Φωτογραφία: Κώστας Αναγνώστου, eurokinissi

Η είδηση για το έγκλημα στη Χίο, με αποτέλεσμα την βίαιη δολοφονία 15 ανθρώπων μας συνθλίβει και μας γεμίζει οργή. Σε αυτή την ιστορική συνθήκη, νιώθουμε ότι όλες οι αναλύσεις περί προμελετημένου εγκλήματος, οι αναλύσεις για την Ευρώπη Φρούριο και για τον ρόλο της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική των ευρωπαϊκών συνόρων δε μας αρκούν. Το ότι δε μας αρκούν δεν έγκειται στην έλλειψη θεωρητικού βάθους καθώς πρόκειται για αναλύσεις που πηγάζουν από και (ανα)τροφοδοτούνται από την αλληλεπίδραση αντιρατσιστικών αγώνων και κριτικών ρευμάτων σκέψης.

Η ανεπάρκειά τους έγκειται, κατά την άποψή μου, στο ότι αδυνατούν να εξηγήσουν τη συνθήκη στην οποία η ελληνική κοινωνία, αποχαυνωμένη και βυθισμένη στην κρίση, όχι απλώς δεν πενθεί για τους δολοφονημένους από τα σύνορα ανθρώπους, αλλά αντίθετα πανηγυρίζει τον θάνατό τους. Με την επίγνωση ότι ίσως η εικόνα των ΜΚΔ να επικαθορίζει την εικόνα για το πολυποίκιλο και πολύμορφο πράγμα που είναι η «ελληνική κοινωνία», είναι αδύνατο να αγνοηθεί το ότι αυτή η εικόνα δεν προκύπτει στο κενό. Οι φωνές που επιδοκιμάζουν, οι κυνικές ειρωνείες και η γλώσσα της απροκάλυπτης απανθρωποποίησης δεν είναι απλώς «υπερβολές του διαδικτύου», αλλά συμπτώματα μιας βαθύτερης πολιτικής και ηθικής φθοράς.

Αν οι αναλύσεις περί της Ευρώπης-Φρούριο δεν μας αρκούν, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι λανθασμένες, αλλά ότι δεν επαρκούν για να περιγράψουν το συγκεκριμένο πολιτικό παρόν στο οποίο εγγράφεται το έγκλημα. Διότι εδώ δεν έχουμε απλώς να κάνουμε με μια αποτυχία της μεταναστευτικής πολιτικής, αλλά με τη θεσμοποίηση μιας λογικής που αντιμετωπίζει τον θάνατο ως αποδεκτό εργαλείο διαχείρισης. Η ευθύνη γι’ αυτή τη μετατόπιση δεν μπορεί να αποδοθεί αόριστα στην «κοινωνία», αλλά βαραίνει συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές, συγκεκριμένους θεσμούς και συγκεκριμένους λόγους που εδώ και χρόνια νομιμοποιούν την εξαίρεση ως κανονικότητα. Το κυριότερο είναι ότι αυτή η μετατόπιση, εφόσον έχει γίνει, δε θα σταματήσει ούτε θα εξαντληθεί στους πρόσφυγες ή/και στις μετανάστριες.

Η ελληνική πολιτεία δεν λειτουργεί απλώς ως εκτελεστικός βραχίονας μιας ευρωπαϊκής πολιτικής αποτροπής· συμμετέχει ενεργά στη συγκρότηση ενός καθεστώτος στο οποίο τα σύνορα μετατρέπονται σε πεδίο τιμωρίας. Εκεί όπου η έννοια της «ασφάλειας» αποσυνδέεται από την προστασία της ζωής και επανασυνδέεται με την επίδειξη ισχύος. Σε αυτό το πλαίσιο, η βία δεν εμφανίζεται ως εκτροπή που απαιτεί λογοδοσία, αλλά ως πρακτική που εκ των υστέρων εξωραΐζεται, αποσιωπάται ή βαφτίζεται «αναγκαία».

Η πολιτική ευθύνη, επομένως, δεν εξαντλείται σε επιχειρησιακά λάθη ή σε «μεμονωμένα περιστατικά». Αφορά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο αρθρώνεται ο κυρίαρχος λόγος για τη μετανάστευση και τα σύνορα: έναν λόγο που κατασκευάζει απειλές, ιεραρχεί ζωές και προετοιμάζει το έδαφος ώστε η απώλειά τους να γίνεται ανεκτή, αν όχι αναμενόμενη. Όταν η αποτροπή αναγορεύεται σε υπέρτατο πολιτικό στόχο, τότε οι νεκροί παύουν να αποτελούν πολιτικό σκάνδαλο και μετατρέπονται σε στατιστικό κόστος.

Σε αυτή τη διαδικασία, τα κυρίαρχα ΜΜΕ συμβάλλουν καθοριστικά στην κατασκευή μιας βολικής αφήγησης, όπου ο πρόσφυγας συγχέεται με τον «διακινητή» και ο διακινητής δαιμονοποιείται ως το απόλυτο κακό. Με αυτόν τον τρόπο, εξαφανίζονται από το κάδρο οι συνθήκες εξαναγκασμού, οι ιεραρχίες βίας και τα κλειστά σύνορα που παράγουν την ίδια τη διακίνηση, ενώ στη θέση τους προβάλλεται μια προσωποποιημένη φιγούρα ενοχής. Έτσι, η κρατική βία μπορεί να εμφανιστεί ως «αναγκαία καταστολή» και ο θάνατος ως παράπλευρη απώλεια στον πόλεμο κατά ενός κατασκευασμένου εχθρού, νομιμοποιώντας στη δημόσια σφαίρα εγκλήματα που αλλιώς θα όφειλαν να συνιστούν πολιτικό σκάνδαλο.

Ακριβώς γι’ αυτό, το έγκλημα στη Χίο δεν μπορεί να ιδωθεί ως μια τραγική εξαίρεση. Εγγράφεται σε μια συνέχεια επιλογών που συγκροτούν τα σύνορα ως ζώνες μειωμένης λογοδοσίας και μειωμένης αξίας της ανθρώπινης ζωής. Το πολιτικό ερώτημα δεν είναι αν «θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί», αλλά ποιο καθεστώς το καθιστά δυνατό, επαναλαμβανόμενο και, τελικά, διαχειρίσιμο.

Η επιμονή σε αυτό το ερώτημα δεν είναι ζήτημα ηθικού αισθηματισμού. Είναι όρος για να παραμείνει η ζωή πολιτικό διακύβευμα και όχι παράπλευρη απώλεια. Και είναι, ίσως, ο μόνος τρόπος να αρνηθούμε τη σιωπηλή συμφιλίωση με μια πραγματικότητα στην οποία ο θάνατος στα σύνορα παύει να μας αφορά ως συλλογικό σκάνδαλο και αρχίζει να λειτουργεί ως κανονικότητα.