Όταν η κουλτούρα του «τραύματος» δεν είναι μόνο ατομικό βίωμα. #καπιταλισμέ_ακούς;

Από το 2010 και ύστερα έχει αρχίσει να εμπλουτίζεται ο δημόσιος λόγος, καθώς και το περιεχόμενο των μέσων μαζικής επικοινωνίας, με νέες έννοιες γύρω από τον κλάδο της ψυχοθεραπείας, και ευρύτερα της ψυχικής υγείας. Ιδιαίτερα μετά την πανδημία, μπορούμε να εντοπίσουμε και σε νέες πλατφόρμες, όπως το Spotify, αυτοθεραπευτικά podcast, playlist για να επιτύχεις τον καλύτερο διαλογισμό. Στα βιβλιοπωλεία και στην αγορά κυκλοφορεί, επίσης, πληθώρα βιβλίων αυτοβοήθειας, ενώ στο Instagram θα πέσει το μάτι μας σίγουρα σε έννοιες που έχουν αποκτήσει πλέον διεθνή αναγνωρισιμότητα, όπως «τοξικότητα», «τραυματικός δεσμός», «θεραπεία του εσωτερικού παιδιού» κ.ά. Ο ψυχολογικός λόγος έχει αναντίρρητα διεισδύσει στην καθημερινότητα της GenZ και των Millennials. Όλο και περισσότεροι 30άρηδες προσφεύγουν σε life coaches, ψυχολόγους και συμβούλους ψυχικής υγείας, με κύρια θέματα συμβουλές για τη διαχείριση είτε των ανθρώπινων σχέσεων είτε του γενικότερου στρες που επιβάλλει ο εργασιακός στίβος, όπως έχει μεταβληθεί με τη διαρκή εξειδίκευση. Και αυτό είναι ένα θετικό γεγονός.

Γνωρίζοντας τον εαυτό μας, θέτουμε τα όριά μας και προστατεύουμε την ταυτότητά μας. Παράλληλα, οι ψυχικές ασθένειες αρχίζουν να μην είναι τόσο ταμπού σε σχέση με τις εποχές των γονιών μας. Το να επισκεφθείς έναν σύμβουλο ψυχικής υγείας, σε βοηθάει να κάνεις ένα βήμα ώστε να απορρίψεις παραδεδεγμένες αλήθειες που έμαθες στο οικογενειακό περιβάλλον και δεν είναι απόλυτες ούτε ίσως σου ταιριάζουν. Σε κινητροδοτεί σίγουρα να γίνεις η καλύτερη εκδοχή του εαυτού σου και να βοηθήσεις και τον πλησίον σου στην ίδια κατεύθυνση.

Τί γίνεται όμως όταν η συζήτηση στρέφεται μόνο γύρω από το ατομικό βίωμα per se και όχι από τη γενικότερη συλλογική μνήμη; Γιατί ελάχιστοι μιλούν για το συλλογικό τραύμα ως απότοκο της καπιταλιστικής κουλτούρας, η οποία γίνεται η ίδια τοξική; Είναι άραγε μόνο προσωπικό το ζήτημα της αύξησης της επισκεψιμότητας στους συμβούλους ψυχικής υγείας;

Η κυρίαρχη ψυχοθεραπευτική προσέγγιση εστιάζει κυρίως στη διαταραχή της ψυχικής ισορροπίας ενός ατόμου, λόγω κάποιου κακοποιητικού γεγονότος το οποίο άλλαξε όλη την πορεία του ή σίγουρα κομματιού αυτής. Ωστόσο, ξεχνάμε πολλές φορές και εντέχνως το δομικό πρόβλημα που κυριαρχεί. Για παράδειγμα, το ζήτημα της οικονομικής ανασφάλειας, της φυλετικής καταπίεσης, του αντίκτυπου της πατριαρχίας, τόσο σε βιολογικά όσο και σε κοινωνικά φύλα, της ταξικής εκμετάλλευσης και της γενικής εργασιακής εξουθένωσης είναι δομικά αποτελέσματα του ίδιου του καπιταλισμού.

