Κάθε φορά που ο Κυριάκος Μητσοτάκης συναντάται με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είναι σαν να επιχειρεί να πατήσει σε δύο βάρκες.
Η μία βάρκα: Αυτής της κοινής λογικής και της θέλησης να υπάρξει μία συνολική συμφωνία για το Αιγαίο μετά από δεκαετίες έντασης κατά τις οποίες ουκ ολίγες φορές οι δύο χώρες έφτασαν στα πρόθυρα της πολεμικής σύρραξης. Μπορεί ο πρωθυπουργός να επιμένει στην εν πολλοίς μη ρεαλιστική γραμμή ότι η διαφορά που έχουμε με την Τουρκία είναι μόνο μία (η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών), ωστόσο φαίνεται ότι αναγνωρίζει την ανάγκη συμφωνίας με την Τουρκία και των αμοιβαίων υποχωρήσεων.
Η άλλη βάρκα: Ο εθνικισμός στον οποίο αρέσκεται παραδοσιακά η παράταξή του και με τον οποίο δείχνει να αισθάνεται πιο άνετα η μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων που ψηφίζει το μεγάλο κόμμα της ελληνικής δεξιάς. Κάπως πρέπει να ικανοποιηθεί, τουλάχιστον σε ρητορικό επίπεδο, και αυτό το κοινό το οποίο έχει γαλουχηθεί με την ιδέα ότι η Τουρκία αντιπροσωπεύει περίπου το απόλυτο κακό για την Ελλάδα και τον ελληνισμό.
Μεταξύ των δύο βαρκών δεν υπάρχει πολύς χώρος για ελιγμούς, ιδιαίτερα σε μία χρονική περίοδο όπως η τωρινή κατά την οποία η Νέα Δημοκρατία μπαίνει στην τελική ευθεία για την επόμενη μάχη των βουλευτικών εκλογών που θα λάβουν χώρα πιθανότατα την άνοιξη του 2027. Υπό αυτά τα δεδομένα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης καλείται να τετραγωνίσει τον κύκλο στη συνάντησή του με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν την προσεχή Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου, στην Άγκυρα.
Το πλαίσιο της συνάντησης
Ο πρωθυπουργός δεν πρέπει να φανεί ιδιαίτερα «ενδοτικός», γι’ αυτό όλες τις προηγούμενες ημέρες ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έπαιζε σε λούπα τη φράση «η διαφορά μας με την Τουρκία είναι μία», ενώ έδωσε μεγάλη προβολή σε όσα τόνισε ο Κυριάκος Μητσοτάκης πριν από λίγες ημέρες και ιδιαίτερα στο ότι «η επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια είναι μονομερές δικαίωμα της Ελλάδας». Για την εν λόγω τοποθέτηση ο πρωθυπουργός δέχθηκε λεκτικά πυρά από την Τουρκία, όπως συνήθως συμβαίνει σε ανάλογες περιπτώσεις.
Από την άλλη, δεν επιθυμεί και δεν πρέπει να κλείσει τους λίγους διαύλους επικοινωνίας που άνοιξε τα τελευταία χρόνια με την Άγκυρα, η λειτουργία των οποίων οδήγησε, είναι η αλήθεια, στην αποκλιμάκωση της έντασης, στον περιορισμό των παραβιάσεων στον εναέριο χώρο της Ελλάδας και σε ένα καλύτερο κλίμα στις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών. Δεν είναι λίγα όλα αυτά. Και προφανώς στον χρόνο πριν από τις εκλογές ο Μητσοτάκης ουδόλως θα ήθελε να διαχειριστεί προβλήματα όπως αυτά του 2020 ή μία κρίση όπως αυτή του Ορούτς Ρέις.
