Στις 2 Σεπτεμβρίου πέθανε σε ηλικία 92 ετών η ακτιβίστρια και ριζοσπαστική φεμινίστρια Γκλόρια Στάινεμ. Ο θάνατός της επανέφερε στη δημόσια συζήτηση τον ρόλο που έπαιξε μεταπολεμικά η CIA στη δημιουργία ενός δικτύου νεολαιίστικων, πολιτιστικών και καλλιτεχνικών φορέων προοδευτικού προσανατολισμού, οι οποίοι θα ύψωναν ένα «τείχος προστασίας» απέναντι στη διείσδυση της «κομμουνιστικής απειλής» στον «ελεύθερο κόσμο». Στην περίπτωση της Στάινεμ, είχαμε την εμπλοκή της CIA με την Independent Research Service (IRS), την οποία εκείνη διηύθυνε από το 1958 έως το 1962.
Σύμφωνα με άρθρο του Ρόμπερτ Κάιζερ στην εφημερίδα Washington Post, στις 18 Φεβρουαρίου 1967, η Στάινεμ, ως διευθύντρια της IRS, συνεργάστηκε στενά με τις μυστικές υπηρεσίες για την πραγματοποίηση Παγκόσμιων Φεστιβάλ Νεολαίας στη Βιέννη και στο Ελσίνκι, το 1959 και το 1962 αντίστοιχα. Σκοπός της πλούσιας χρηματοδότησης που παρείχε η CIA σε οργανισμούς όπως η IRS ήταν η οικοδόμηση, σε παγκόσμιο επίπεδο, ενός εναλλακτικού και προοδευτικού προφίλ για τις ΗΠΑ, στο πλαίσιο του ανταγωνισμού τους με τη Σοβιετική Ένωση. Σύμφωνα με τη δημοσιογραφική έρευνα, οι δραστηριότητες της IRS είχαν χρηματοδοτηθεί από διάφορα ιδρύματα-βιτρίνες των μυστικών υπηρεσιών, μεταξύ των οποίων το Independence Foundation of Boston, το οποίο είχε ήδη κατονομαστεί από την NSA ως αγωγός χρημάτων της CIA.
Η ίδια η Στάινεμ παραδέχθηκε τη συνεργασία της με τη CIA, ενώ χαρακτήριζε τους πράκτορές της φιλελεύθερους και διορατικούς: «Ήθελαν να κάνουμε αυτό που θέλαμε κι εμείς — να παρουσιάσουμε μια υγιή, πολυδιάστατη εικόνα των Ηνωμένων Πολιτειών. Η CIA ήταν η μόνη που είχε αρκετό θάρρος και διορατικότητα ώστε να δει ότι τα ζητήματα της νεολαίας και των φοιτητών ήταν σημαντικά». Τη συνεργασία επιβεβαίωσε και ο Dennis Shaul, συνεργάτης της IRS και πρόεδρος της Εθνικής Ένωσης Φοιτητών των ΗΠΑ κατά τα έτη 1962-1963: «Δεν απολογούμαι καθόλου ούτε ντρέπομαι για όσα έκανα. Το Φεστιβάλ του Ελσίνκι ήταν μια καταστροφή για τον κομμουνιστικό κόσμο και νομίζω ότι μπορούμε να πιστωθούμε μεγάλο μέρος αυτής της επιτυχίας».
Η περίπτωση της IRS δεν ήταν, φυσικά, μοναδική. Πρέπει να την αντιληφθούμε ως ένα κομμάτι ενός τεράστιου παζλ ιδρυμάτων-βιτρινών και πολιτιστικών και νεολαιίστικων προγραμμάτων, που δημιουργήθηκαν με την άμεση εμπλοκή και χρηματοδότηση των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ. Ήδη από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, στελέχη της CIA εξειδικευμένα σε επιχειρήσεις ψυχολογικού πολέμου θεωρούσαν πως στην αντικομμουνιστική σταυροφορία έπρεπε να επιστρατευτούν όχι μόνο οι συντηρητικοί αντικομμουνιστές, οι οποίοι έτσι κι αλλιώς ήταν δεδομένοι, αλλά και άνθρωποι από ολόκληρο το ιδεολογικό φάσμα, ακόμη και από την Αριστερά και τα ριζοσπαστικά κινήματα. Η γνωστότερη από αυτές τις περιπτώσεις ήταν το Congress for Cultural Freedom (CCF).