Ο Δρ. Gabor Maté, γιατρός και γνωστός συγγραφέας για την εξειδίκευσή του στον εθισμό, το άγχος και την παιδική ανάπτυξη, έχει καταδείξει πολλάκις ότι το τραύμα δεν είναι μόνο ατομικό βίωμα. Στο έργο του, ο Maté υπογραμμίζει ότι η κακοποίηση, η εγκατάλειψη και το συναισθηματικό κενό δεν είναι κομμάτια μόνο μιας προσωπικής ιστορίας, αλλά αποτελούν απότοκα μιας κοινωνίας που λειτουργεί καταναλωτικά και μηχανιστικά. Όταν ο προλετάριος (λ.χ. ένας εργαζόμενος χειριστής μηχανής σε ένα εργοστάσιο) βιώνει έντονο άγχος λόγω των εξαντλητικών ωραρίων, ή όταν ο εργαζόμενος σε ένα γραφείο (το σύχρονο πρεκαριάτο) υποφέρει από την ανασφάλεια της «ευέλικτης» εργασίας και την αβεβαιότητα του μέλλοντος, ενώ έχει φτάσει ήδη στα 35 με τέσσερα πτυχία (μεταπτυχιακά και διδακτορικά), και δεν μπορεί να νοικιάσει σπίτι, δεν πρόκειται για μεμονωμένες περιπτώσεις. Αυτές οι εμπειρίες είναι απότοκο του ίδιου του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, ο οποίος έχει υποσκάψει την έννοια της κοινωνικής προστασίας και έχει διευρύνει τις ταξικές ανισότητες.

Πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα, ο ίδιος ο καπιταλισμός που θα δημιουργήσει αυτό το χάος θα έρθει πρώτος να το εμπορευματοποιήσει. Τα παραπάνω γίνονται λοιπόν κομμάτια της «κουλτούρας θεραπείας», η οποία όμως δεν εισάγεται στα σχολεία για τη μείωση της βίας, του ρατσισμού και της τοξικής αρρενωπότητας. Για τον καπιταλισμό και το δημόσιο λόγο που διαμορφώνεται, είναι προτιμότερο να πληρώσεις ψυχοθεραπεία, για «coaching», για «retreat» αποφόρτισης, ή έστω να αγοράσεις ένα «mindfulness app» για να αντιμετωπίσεις το τραύμα σου. Την ίδια ώρα, τα δημόσια νοσοκομεία σπαράζουν και οι γιατροί μειώνονται με γεωμετρική πρόοδο, με την ψυχοθεραπεία να μοιάζει αγαθό μόνο για τους λίγους και εκλεκτούς ή και τυχερούς που μπορούν να αντιμετωπίσουν το κόστος της. Όπως σημειώνει και η κοινωνιολόγος Eva Illouz, σε αυτή την τοξική κουλτούρα δεν είναι ο καπιταλισμός και οι ανισότητες που παράγει το κεντρικό πρόβλημα, αλλά τα ίδια τα άτομα που δεν μπορούν να προσαρμοστούν και να είναι εντέλει «ανταγωνιστικοί» και ευτυχισμένοι στο κοινωνικό πλαίσιο που διαμορφώνεται.

Αναμφίβολα, η δυνατότητα όλων να έχουν πρόσβαση σε ψυχική φροντίδα, ανεξαρτήτως εισοδήματος, φυλής, φύλου ή τόπου διαμονής, αποτελεί κρίσιμο βήμα. Η ψυχική υγεία δεν μπορεί να είναι πολυτέλεια. Ωστόσο, ακόμα και αυτή η προσέγγιση, όσο σημαντική κι αν είναι, παραμένει ανεπαρκής, αν δεν συνοδευτεί με πολιτικές λύσεις. Πρέπει να μιλήσει η Αριστερά όχι μόνο –και σωστά– για τις ψυχικές ασθένειες, αλλά πρέπει να συνδέσει την αποξένωση της νέας γενιάς με τα κοινά και με το ζήτημα της ίδιας της τοξικής κουλτούρας του καπιταλιστικού συστήματος. Σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από το κυνήγι της παραγωγικότητας, την εμπορευματοποίηση του χρόνου και την έλλειψη αυτοφροντίδας, το να ζητάς από τον 30άρη και ένα νέο φοιτητή απλώς να «δουλέψει τον εαυτό του» ισοδυναμεί με το να του ζητάς να προσαρμοστεί στην κακοποίηση που το ίδιο το σύστημα επέβαλε.