Μαθαίνοντας από την Ισπανία
Υπό την ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού, οι πόλεις έχουν εξελιχθεί σε κεντρικούς κόμβους εξουσίας της παγκόσμιας οικονομίας. Για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία πάνω από το μισό του πληθυσμού ζει σε αστικές περιοχές. Κι ενώ οι πλανητικές δυνάμεις της χρηματιστικοποίησης, ο καπιταλισμός της προσόδου, οι επιθετικές πολιτικές της υφαρπαγής και της ιδιωτικοποίησης εξαπλώνονται στους αστικούς χώρους, οι πόλεις του κόσμου γίνονται επίσης εστίες πολιτικών πειραμάτων, αντιστάσεων και μετασχηματιστικής δράσης. Οι πόλεις συγκροτούν ένα τοπικό επίπεδο διακυβέρνησης που επιτρέπει την άμεση συμμετοχή των πολιτών και απαιτεί αποτελεσματικότητα στην επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων, τοπικών αλλά και διεθνών. Πλανητικά διακυβεύματα όπως η κλιματική αλλαγή μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά στις πόλεις όταν πλέον το 80% των εκπομπών άνθρακα παράγεται σε αστικές περιοχές.

Σε αυτές τις συνθήκες, ο σύγχρονος δημοτισμός (new municipalism, nuevo municipalismo) αναδύθηκε ως ένα παγκόσμιο ρεύμα που έχει εμφανιστεί σε τουλάχιστον 19 χώρες και σε διαφορετικές ηπείρους. Η περίπτωση της Βαρκελώνης, όπου η πλατφόρμα πολιτών Barcelona en Comú είχε αναλάβει τα ηνία του δήμου από το 2015 ως το 2023 με επικεφαλής την Άντα Κολάου, και ο κουρδικός δημοκρατικός συνομοσπονδισμός είναι τα πιο γνωστά παραδείγματα. Το κύμα των δημοτικών σχημάτων («πλατφόρμες») και διοικήσεων που σάρωσε την Ισπανία το 2014-2015 ξεχωρίζει διεθνώς ως μια αναπτυγμένη έκφραση του παγκόσμιου κινήματος του νέου δημοτισμού. Οι «ατρόμητες πόλεις» ή «πόλεις της αλλαγής» οραματίζονται δημιουργικές, δημοκρατικές, αγωνιστικές και αλληλέγγυες εναλλακτικές στις κρίσιμες περιστάσεις της εποχής μας, με τις δραματικές ανισότητες, την κυριαρχία των ελίτ, την ανανεωμένη πατριαρχία, τους αυξανόμενους κοινωνικούς αποκλεισμούς, την κλιματική αλλαγή και την πολιτισμική κρίση (Ciudades Sin Miedo. Guίa del movimiento municipalista global. Barcelona: Icaria editorial, 2018).
Στην Ισπανία, μεταξύ άλλων, τις τελευταίες δεκαετίες οι πόλεις είχαν μετατραπεί σε κινητήρα νεοφιλελεύθερης «ανάπτυξης» με τομείς αιχμής τον κατασκευαστικό κλάδο, την αγορά ακινήτων, την ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών και τις συμπράξεις ιδιωτικού-δημόσιου τομέα. Η κρίση αυτού του αναπτυξιακού μοντέλου και ιδίως η «στεγαστική φούσκα» που ξεκίνησε το 2007 εξάντλησαν τους δημοσιονομικούς πόρους των πόλεων. Σε συνδυασμό με τη λιτότητα και τις πολιτικές της «ελεύθερης αγοράς» που επέβαλε η κεντρική κυβέρνηση, η οικονομική κρίση δεν μείωσε μόνον τα εισοδήματα της πλειοψηφίας, αλλά περιέκοψε την πρόσβαση σε βασικές κοινωνικές υπηρεσίες και αγαθά όπως η στέγαση. Η οικονομική ύφεση καταβύθισε τις πόλεις στο χρέος. Καθώς οι πολίτες διαπίστωναν όλο και πιο δραματικά ότι το πολιτικό σύστημα δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες τους, βγήκαν στους δρόμους με μαζικές κινητοποιήσεις όπως το κίνημα των «Αγανακτισμένων» του 2011 ή 15Μ (της 15ης Μαΐου 2011), όπως αυτο-ονομάστηκε.