CCF: το πολιτισμικό ισοδύναμο του Σχεδίου Μάρσαλ
Το CCF δημιουργήθηκε από τη CIA το 1950 στο Δυτικό Βερολίνο, ως τμήμα της «μάχης για τα μυαλά των ανθρώπων». Βασικός σκοπός του ήταν η ενίσχυση της λεγόμενης «μη κομμουνιστικής Αριστεράς», προκειμένου να δημιουργηθεί ανάχωμα στην επιρροή της Σοβιετικής Ένωσης και των κομμουνιστικών κομμάτων στη Δύση. Απέκτησε παραρτήματα σε 48 χώρες και ανέπτυξε ένα εκτεταμένο δίκτυο πολιτιστικών δραστηριοτήτων και περιοδικών εκδόσεων. Πρωταγωνιστές του εγχειρήματος ήταν άνθρωποι της τέχνης και των γραμμάτων που πέρασαν στο στρατόπεδο του αντικομμουνισμού, όπως ο συγγραφέας Άρθουρ Κέσλερ και ο μουσικός Νικολάι Ναμπόκοφ (αδελφός του γνωστού συγγραφέα Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ). Όπως μας πληροφορεί ο Στρατής Μπουρνάζος, το ιδρυτικό συνέδριο του CCF ήταν η μεγαλύτερη συγκέντρωση μη κομμουνιστών αριστερών διανοουμένων μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εκεί, μπροστά σε 15.000 ανθρώπους, ο Άρθουρ Κέσλερ κάλεσε σε μια ενεργητική αντικομμουνιστική εκστρατεία: «Οι διανοούμενοι της Δύσης έχουν εγκαταλείψει πια την αμυντική τους στάση. Φίλοι, η ελευθερία περνάει στην αντεπίθεση!».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύνδεση του CCF με τη γνωστή Λέσχη Μπίλντερμπεργκ, καθώς είχαν οκτώ κοινά ιδρυτικά μέλη. Πέρα από το συνωμοσιολογικό νέφος που σκεπάζει τον δημόσιο λόγο, και οι δύο οργανώσεις αποτελούσαν κομμάτια ενός ενιαίου παζλ για την οικοδόμηση του λεγόμενου «δυτικού μπλοκ». Όπως αναφέρει ο Στρατής Μπουρνάζος, το συνωμοσιολογικό κρεσέντο γύρω από τη Λέσχη Μπίλντερμπεργκ, «παρότι προσφέρει άφθονο γέλιο, μπορεί να ευτελίσει ένα απολύτως υπαρκτό ζήτημα: την ισχύ, τις υπόγειες διαδρομές και τις διασυνδέσεις της Λέσχης».
Οι σχέσεις του CCF με τη CIA, η οποία το χρηματοδοτούσε, αποκαλύφθηκαν το 1966 έπειτα από δημοσιογραφικές έρευνες του ριζοσπαστικού περιοδικού Ramparts και της εφημερίδας The New York Times. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αποκαλύψεις του Τόμας Μπρέιντεν, ο οποίος υπήρξε επικεφαλής του τμήματος πολιτιστικών δραστηριοτήτων της CIA. Σε άρθρο του, στις 20 Μαΐου 1967, στην εφημερίδα The Saturday Evening Post, με τον αποκαλυπτικό τίτλο «Χαίρομαι που η CIA είναι ανήθικη», ο Μπρέιντεν μιλούσε ευθέως για τη διείσδυση της CIA σε φοιτητικές ενώσεις και εργατικά συνδικάτα, όπως η AFL. Γράφει, για παράδειγμα, εκφράζοντας το βαθύ του παράπονο για τις δημοσιογραφικές αποκαλύψεις: «Ήταν δική μου ιδέα να δώσω τα 15.000 δολάρια στον Ίρβινγκ Μπράουν. Τα χρειαζόταν για να πληρώσει τις ομάδες “μπράβων” του στα λιμάνια της Μεσογείου, ώστε να μπορέσουν να εκφορτωθούν αμερικανικά εφόδια παρά την αντίσταση των κομμουνιστών λιμενεργατών. Ήταν επίσης δική μου ιδέα να δώσω μετρητά — μαζί με συμβουλές — σε άλλους συνδικαλιστές ηγέτες, σε φοιτητές, καθηγητές και άλλους που θα μπορούσαν να βοηθήσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες στη μάχη τους ενάντια σε κομμουνιστικά μέτωπα. Ήταν δική μου ιδέα. Επί 17 χρόνια πίστευα ότι ήταν μια καλή ιδέα. Κι όμως, τώρα βρισκόταν στις εφημερίδες, θαμμένη κάτω από σφοδρές επικρίσεις». Ο Ίρβινγκ Μπράουν, ο οποίος αναφέρεται στο κείμενο του Μπρέιντεν, υπήρξε ηγετική φυσιογνωμία της Αμερικανικής Ομοσπονδίας Εργασίας (AFL) και πρωταγωνίστησε στη δημιουργία ενός γιγαντιαίου αντικομμουνιστικού δικτύου εργατικών συνδικάτων στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη. Το 1947 εργάστηκε στην Ελλάδα με σκοπό την αποκομμουνιστικοποίηση του εργατικού κινήματος. Ο Μπράουν ανέπτυξε στενές επαφές με τον Φώτιο Μακρή, αρχισυνδικαλιστή που συνεργαζόταν με την ΚΥΠ. Στο πλαίσιο αυτό, οι αντικομμουνιστικές δυνάμεις στη ΓΣΕΕ χρηματοδοτήθηκαν αδρά από τις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι ο Μπράουν υπήρξε και στενός συνεργάτης του CCF.

Σύμφωνα, λοιπόν, με το άρθρο του, ο Μπρέιντεν, συνομιλώντας με τον επικεφαλής της CIA Άλεν Ντάλες, πρότεινε ως αποτελεσματικότερη μέθοδο ανάσχεσης της αυξανόμενης σοβιετικής επιρροής τη διείσδυση σε μια σειρά οργανώσεων-βιτρινών και τη δημιουργία μιας παγκόσμιας μυστικής επιχείρησης με ενιαίο κέντρο διοίκησης. Σε αυτό το σημείο εμφανίζονται οι πολιτιστικές δραστηριότητες της CIA μέσω του CCF. Ο Μπρέιντεν τις περιέγραψε με έναν κάπως ειδυλλιακό και αθώο τρόπο: «Θυμάμαι την τεράστια χαρά που ένιωσα όταν η Συμφωνική Ορχήστρα της Βοστώνης κέρδισε στο Παρίσι μεγαλύτερη αναγνώριση για τις ΗΠΑ απ’ όση θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν ο Τζον Φόστερ Ντάλες ή ο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ με εκατό ομιλίες. Και μετά υπήρχε το Encounter, το περιοδικό που εκδιδόταν στην Αγγλία και ήταν αφιερωμένο στην ιδέα ότι τα πολιτιστικά επιτεύγματα και η πολιτική ελευθερία είναι αλληλένδετα. Τα χρήματα τόσο για την περιοδεία της ορχήστρας όσο και για την έκδοση του περιοδικού προέρχονταν από τη CIA, και ελάχιστοι εκτός της Υπηρεσίας το γνώριζαν αυτό. Είχαμε τοποθετήσει έναν πράκτορα σε μια οργάνωση διανοουμένων με έδρα την Ευρώπη, το Congress for Cultural Freedom (CCF). Ένας άλλος πράκτορας έγινε συντάκτης του Encounter. Οι πράκτορες δεν πρότειναν απλώς αντικομμουνιστικά προγράμματα στους επίσημους ηγέτες των οργανώσεων, αλλά εισηγούνταν επίσης τρόπους και μέσα για την επίλυση των αναπόφευκτων προβλημάτων προϋπολογισμού. Γιατί να μην εξεταστεί το ενδεχόμενο εξασφάλισης των απαραίτητων πόρων από “αμερικανικά ιδρύματα”; Όπως γνώριζαν οι πράκτορες, τα ιδρύματα που χρηματοδοτούνταν από τη CIA ήταν ιδιαίτερα γενναιόδωρα όταν διακυβεύονταν τα εθνικά συμφέροντα».

Σε μεταγενέστερη συνέντευξή του, το 1983, ο Μπρέιντεν μίλησε και για τη χρηματοδότηση, από τη CIA, μιας εκτεταμένης αντικομμουνιστικής εκστρατείας στο εσωτερικό του συνδικάτου CIO (Congress of Industrial Organizations).
