινώντας από τη σύντροφό του Λία Τζιαμπάζη. Το βιβλίο ολοκληρώνεται επιστρέφοντας στη γραφή του δημιουργού, πρώτα με παράθεση του συνόλου των στίχων του, και έπειτα με το σενάριο για μια παράσταση Καραγκιόζη που έγραψε ο ίδιος με τίτλο «Ο Καραγκιόζης και η αυθαίρετη παράγκα».
Κείμενα στον τόμο συνεισφέρουν οι: Θέμης Ανδρεάδης, Γιώργος Ανδρέου, Έφη Γεωργοπούλου, Χαράλαμπος Κατσιμίγας, Τάκης Κεραμέας, Μανώλης Κοττάκης, Δημήτρης Κωστούλας, Κώστας Λειβαδάς, Γιώργος Β. Μονεμβασίτης, Γιάννης Πανούσης, Θανάσης Παπακώστας, Θέμης Ροδαμίτης, Λία Τζιαμπάζη, Φώντας Τρούσας, Γιώργος Φραντζολάς.