Το κίνημα του δημοτισμού που διαχύθηκε το 2014 σε πολλές πόλεις της Ισπανίας βάδισε στα χνάρια των κινητοποιήσεων των Αγανακτισμένων, επιδιώκοντας να αντικρούσει τις επιθέσεις ενάντια στη δημοκρατία των πολλών και να ανακτήσει την πόλη ως κέντρο της δημοκρατίας των πολιτών. Ο νέος δημοτισμός φιλοδοξούσε να ξεπεράσει τον φόβο, τον κοινωνικό κατακερματισμό, τη συλλογική αδυναμία, τις ιδιωτικοποιήσεις, τη νεοφιλελεύθερη λιτότητα και την ξενοφοβία, δημιουργώντας δημοκρατικές, κοινωνικές, φεμινιστικές και βιώσιμες πόλεις. Υφαίνοντας σχέσεις αλληλεγγύης στην καθημερινή ζωή, στον χώρο της πόλης, «από τα κάτω» και με «εγγύτητα», οι πόλεις της αλλαγής θα μπορούσαν να ανακτήσουν και να αναζωογονήσουν τη δημοκρατία, αποκτώντας ισχύ τόσο εντός όσο και εκτός των θεσμών, αντιμαχόμενες τις αντιδράσεις του εθνικισμού, της ξενοφοβίας και του συντηρητικού κλεισίματος.
Η συνεργασία με τα θεσμικά όργανα των πόλεων αποτελούσε συστατικό μιας ευρύτερης στρατηγικής προσέγγισης για την κοινωνική αλλαγή με δύο σκέλη: το εκλογικό- θεσμικό και το οργανωτικό-κινηματικό. Το κίνημα είχε ως στόχο να ανανεώσει τις «μορφές άσκησης πολιτικής», να «ξανακερδίσει» την πόλη και τους θεσμούς της και να τους μετασχηματίσει μέσω της λαϊκής εξουσίας, προκειμένου να τους θέσει στην υπηρεσία του κοινού καλού. Η επιδίωξη ήταν οι τοπικοί θεσμοί να γίνουν λιγότερο ιεραρχικοί, πιο διαφανείς και ελεγχόμενοι από τους μηχανισμούς συλλογικής λήψης αποφάσεων των πολιτών. Η συμμετοχή θα έπρεπε να διευρυνθεί, δίνοντας σε όλους τους πολίτες πραγματικές ευκαιρίες φυσικής ή ψηφιακής συμμετοχής σε ουσιαστικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Ο δημοτισμός ήθελε να «χακάρει» και να αναδιαμορφώσει τους κρατικούς μηχανισμούς της πόλης ώστε να ανοίξουν τις πύλες τους στους «απλούς ανθρώπους» και η πόλη να γίνει ένα «κοινό αγαθό». Η αναγέννηση της δημοκρατίας των πολιτών συνδέεται με τον ευρύτερο ελευθεριακό στόχο της απελευθέρωσης από την κυριαρχία στις διάφορες μορφές της (τάξη, φύλο, φυλή, εθνότητα κ.ο.κ.). Ο νέος δημοτισμός κάνει λόγο για έναν διττό αγώνα στους δρόμους και τους θεσμούς, στο σπίτι και στους χώρους εργασίας, μέσω της αντίστασης και της μετασχηματιστικής πολιτικής.