Το CCF στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα, το CCF χρηματοδοτούσε το σοσιαλδημοκρατικό, αντικομμουνιστικό περιοδικό «Διεθνής Ζωή», με επικεφαλής τον Μανώλη Κόρακα. Στο περιοδικό αρθρογραφούσαν ο Αβραάμ Μπεναρόγια από το Ισραήλ, όπου είχε μετακομίσει, και ο προερχόμενος από τον αρχειομαρξιστικό χώρο Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου, μετέπειτα υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων της χούντας και οργανικός διανοούμενος του «αντικομμουνιστικού κράτους των εθνικοφρόνων». Στον κύκλο του CCF συναντάμε και τον Δημήτρη Γιωτόπουλο, επικεφαλής του Αρχειομαρξιστικού Κόμματος, το οποίο στις εκλογές του 1951 πήρε 53 ψήφους σε ολόκληρη την Ελλάδα! Αρχικά, σκοπός του εγχειρήματος ήταν να στηθεί ένα σοσιαλιστικό κόμμα που θα αποτελούσε ανάχωμα στην εκλογική άνοδο της ΕΔΑ. Αργότερα, το εγχείρημα ενίσχυσε την εκλογική προσπάθεια της Ένωσης Κέντρου, με βασικό φιλοΝΑΤΟϊκό και φιλοαμερικανικό προσανατολισμό, καθώς και με παράλληλη στήριξη του Δημοκρατικού Κόμματος των ΗΠΑ. Το περιοδικό, αν και είχε περιορισμένη κυκλοφορία και μικρό αναγνωστικό κοινό, χρηματοδοτούνταν αδρά μέσω του CCF και μέσω διαφημίσεων από κρατικούς οργανισμούς, τράπεζες και μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους. Ουσιαστικά, η επιρροή του CCF στην Ελλάδα ήταν πολύ μικρή, λόγω ιστορικών ιδιομορφιών.

Αξίζει, όμως, να σταθούμε στην περίπτωση του Θεοφύλακτου Παπακωνσταντίνου, γιατί παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο Παπακωνσταντίνου διαγράφηκε από το ΚΚΕ το 1927 και σταδιακά πέρασε από τον αρχειομαρξισμό στη σοσιαλδημοκρατία. Μεταπολεμικά αρθρογραφούσε στο περιοδικό «Διεθνής Ζωή» και συνδέθηκε με το CCF. Σταδιακά μετατράπηκε σε οργανικό διανοούμενο του αντικομμουνιστικού κράτους των εθνικοφρόνων. Σε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα του παραδοσιοκρατικού του λόγου αναφέρει πως οι μόνιμοι συνοδοιπόροι του κομμουνισμού είναι: «οι ανώμαλοι πάσης μορφής- του “τρίτου” φύλου ως επί το πλείστον» και «ωρισμέναι σουσουδο-μποβαρίζουσαι γυναίκες, ανέραστοι λόγω απωθητικής ασχημίας ή ανικανοποίητοι λόγω νευρωτικής ψυχρότητος, αι οποίαι, μη δυνάμεναι να δοκιμάσουν τη χαράν της φυσιολογικής ζωής προσπαθούν να δημιουργήσουν άλλα αντισταθμίσματα. Ο τύπος αυτός των συνοδοιπόρων, εις τον οποίον ανήκουν και αρκεταί γραίαι είναι ο αηδέστερος».
Μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, ο Παπακωνσταντίνου ανέλαβε καθήκοντα υφυπουργού Προεδρίας στην κυβέρνηση Κόλλια. Τον Νοέμβριο του 1967 αναβαθμίστηκε, αναλαμβάνοντας το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων στις κυβερνήσεις Κόλλια και Παπαδόπουλου. Παραιτήθηκε από τη θέση του τον Ιούνιο του 1969 και αρνήθηκε τις υπόλοιπες προτάσεις της χούντας, καθώς διαφωνούσε με την αναβολή της διενέργειας εκλογών.
Ένας αναρχικός στην υπηρεσία του CCF
Μια ακόμη — άγνωστη στην Ελλάδα — πτυχή της ιστορίας του CCF είναι η εμπλοκή του αναρχικού Luis Mercier-Vega, και μάλιστα σε υψηλόβαθμη θέση. Η εμπλοκή αυτή δίχασε το αναρχικό κίνημα, καθώς ένα τμήμα της ισπανικής CNT και της FAI τον θεωρούσε «ρεβιζιονιστή» και «πράκτορα της CIA».