Tην ίδια ώρα, το πρωθυπουργικό επιτελείο έχει πάντα στο νου και το εξής: Δεν αποκλείεται μέσα στο έτος που διανύουμε ο Ντόναλντ Τραμπ να πάρει μία πρωτοβουλία για το Αιγαίο που θα έχει ως στόχο να φέρει πιο κοντά τις δύο πλευρές με στόχο μία συμφωνία που με κάποιο τρόπο θα ευνοεί τα αμερικανικά συμφέροντα. Γνωρίζοντας ότι ο αμερικανός πρόεδρος είναι, αφενός, εντελώς απρόβλεπτος και ότι, αφετέρου, περιφρονεί το διεθνές δίκαιο, η ελληνική πλευρά, όσο τηρεί στάση αναμονής, επιθυμεί –και ορθώς– να μην διαταράξει τις σχέσεις με την Τουρκία, τουλάχιστον όχι για μη σημαντικό λόγο.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει να αντιμετωπίσει παράλληλα και την πίεση που του ασκούν με τις συνεχείς τοποθετήσεις τους για τα ελληνοτουρκικά οι πρώην πρωθυπουργοί Αντώνης Σαμαράς και Κώστας Καραμανλής. Αυτές, προς το παρόν, τις διαχειρίζεται. Ο μεν Σαμαράς βρίσκεται πια εκτός Νέας Δημοκρατίας και στη δεξιά όσοι δεν βρίσκονται στο μαντρί, δεν επηρεάζουν πλατιές μάζες. Ο δε Καραμανλής προφανώς δεν πρόκειται να προχωρήσει σε κάτι παραπάνω πέρα από τη διατύπωση των δικών του απόψεων που εμπεριέχουν και «μπηχτές» για τον Μητσοτάκη. Αλλά μέχρι εκεί.
Αναθεώρηση ή εργαλειοποίηση του Συντάγματος;
Εντός των τειχών, ο πρωθυπουργός επιχειρεί να μετατοπίσει την ατζέντα σε «μεταρρυθμιστικά» τοπία, τα οποία πιστεύει ότι το ευνοούν. Ένα τέτοιο είναι κατ’ εξοχήν η αναθεώρηση του Συντάγματος.
Επικοινωνιακά, το πρωθυπουργικό επιτελείο έδωσε μεγάλη σημασία στο ξεκίνημα της σχετικής διαδικασίας την οποία ο Μητσοτάκης άνοιξε με τηλεοπτικό διάγγελμα. Σ’ αυτό ο πρωθυπουργός ξεδίπλωσε όλη τη βεντάλια των αλλαγών που επιθυμεί να προχωρήσουν οι οποίες έχουν έντονο ιδεολογικό αποτύπωμα και σαφή συντηρητική υφή.
Έτσι ήρθε ξανά στον δημόσιο διάλογο το ζήτημα της κατάργησης της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων αλλά και αυτό της αναθεώρησης του άρθρου 16. Ως προς το πρώτο, η κυβερνητική πλευρά όχι απλώς φανερώνει ακόμη μία φορά την ιδεολογική της εμμονή αλλά επιχειρεί να μετατρέψει την αναθεωρητική διαδικασία σε πολιτικό πολιορκητικό κριό ενόψει των επόμενων εκλογών.
Ως προς το δεύτερο ό,τι και αν πεις κανείς είναι λίγο. Η κυβέρνηση νομοθέτησε πριν από δύο χρόνια έτσι ώστε ο «σκόπελος» του άρθρου 16 να ξεπεραστεί και να επιτραπεί στην Ελλάδα, έστω δια της πλαγίας, ίδρυση ιδιωτικών Πανεπιστημίων, όπερ και εγένετο. Με τις προσφυγές για τη συνταγματικότητα του εν λόγω νομοθετήματος ΣτΕ να πέφτουν σαν βροχή, φαίνεται ότι η κυβέρνηση επιθυμεί να καλύψει περισσότερο τα νώτα της ποντάροντας και στο γεγονός ότι η λύση των ιδιωτικών πανεπιστημίων είναι πλέον, κακά τα ψέματα, περισσότερο δημοφιλής απ’ ότι στο παρελθόν.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, ο Μητσοτάκης ευρύτερες συναινέσεις στην παρούσα Βουλή θα είναι πολύ δύσκολο (έως ακατόρθωτο) να εξασφαλίσει. Η δημοκρατική αντιπολίτευση δεν έχει ξεχάσει πως ο πρωθυπουργός και οι στενοί του συνεργάτες μετέτρεψαν το Σύνταγμα σε κουρέλι στην υπόθεση των υποκλοπών και πως έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για υποβαθμίσουν όσο ποτέ άλλοτε το κράτος δικαίου στη χώρα. Πώς να εμπιστευτείς, σε τελική ανάλυση, για τέτοιου είδους θέματα, σοβαρά και θεσμικά, τον άνθρωπο που επέτρεψε την εγκατάσταση συστήματος με το οποίο τέθηκε σε παρακολούθηση ακόμα και ο επικεφαλής των ενόπλων δυνάμεων;
Φωτο: Δημήτρης Παπαμήτσος / Γραφείο Τύπου Πρωθυπουργού





