Ραούλ Βανεγκέμ: έφυγε στα 92 του ο επαναστάτης της καθημερινής ζωής

“Η επανάσταση σταματάει όταν απαιτεί να θυσιαστείς για χάρη της: να χαθείς και να την κάνεις φετίχ. Οι επαναστατικές στιγμές είναι γιορτές όπου η ατομική ζωή πανηγυρίζει την ένωσή της με την αναγεννημένη κοινωνία. Το κάλεσμα για θυσία αντηχεί σαν πένθημη καμπάνα. […] Η άρνηση θυσίας είναι άρνηση παζαρέματος”

Με τον Ραούλ Βανεγκέμ φεύγει μία από τις σημαντικότερες μορφές της ευρωπαϊκής ριζοσπαστικής σκέψης του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Συγγραφέας, ιστορικός, ποιητής του καθημερινού βίου και κορυφαίος θεωρητικός της Situationist International, άφησε πίσω του ένα έργο που επηρέασε βαθιά όχι μόνο τον Μάη του 1968, αλλά και γενιές ανθρώπων που αναζήτησαν μια διαφορετική σχέση με την πολιτική, την εργασία, τον έρωτα και την ελευθερία.

“Η καταπίεση βασιλεύει επειδή οι άνθρωποι είναι διαιρεμένοι όχι μονάχα μεταξύ τους αλλά και μέσα τους. Ό, τι σε χωρίζει από εσένα και σε αποδυναμώνει, σε ενώνει με ψεύτικα δεσμά με την εξουσία”

Γεννημένος το 1934 στο Λεσίν του Βελγίου. Ήταν γιος σοσιαλιστή και αντικληρικαλιστή σιδηροδρομικού υπαλλήλου που συμμετείχε ενεργά στην αντίσταση εναντίον των ναζί κατακτητών. Σπούδασε στις Βρυξέλλες λατινική φιλολογία και δίδαξε επίσης στο πανεπιστήμιο. Το 1961 εντάχθηκε στη Καταστασιακή Διεθνή, της οποίας υπήρξε μία από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες μαζί με τον Γκυ Ντεμπόρ. Αν ο Ντεμπόρ έγινε γνωστός για την κριτική του στην «κοινωνία του θεάματος», ο Βανεγκέμ ανέπτυξε μια συμπληρωματική, αλλά διακριτή προβληματική: την κριτική της αλλοτρίωσης της καθημερινής ζωής. Για εκείνον, η επανάσταση δεν μπορούσε να εξαντλείται στην αλλαγή της κρατικής εξουσίας ή των οικονομικών σχέσεων. Όφειλε να μεταμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι ζουν, αγαπούν, δημιουργούν και σχετίζονται μεταξύ τους.

“Να συνδικαλίσουμε τις στιγμές, να τις ανακουφίσουμε με την ηδονή, να τους αποσπάσουμε την υπόσχεση ζωής – αυτό σημαίνει πως ήδη μάθαμε πώς να δημιουργούμε μια «κατάσταση»”

Το βιβλίο που τον καθιέρωσε, το Traité de savoir-vivre à l’usage des jeunes générations (Η Επανάσταση της Καθημερινής Ζωής, Πραγματεία περί του savoir-vivre για τις νέες γενιές, 1967), θεωρείται ένα από τα θεμελιώδη κείμενα που διαμόρφωσαν το πνευματικό κλίμα του γαλλικού Μάη του 1968. Η απόρριψη της μισθωτής σκλαβιάς, της καταναλωτικής κοινωνίας και της γραφειοκρατικής εξουσίας συνδυάζεται με μια τολμηρή υπεράσπιση της δημιουργικότητας, της επιθυμίας και της απόλαυσης ως πολιτικών αξιών.