Ο Vega έγινε αναρχικός σε ηλικία 16 ετών και, αφού λιποτάκτησε από τον βελγικό στρατό, εγκαταστάθηκε στη Γαλλία και έγινε μέλος της Αναρχικής Κομμουνιστικής Νεολαίας. Το 1936 πήγε στην Ισπανία και εντάχθηκε στη Φάλαγγα Ντουρρούτι, συμμετέχοντας στις μάχες στο Μέτωπο της Αραγονίας. Περιπλανήθηκε για χρόνια σε διάφορες χώρες, κυνηγημένος από την αστυνομία.
Η συνεργασία του με το CCF ξεκίνησε τη δεκαετία του 1950. Ο Vega έφτασε ψηλά στην ιεραρχία, διευθύνοντας το λατινοαμερικανικό τμήμα του CCF. Όταν, το 1966, αποκαλύφθηκε πως το CCF ήταν κατασκεύασμα της CIA, προέκυψε εύλογα το ερώτημα αν οι εμπλεκόμενοι γνώριζαν τις σχέσεις του οργανισμού με τις μυστικές υπηρεσίες. Υπάρχουν διάφορες ερμηνείες επ’ αυτού. Άλλοι υποστηρίζουν πως υπήρχαν ήδη από τη δεκαετία του 1950 ενδείξεις εμπλοκής της CIA, ενώ άλλοι θεωρούν πως όσοι εμπλέκονταν με το CCF δεν γνώριζαν και έπαιξαν τον ρόλο του «χρήσιμου ηλίθιου».
Ο ίδιος ο Vega, σε συνέντευξή του χρόνια μετά το ξέσπασμα του σκανδάλου, είπε: «Υπήρχαν πράγματα που δεν γνώριζα. Δεν ήξερα ότι το CCF χρηματοδοτήθηκε από τη CIA. Όμως, σε αυτό το πλαίσιο, ό,τι κάναμε επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί στον Ψυχρό Πόλεμο από τη μία ή την άλλη πλευρά. Αν ανησυχούσαμε για το αν θα μας χρησιμοποιούσαν ή όχι, δεν θα είχαμε κάνει τίποτα. Κανείς δεν θα παίξει το παιχνίδι μας αν δεν το παίξουμε μόνοι μας».
Ο αναρχικός Amedeo Bertolo, φίλος και συνεργάτης του Vega, αναφέρει πως οι εξόριστοι Ισπανοί αναρχικοί της FAI τάχθηκαν εναντίον της συμμετοχής του Vega, ως εκπροσώπου της Federación Libertaria Argentina (FLA), στο Συνέδριο της Διεθνούς Αναρχικών Ομοσπονδιών, το οποίο ήταν προγραμματισμένο για το 1978. Γι’ αυτούς, ο Vega ήταν «γνωστός πράκτορας της CIA». Τη «λύση» στο αδιέξοδο έδωσε ο ίδιος ο Vega, αφού αυτοκτόνησε στις 20 Νοεμβρίου 1977.
Στα ελληνικά κυκλοφορεί το βιβλίο του «Το ανώνυμο ιππικό» από τις εκδόσεις Ελευθεριακή Κουλτούρα.
Το ενδιαφέρον της CIA για τον Όργουελ
Είναι γνωστή η περίπτωση της λεγόμενης «λίστας Όργουελ», την οποία είχε συντάξει ο συγγραφέας για λογαριασμό της Information Research Department, μιας μυστικής υπηρεσίας που δημιουργήθηκε στη Βρετανία το 1948 με στόχο την αντιμετώπιση της «σοβιετικής προπαγάνδας» στο εργατικό κίνημα. Μάλιστα, δίπλα στα ονόματα των «ύποπτων» φιλοκομμουνιστών, ο Όργουελ έβαζε χαρακτηρισμούς όπως «πράκτορας», «κρυπτοκομμουνιστής», «συνοδοιπόρος», «συμπαθών», «Εβραίος», «Πολωνοεβραίος», «με τάση προς την ομοφυλοφιλία» κ.λπ.