Η εναλλακτική πολιτική του νέου δημοτισμού στην Ισπανία ξεκίνησε από μια διάγνωση της πολιτικής συγκυρίας μετά το κίνημα 15Μ, το οποίο επέτεινε την κρίση νομιμοποίησης του καθεστώτος και διέδωσε μια άλλη δημοκρατική κουλτούρα λαϊκής συμμετοχής, οριζοντιότητας και συλλογικής συναπόφασης. Αλλά το κίνημα δεν μπόρεσε να αναδιατάξει τα καθεστώτα εξουσίας και να επιφέρει μια συστημική αλλαγή. Οι θεσμοί της διακυβέρνησης εξακολουθούσαν να αδιαφορούν για τα αιτήματα της λαϊκής κυριαρχίας, της δικαιότερης κατανομής του πλούτου, της προάσπισης των πολιτικών ελευθεριών και της ενίσχυσης του κράτους πρόνοιας. Εξού και η στροφή από τις κινητοποιήσεις προς την πολιτική των εκλογών. Με την εκλογική στροφή, η κοινωνική κινητοποίηση ήθελε να προσεγγίσει όλους τους πολίτες που είχαν πληγεί από την κρίση, να «κερδίσει την πόλη» και να μεταφράσει την πολιτική των δρόμων, των εναλλακτικών χώρων και του ακτιβισμού σε εκλογικές πλειοψηφίες και τοπικές θεσμικές πολιτικές.
Στην αλλαγή πορείας από το 2014 και μετά, οι σχηματισμοί και οι υποψήφιοι του δημοτισμού παρέμειναν πιστοί στο πνεύμα της «άμεσης δημοκρατίας» των αστικών εξεγέρσεων του 2011. Τόσο εσωτερικά, στους δικούς τους πολιτικούς φορείς, όσο και «εξωτερικά», στα θεσμικά όργανα που ήθελαν να ανασυγκροτήσουν, επιχείρησαν να «κάνουν πολιτική με άλλον τρόπο»: με ανοιχτές συνελεύσεις, οριζόντια και συμμετοχική λήψη αποφάσεων από τους πολίτες, τεχνοπολιτικές υποδομές που υποστηρίζουν την ευρύτερη συμμετοχή των πολιτών, συλλογική ηγεσία, εργαλεία και λογικές ανοιχτού κώδικα, επιδίωξη συναίνεσης, ηθική πολιτική, πολλαπλασιασμό των κοινών μέσω ενός «δημοτισμού των κοινών αγαθών», διαφάνεια στη διοίκηση, σχέσεις φροντίδας και μια «θηλυκοποίηση», ή καλύτερα «φεμινιστικοποίηση», της πολιτικής που προάγει την ισότητα των φύλων και τις σεξουαλικές ελευθερίες, διερευνώντας σε βάθος τις δομές εξουσίας. Στον πυρήνα του οράματός τους οι πλατφόρμες του δημοτισμού στην Ισπανία του 2015 έθεσαν έναν ριζοσπαστικό ρεαλισμό που ήταν προσηλωμένος στη συγκεκριμένη δράση, σε λεπτομερή εφικτά σχέδια και σε απτά αποτελέσματα στην καθημερινή ζωή. Αυτός ο ριζοσπαστικός ρεαλισμός δίνει προτεραιότητα στη «μάθηση μέσα από την πράξη» και στη «συλλογική μάθηση», πάνω και πέρα από οποιαδήποτε αφηρημένη θεωρία της αλλαγής.
