Πριν μερικές εβδομάδες, παρακολούθησα ένα μικρό πάνελ πάνω στο θέμα της τεχνολογικής κυριαρχίας και την ανάγκη της Ευρώπης, αλλά και της ΕΕ να αποκτήσουν τεχνολογική αυτονομία, φεύγοντας απο την επιρροή των αμερικάνικων εταιριών. Το πάνελ απαρτιζόταν απο τέσσερα άτομα: μια καθηγήτρια με εξειδίκευση πάνω στις ψηφιακές τεχνολογίες και τα ΜΚΔ, μια καθηγήτρια με αντικείμενο τις κριτικές σπουδές δεδομένων (Critical Data Studies), έναν αξιωματούχο απο την ΕΕ, και μια υπεύθυνη για τις σχέσεις μεταξύ Microsoft και ΕΕ. Το θέμα της συζήτησης ήταν βασισμένο πάνω στην έρευνα της πρώτης, για το πως μπορούμε να διατηρήσουμε τις κοινές αξίες (είτε ως Ευρώπη, είτε ως ΕΕ) στην εποχή των Big Data και της ΤΝ, με κύριο επίδικο, τους όρους με τους οποίους μπορεί να επιτευχθεί η τεχνολογική κυριαρχία της Ευρώπης και η συμβατότητα με τις παραπάνω αξίες.
Θα περίμενε κανείς πως η συζήτηση θα είχε μορφή συναινετικού χαρακτήρα, με τους καλεσμένους να προβληματίζονται στα επιμέρους του συγκεκριμένου θέματος. Πράγματι, ποιός δεν θέλει την διασφάλιση των κοινών αξιών, την προστασία ατομικών δεδομένων, τον σεβασμό απέναντι στα δημοκρατικά, κοινωνικά και εργασιακά κεκτημένα και τη εγγύηση πως τα χαρακτηριστικά της Ευρώπης και της ΕΕ θα διασφαλιστούν; Και όμως, ενώ οι τρεις απο τους τέσσερις συνομιλητές συμφωνούσαν πως η τεχνολογική κυριαρχία μπορεί μόνο να υπάρξει υπο την προϋπόθεση πως τα παραπάνω θα αποτελούν πυλώνες σταθερότητας, ο τέταρτος συνομιλητής είχε μια διαφορετική προσέγγιση.
Αυτός ήταν ο αξιωματούχος της ΕΕ.
Ο συγκεκριμένος ξεκίνησε την επιχειρηματολογία του λέγοντας πως οι δημόσιες αξίες είναι σημαντικές, αλλά το παρόν διεθνές γεωπολιτικό πλαίσιο δεν μας αφήνει χρόνο να ασχοληθούμε με την περιπλοκότητα των “δημοκρατικών οικοσυστημάτων μας” (democratic ecosystems), τονίζοντας πως στο επίπεδο του διεθνούς τεχνολογικού ανταγωνισμού η ΕΕ έχει μείνει αρκετά πίσω και πρέπει να επιταχύνει δραματικά προκειμένου να αποκτήσει τεχνολογική κυριαρχία. Ισχυρίστηκε δε πως στη προσπάθεια αυτή η χρήση της ΤΝ δεν πρέπει να μας φοβίζει. Κάθε άλλο. Πρέπει να χρησιμοποιήσουμε την ΤΝ σε κάθε δυνατή έκφανση της κοινωνικής, οικονομικής και τεχνολογικής σφαίρας, και προσέθεσε αρκετά εγκωμιαστικά σχόλια για τις δυνατότητές της. Κάτι τέτοιο, σύμφωνα με τον ίδιο, μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την τυφλή εμπιστοσύνη στις αγορές ως μοχλό ανάπτυξης, καινοτομίας και δημιουργικότητας, και πως αν θέλει η ΕΕ να έχει την αρμόζουσα θέση στον παγκόσμιο τεχνολογικό ανταγωνισμό, τότε αυτό θα γίνει δυνατό μόνο αν αποκτήσει την δική της Silicon Valley, και την δική της Big Tech βιομηχανία. Με λίγα λόγια, ο αξιωματούχος θεωρεί πως το καλύτερο δυνατό που μπορεί να κάνει η ΕΕ είναι να προσομοιάσει το τεχνολογικό μοντέλο των ΗΠΑ για να φτιάξει το δικό της.