Η CIA, όπως έχουμε δει στο άρθρο αυτό, είχε πολλές καλλιτεχνικές ανησυχίες. Κάπως έτσι ενδιαφέρθηκε και για την κινηματογραφική προώθηση των έργων του Όργουελ, καθώς τα έβλεπε ως όπλο ενάντια στη σοβιετική επιρροή. Σύμφωνα με την ιστορικό Φράνσις Σόντερς, συγγραφέα του βιβλίου Who Paid the Piper? CIA and the Cultural Cold War, η CIA είχε άμεση εμπλοκή στη χρηματοδότηση της ταινίας κινουμένων σχεδίων «Η φάρμα των ζώων» (1954) και της ταινίας «1984» (1956). Για την πρώτη ταινία, την άμεση εμπλοκή της CIA έχει παραδεχθεί ο Χάουαρντ Χαντ, αξιωματούχος της Υπηρεσίας από το 1949 έως το 1970. Ο Χαντ είχε καλλιτεχνικές ευαισθησίες πριν ενταχθεί στη CIA. Ένα από τα πρώτα του μυθιστορήματα, το Bimini Run, αγοράστηκε από τη Warner Bros. λίγο πριν από τη στρατολόγησή του στη CIA, με σκοπό την κινηματογραφική μεταφορά του. Κατά τη διάρκεια της καριέρας του στις μυστικές υπηρεσίες, αλλά και μετά το τέλος της, είχε άμεση ανάμειξη στον κινηματογράφο και στη βιομηχανία του θεάματος. Στα απομνημονεύματά του, με τίτλο Undercover: Memoirs of an American Secret Agent (1974), ο Χαντ αναφέρει πως, έπειτα από επικοινωνία με τη Σόνια Όργουελ, εξασφάλισε τα κινηματογραφικά δικαιώματα της «Φάρμας των ζώων», ενώ η CIA ανέλαβε το κόστος παραγωγής και διανομής της ταινίας.
Ο Χαντ, όμως, δεν είχε μόνο καλλιτεχνικές ανησυχίες. Στην ταραχώδη καριέρα του είχε άμεση εμπλοκή στο πραξικόπημα στη Γουατεμάλα (1955), στην εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων στην Κούβα (1961) και στο «σκάνδαλο Watergate» (1972).
Εν κατακλείδι, τα δύο βιβλία του Όργουελ έγιναν ταινίες στο πλαίσιο των «επιχειρήσεων PsyOps» της CIA. Μεταξύ των μεθόδων του «πολέμου για τα μυαλά των ανθρώπων» συγκαταλέγονταν η αξιοποίηση της δύναμης του κινηματογράφου και η δημιουργία ενός αντικομμουνιστικού περιβάλλοντος στον χώρο του πολιτισμού. Οι ταινίες χρηματοδοτήθηκαν μέσω κεφαλαίων που διοχετεύθηκαν από το Σχέδιο Μάρσαλ, τη CIA και την Υπηρεσία Πληροφοριών των ΗΠΑ (USIA).
Προτεινόμενα βιβλία για την ανάμειξη των μυστικών υπηρεσιών στον χώρο της τέχνης και του πολιτισμού
- Στρατής Μπουρνάζος: Η ιστορία μιας ματαίωσης. Το CCF και ο πολιτισμικός Ψυχρός Πόλεμος στην Ελλάδα (1950-1967). Εκδόσεις Αντίποδες.
- Ζηνοβία Λιαλιούτη: Ο «άλλος» Ψυχρός Πόλεμος. Η αμερικανική πολιτιστική διπλωματία στην Ελλάδα, 1953-1973. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
- Αρετή Βασιλείου: Η τέχνη στο τέλος της ιδεολογίας. Η αμερικανική πολιτιστική διπλωματία, το Ίδρυμα Ford και το Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν την εποχή του Ψυχρού Πολέμου και της δικτατορίας. Εκδόσεις Αμολγός.
- Κώστας Ιωαννίδης: Έργα τέχνης, άνθρωποι και ιδέες: Ελλάδα-ΗΠΑ και Ψυχρός Πόλεμος. Εκδόσεις futura.
- Gabriel Rockhill: Η Σχολή της Φρανκφούρτης. Αστυνομεύοντας τον επαναστατικό μαρξισμό. Εκδόσεις oposito.