Οι οργανώσεις της «αυτοδιοικητικής πλατφόρμας» ή «σύγκλισης» [confluencia] σχηματίστηκαν το 2014-2015 για να συμμετάσχουν στις τοπικές εκλογές του Μαΐου 2015, σε πολλούς δήμους σε ολόκληρη την Ισπανία. Αργότερα, ενεπλάκησαν στη διοίκηση ως κυβερνήσεις συνασπισμού ή μειοψηφίας σε πέντε από τις μεγαλύτερες πόλεις της Ισπανίας: Μαδρίτη, Βαρκελώνη, Βαλένθια, Σαραγόσα και Λα Κορούνια. Οι «συγκλίσεις» ήταν συμμαχίες μεταξύ κομματικών σχηματισμών, κινημάτων και μη οργανωμένων πολιτών. Προσπάθησαν να γίνουν κάτι πέρα από το άθροισμα των μερών τους. Βασίστηκαν σε κοινούς στόχους και στην προσπάθεια δημιουργίας ενός πολιτικού περιβάλλοντος όπου πρόσωπα χωρίς προηγούμενη ενασχόληση με την πολιτική θα μπορούσαν να αισθάνονται άνετα και να συμμετέχουν ενεργά. Τα μέλη βρίσκονταν εκεί κυρίως ως άτομα, όχι ως εκπρόσωποι επιμέρους εγχειρημάτων, και μπορούσαν να διατηρούν μια «διπλή στράτευση». Ωστόσο, οι κοινές δεσμεύσεις, που βρήκαν έκφραση σε έναν κοινό «κώδικα δεοντολογίας», θα έπρεπε να υπερισχύουν των διακριτών πρακτικών και πολιτικών των μελών.
Η ανάπτυξη των «συγκλίσεων» του δημοτισμού το 2015 ακολούθησε μια μεθοδολογία «πέντε σημείων»: αναζήτηση ευρείας κοινωνικής υποστήριξης (μέσω της συλλογής υπογραφών κλπ.), συνεργατική επεξεργασία του εκλογικού προγράμματος, ανοιχτές προκριματικές εκλογές για την επιλογή των υποψηφίων, υιοθέτηση ενός κώδικα δεοντολογίας που περιορίζει τα προνόμια των αιρετών αντιπροσώπων, και εκστρατείες βασισμένες στη συμμετοχική χρηματοδότηση (crowdfunding) και όχι στη χρηματοδότηση από τράπεζες και το μεγάλο κεφάλαιο.
Το 2019, τέσσερα χρόνια μετά τις πρώτες εκλογικές νίκες και το τέλος της πρώτης θητείας των δημοτιστικών κυβερνήσεων, ο απολογισμός ήταν αμφιλεγόμενος. Οι τομείς στους οποίους προχώρησαν νέες πολιτικές πρωτοβουλίες στις «πόλεις της αλλαγής» περιλάμβαναν τη συμμετοχή των πολιτών και τον έλεγχο της δημόσιας διοίκησης, αναδιανεμητικές πολιτικές και αυξημένες κοινωνικές δαπάνες, ενίσχυση των κοινωνικών υπηρεσιών και της δημόσιας μέριμνας, ιδίως για τα ευάλωτα άτομα, ισότητα των φύλων, βελτίωση της ποιότητας της ζωής στην πόλη, ένα νέο μοντέλο αστισμού πέρα από την κερδοσκοπία, τον αστικό εξευγενισμό και την τουριστικοποίηση, βιώσιμες, οικολογικές και ανθεκτικές πόλεις, νέες οικονομίες της πόλης βασισμένες στην αλληλεγγύη, την εγγύτητα και τα υγιή διατροφικά συστήματα, πολιτικές δικτυώσεις του δημοτισμού σε περιφερειακό, εθνικό και διεθνές επίπεδο.
Τα επιμέρους αποτελέσματα ήταν ποικίλα και διέφεραν από πόλη σε πόλη. Παρά τις συντονισμένες προσπάθειες, οι δημοσιονομικοί περιορισμοί και οι περιορισμένες αρμοδιότητες των δημοτικών Αρχών δεν τους επέτρεψαν να ανταποκριθούν επαρκώς στις υπάρχουσες ανάγκες και να αποτρέψουν περαιτέρω αυξήσεις των ενοικίων και των τιμών των κατοικιών. Οι πρωτοβουλίες του εκδημοκρατισμού και της αντι-ηγεμονικής πολιτικής ήρθαν αντιμέτωπες με θεσμικά, γραφειοκρατικά και κομματικά εμπόδια, ενώ η συλλογική διαβούλευση και συμμετοχή ήταν συχνά ισχνή. Επιπλέον, η ενσωμάτωση στα θεσμικά όργανα επέφερε μια θεσμική αδράνεια και γραφειοκρατικοποίηση της «νέας πολιτικής».