Η πιο γνωστή ίσως φράση του συνοψίζει ολόκληρη τη φιλοσοφία του: «Δεν θέλουμε έναν κόσμο όπου η εγγύηση ότι δεν θα πεθάνουμε από την πείνα ανταλλάσσεται με τον κίνδυνο να πεθάνουμε από την πλήξη». Για τον Βανεγκέμ, η ανθρώπινη χειραφέτηση δεν μπορούσε να περιορίζεται στην υλική επιβίωση· η ελευθερία όφειλε να αφορά την ίδια την ποιότητα της ζωής.

Σε ένα άλλο χαρακτηριστικό απόσπασμα έγραφε:

«Οι άνθρωποι που μιλούν για επανάσταση και ταξικό αγώνα χωρίς να αναφέρονται ρητά στην καθημερινή ζωή, χωρίς να κατανοούν ό,τι ανατρεπτικό υπάρχει στον έρωτα και ό, τι θετικό στην άρνηση των καταναγκασμών, τότε έχουν, όλοι τους, ένα πτώμα στο στόμα τους». Με τη φράση αυτή επιτέθηκε τόσο στον καπιταλισμό όσο και στις αυταρχικές εκδοχές της Αριστεράς, υποστηρίζοντας ότι καμία κοινωνική αλλαγή δεν μπορεί να επιβιώσει αν δεν αλλάξει ταυτόχρονα η καθημερινή εμπειρία των ανθρώπων.

Το 1970 έρχεται σε ρήξη με τον Ντεμπόρ και από τότε οι δύο άνδρες δεν θα ξαναβρεθούν ποτέ. Μετά τη διάλυση της Situationist International το 1972, ο Βανεγκέμ συνέχισε να γράφει αδιάκοπα. Μελέτησε τα μεσαιωνικά κινήματα των «Ελεύθερων Πνευμάτων», τον ανθρωπισμό, τις αιρέσεις και τις μορφές αντίστασης απέναντι στη θρησκευτική και πολιτική εξουσία, ενώ παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του ένας αδιάλλακτος υπερασπιστής της αυτονομίας, της άμεσης δημοκρατίας και της κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης.

“Όσο για μένα, δεν αναγνωρίζω άλλη ισότητα από εκείνη που, η θέληση μου να ζήσω σύμφωνα με τις επιθυμίες μου, αναγνωρίζει τη θέληση των άλλων να ζήσουν. Η επαναστατική ισότητα θα είναι αξεδιάλυτα ατομική και συλλογική”.

Έχει γράψει περισσότερα από 30 βιβλία. Το έργο του μεταφράστηκε ευρέως στα ελληνικά και απέκτησε ιδιαίτερη απήχηση στους ελευθεριακούς, αυτόνομους και ριζοσπαστικούς κύκλους ήδη από τη δεκαετία του 1970. Σε μια εποχή όπου η πολιτική συχνά περιορίζεται στη διαχείριση και η ελευθερία μετριέται με δείκτες κατανάλωσης, ο Βανεγκέμ εξακολουθεί να υπενθυμίζει ότι η πραγματική επανάσταση αρχίζει από την καθημερινή ζωή ενάντια σε κάθε εξουσία:

“Από τώρα και πέρα, οι άνθρωποι δημιουργούν την ιστορία ενάντια στην ίδια την Ιστορία, επειδή η Ιστορία έχει γίνει το τελευταίο οντολογικό οχυρό της εξουσίας, η τελευταία πονηρία όπου, κάτω απ’ την υπόσχεση ενός ατέλειωτου σαββατοκύριακου, κρύβει τη θέληση της να διαρκέσει ως το Σάββατο που δε θα έρθει ποτέ. Πίσω απ’ τη φετιχοποιημένη ιστορία, το άλγος αποκαλύπτεται εξαρτημένο από την ιεραρχημένη κοινωνική οργάνωση. Κι όταν η θέληση να ξεμπερδεύουμε πια με την ιεραρχημένη εξουσία θα έχει γαργαλήσει αρκετά τη συνείδηση των ανθρώπων, όλοι θα ομολογήσουν πώς η οπλισμένη ελευθερία και το βάρος των καταναγκασμών δεν έχουν τίποτα μεταφυσικό”