Η ενόχληση των υπόλοιπων συνομιλητών και η έκπληξη του κοινού ήταν προφανής. Οι συνομιλήτριες προσπάθησαν να δείξουν πως η ΕΕ δεν είναι ΗΠΑ και οποιαδήποτε ωμή και βεβιασμένη κίνηση για την επίτευξη της τεχνολογικής κυριαρχίας δεν μπορεί να επιτευχθεί στα καθ’ημάς, με τη συγκατάβαση του κοινού να επιβεβαιώνει αυτό το επιχείρημα. Και όμως, ο συνομιλητής τους, προφανώς άκαμπτος στις θέσεις του, δεν είναι κάποιος που έχει απλά το θάρρος της γνώμης του, αλλά ένας αξιωματούχος με θεσμικό ρόλο, μέσα στο κέντρο λήψης αποφάσεων και κατέχοντας ρόλο-κλειδί για την διενέργεια των εξελίξεων στο θέμα της τεχνολογικής κυριαρχίας.
Το συγκεκριμένο πάνελ αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα των συζητήσεων που δειξάγονται στο επίπεδο της τεχνολογικής κυριαρχίας και όχι μόνο. Η ΕΕ αντιμετωπίζει ένα υπαρξιακό ζήτημα εφ’όλης της ύλης και ο τεχνολογικός και ψηφιακός μετασχηματισμός είναι στο επίκεντρο του. Ο συγκεκριμένος αξιωματούχος αποτελεί μια ένδειξη αυτού που ονομάζουμε επιταχυντισμός (accelerationism), την ανάγκη για επίσπευση της ανεξέλεγκτης τεχνολογικής πρόοδου με φαινομενικό στόχο την αναβάθμιση του ανθρώπινου πολιτισμού, η οποία όμως μπορεί να λάβει ολέθρια χαρακτηριστικά στη πορεία. Η προσπάθεια του αξιωματούχου έρχεται να κανονικοποιήσει αυτή την αντίληψη σε ένα ευρύτερο κοινό, αποκρύπτωντας και παραβλέποντας τα σημεία κινδύνου που ενυπάρχουν στην τυφλή εμπιστοσύνη της ιδιωτικής πρωτοβουλίας για τον ψηφιακό μετασχηματισμό, αλλά και στην ακλόνητη πίστη πάνω στις δυνατότητες της ΤΝ.
Το δίλημμα για το τι είδους ΕΕ θέλουμε έρχεται για άλλη μια φορά στο προσκήνιο, και αγγίζει την περίπτωση της τεχνολογικής κυριαρχίας. Ακόμη και αν δεχτούμε την ανάγκη ύπαρξης της, οι όροι με τους οποίους θα επιτευχθεί φαίνεται να μην έχουν κανένα δημοκρατικό έρεισμα, ούτε να διασφαλίζεται η λειτουργία της μέσα απο τις απαραίτητες θεσμικές διαδικασίες με σεβασμό στα ατομικά και ανθρώπινα δικαιώματα, πολλώ δε μάλλον αν σκεφτούμε και τον υλικό αντίκτυπο που επιφέρει η τεχνολογική κυριαρχία με την ύπαρξη των κέντρων δεδομένων (data centers), των οποίων ο περιβαλλοντικός και κοινωνικός αντίκτυπος έχει ήδη χαρακτηριστεί ως εξαιρετικά επικίνδυνος. Η τεχνοκρατική-τεχνολογική αντίληψη της πολιτικής, όπως βρίσκει το πρόσωπο της στον αξιωματούχο του πάνελ δημιουργεί μια εικόνα πολή προβληματική σχετικά με τους όρους με τους οποίους θα γίνει δυνατή η τεχνολογική κυριαρχία της ΕΕ και η οποία βρίσκεται μακριά απο οποιαδήποτε έννοια δημοκρατίας και συμμετοχικής συζήτησης.
Ευρισκόμενος στο πάνελ, θυμήθηκα και μια είδηση που είχα διαβάσει σχετικά πρόσφατα, αντιπροσωπευτική και εξίσου προβληματική για το μέλλον του τεχνολογικού αναβαθμισμού της ΕΕ. Ο Γερμανός Υπουργός ψηφιακών υποθέσεων και κρατικού εκσυγχρονισμού, Dr. Karsten Wildberger, σε πρόσφατη δήλωση του απέκλεισε το ενδεχόμενο της συνεργασίας μεταξύ της εταιρίας λογισμικού Palantir και του γερμανικού κράτους. Αντ’αυτού ισχυρίστηκε πως η ΕΕ πρέπει να αποκτήσει την δική της Palantir. Δεν διευκρίνησε όμως, υπο ποιούς όρους θα γίνει αυτό και αν θα ακολουθηθεί πιστά η λειτουργία και η πρόσληψη της ευρωπαϊκής Palantir με παρόμοιο τρόπο που λειτουργεί η αμερικανική.
Ο Λάζαρος Καραβασίλης είναι μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Ινστιτούτο Έρευνας για τον Ακροδεξιό Εξτρεμισμό στο Πανεπιστήμιο τουΤύμπιγκενκαιστοΠανεπιστήμιο της Λευκωσίας