Εκτός από τα νομικά και θεσμικά όρια που διέπουν την πολιτική εξουσία των δήμων στην Ισπανία, οι γραφειοκρατικές διαδικασίες, η τεχνική και πολιτική περιπλοκότητα, οι αναγκαίοι συμβιβασμοί της καθημερινής διοίκησης των δήμων, σε συνδυασμό με τη διοικητική απειρία των εκπροσώπων του δημοτισμού, απορρόφησαν την ενέργεια τους. Οι πολιτικοί φορείς τους αποδυναμώθηκαν, και τα μέλη της διοίκησης έχασαν εν μέρει την επαφή με τα κοινωνικά κινήματα, τις γειτονιές και τους δρόμους. Επικράτησε εν τέλει ένα αίσθημα εξάντλησης και απομόνωσης, που επιδεινώθηκε από τις συνεχείς επιθέσεις από τις δυνάμεις των ελίτ και των παραδοσιακών ΜΜΕ. Μετά το 2015, και ύστερα από μια φαινομενική «σταθεροποίηση» ή και «ανάκαμψη» της ισπανικής οικονομίας, ο κύκλος της διαμαρτυρίας φάνηκε να ολοκληρώνεται, στερώντας έτσι περαιτέρω τους σχηματισμούς του δημοτισμού από κοινωνικές δυνάμεις και ενέργεια.
O πρώτος κύκλος του νέου δημοτισμού ως μετασχηματιστικού κινήματος έκλεισε πέντε χρόνια μετά την άνοδό του, το 2019, με τη διάλυση ή την ήττα των περισσότερων σχημάτων στις τοπικές εκλογές. Έγινε φανερό ότι για να εξελιχθούν οι δημοτιστικοί σχηματισμοί σε ισχυρά οχήματα αντιηγεμονικής οργάνωσης με στόχο μια δημοκρατία των κοινών θα πρέπει να ενδυναμωθούν οι ριζοσπαστικές λαϊκές και αντιηγεμονικές διαστάσεις τους. Απαιτείται περισσότερη δουλειά για τη διαμόρφωση ανταγωνιστικών νέων οραμάτων, τα οποία θα είναι σε θέση να συγκροτήσουν νέες λαϊκές ταυτότητες, απομακρύνοντάς τες από τα φαντασιακά του νεοφιλελευθερισμού. Η επέκταση των σχημάτων του δημοτισμού σε περιφερειακό, εθνικό, ηπειρωτικό και παγκόσμιο επίπεδο είναι επίσης ζωτικής σημασίας για μια ισχυρή αντιηγεμονική παρέμβαση σε έναν πολύπλοκο κόσμο. Η εσωτερική ζωή της οργανωτικής πλατφόρμας πρέπει να τρέφεται και να εμπλουτίζεται, ως ένα δυναμικό πολιτικό σχέδιο που είναι ανεξάρτητο από τη διοίκηση της πόλης και είναι πραγματικά σε θέση να κατευθύνει τις πολιτικές της, ελέγχοντας τους αιρετούς εκπροσώπους. Τέλος, η πραγματική εμπλοκή των απλών πολιτών στη θεμελιώδη λήψη αποφάσεων καθώς και στον έλεγχο της εφαρμογής της πολιτικής, τόσο στην πλατφόρμα όσο και στη διοίκηση της πόλης, θα πρέπει να έχει ουσιαστική ευρύτητα και βάθος.
Το σύγχρονο κίνημα του δημοτισμού με μετασχηματιστικό και αντι-ηγεμονικό χαρακτήρα είναι διεθνές και πολύμορφο. Στην Ιταλία, για παράδειγμα, γνωρίζει σημαντική διάδοση από το 2013-2014 και μετά, ως συνέχεια αγώνων για το νερό ως κοινό αγαθό οι οποίοι κορυφώθηκαν με ένα επιτυχές δημοψήφισμα λαϊκής πρωτοβουλίας το 2011. Ως επί το πλείστον, τα ιταλικά εγχειρήματα επιδιώκουν να διατηρήσουν την αυτονομία τους και να μην αναλάβουν άμεσα τη διοίκηση των δήμων. Πρωτίστως πιέζουν, συνδιαμορφώνουν πολιτικές και διεκδικούν τη μετατροπή δημόσιων αγαθών σε κοινά, δηλαδή σε δημόσιους θεσμούς τους οποίους συνδιαχειρίζονται και συνδημιουργούν ανοικτές ομάδες πολιτών για το κοινό όφελος, αξιοποιώντας νομικά και θεσμικά εργαλεία που παρέχει το ιταλικό νομικό και πολιτικό σύστημα, όπως τη συνταγματική αρχή της «επικουρικότητας», δηλαδή της συμμετοχής των πολιτών στη δημόσια διοίκηση.
Στην Ελλάδα, ο βαθμός αυτονομίας και οι υλικοί πόροι των δήμων είναι ακόμη ισχνότεροι σε ένα κράτος που παραμένει βαθιά συγκεντρωτικό και αθηνοκεντρικό. Ωστόσο, τα περιθώρια παρέμβασης και δημιουργικής δράσης δεν είναι δεδομένα ούτε άκαμπτα. Περιπτώσεις όπως ο δήμος της Πάτρας, που δεν ασπάζεται τον νέο δημοτισμό αλλά εφαρμόζει κοινωνική πολιτική με τις δυνάμεις του δήμου, δείχνουν ότι και στη χώρα μας η τοπική αυτοδιοίκηση μπορεί να δράσει ως πόλος δημοκρατικής ενδυνάμωσης και ανταγωνισμού. Σχήματα όπως η «Πόλη Ανάποδα» στη Θεσσαλονίκη αρθρώνουν έναν ισχυρό κριτικό και εναλλακτικό λόγο σε τοπικό επίπεδο και προσβλέπουν στη διευρυμένη συμμετοχή των πολιτών στη λήψη αποφάσεων. Στις ιδιαίτερες θεσμικές συνθήκες και σχέσεις εξουσίας της χώρας, το ζητούμενο είναι η ευφυής κινητοποίηση της δημιουργικότητας των πολλών με στόχο να επινοήσουν δυνατότητες και λύσεις εκεί όπου σήμερα φαίνεται ότι δεν υπάρχουν.
Παρά τις αποτυχίες και τις αδυναμίες της, η στρατηγική δημοκρατικής αλλαγής του νέου δημοτισμού παραμένει επίκαιρη και ζωτική, γιατί οι σύγχρονες πόλεις συνιστούν κομβικά πεδία επέκτασης του κεφαλαίου που χρηματιστικοποιεί και απαλλοτριώνει συλλογικά αγαθά όπως η στέγη, το νερό, οι νέες τεχνολογίες, η παιδεία, κοκ. Καθίστανται έτσι βασικές εστίες κοινωνικού ανταγωνισμού –εξού και οι αλλεπάλληλες «αστικές εξεγέρσεις» από το 2011 ως τις μέρες μας σε παγκόσμιο επίπεδο– αλλά και συλλογικής ενδυνάμωσης των πολλών που συγκεντρώνονται μαζικά στα αστικά κέντρα και μπορούν εκεί να συμμετάσχουν άμεσα σε λαϊκούς θεσμούς αυτοδιοίκησης. Η εξάπλωση τέτοιων διεργασιών από τα κάτω σε πολλές πόλεις στην Ελλάδα θα μπορούσε, μέσω και της συνέργειάς τους, να συγκροτήσει έναν μαζικό και αυτόνομο φορέα δημοκρατικής αντίστασης και νίκης απέναντι στον αυταρχικό νεοφιλελευθερισμό, προωθώντας παράλληλα ένα ευρύτερο σχέδιο δημοκρατικής και οικολογικής αναγέννησης για την ευημερία των πολλών και του πλανήτη.
Φώτο1: All Creative Commons
Φώτο2: All Creative Commons





