Οι πόλεις και οι γειτονιές μας αλλάζουν ραγδαία πρόσωπο. Αυτό δεν αποτελεί κάποιο φυσικό φαινόμενο, αλλά αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών. Η βαθιά στεγαστική κρίση που βιώνουμε είναι το πιο ηχηρό σύμπτωμα ενός μοντέλου που έχει μετατρέψει τον αστικό χώρο σε πεδίο εξόρυξης κέρδους.
Σε αυτό το πλαίσιο, η τρέχουσα συνταγματική αναθεώρηση δεν αφορά αποκλειστικά τους νομικούς. Αντίθετα, αποτελεί ένα πραγματικό πολιτικό πεδίο μάχης –με την αυστηρά γκραμσιανή έννοια– για την ηγεμονία πάνω στα θεμελιώδη δικαιώματά μας και την «κοινή λογική» γύρω από την κατοικία.
Το Σύνταγμα έως σήμερα προστατεύει την ιδιοκτησία ως μέσο κοινωνικής αναπαραγωγής, δεδομένου ότι στην Ελλάδα αυτή έχει ταυτιστεί, μεταξύ άλλων, κυρίως με την ιδιοκατοίκηση, ακόμη και για τα λαϊκά στρώματα, και άρα με το ίδιο το δικαίωμα στην κατοικία. Ωστόσο, η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για τη συνταγματική αναθεώρηση του άρθρου 17 στο πρώτο της σκέλος μέσω της διεύρυνσης του όρου ιδιοκτησία σε περιουσία, αποσκοπεί ουσιαστικά στη μετατροπή της σε χρηματοπιστωτικό στοιχείο προς εκμετάλλευση στον βωμό της κερδοσκοπίας. Παράλληλα, στο δεύτερο σκέλος της πρότασης επιχειρείται μια περαιτέρω τομή, καθώς προβλέπεται υποχρεωτική αποζημίωση από το κράτος για κάθε περιορισμό της «αξιοποίησης» της ιδιοκτησίας, ακόμη και όταν δεν πρόκειται για απαλλοτρίωση. Με απλά λόγια, σε μια περίοδο στεγαστικής κρίσης, εάν το κράτος θελήσει να επιβάλει περιορισμούς, όπως πλαφόν στα ενοίκια ή στη μετατροπή των κατοικιών σε τουριστικές βραχυχρόνιες μισθώσεις, ο ιδιοκτήτης/επενδυτής θα μπορεί είτε να προσφύγει για την ακύρωση του μέτρου είτε να απαιτήσει αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη.
Αν, από τη μία πλευρά, η υπεράσπιση του δημόσιου χώρου μάς επιβάλλει να αντισταθούμε σθεναρά στις νεοφιλελεύθερες αλλαγές στο Άρθρο 17, από την άλλη οφείλουμε να αναμετρηθούμε με θάρρος και με τα προβληματικά σημεία του Άρθρου 21. Σήμερα, το Σύνταγμα ορίζει μεν την κατοικία ως αντικείμενο «ειδικής φροντίδας του Κράτους», για τις ομάδες που τη στερούνται ή που στεγάζονται ανεπαρκώς και τη συνδέει άρρηκτα με την οικογένεια, η οποία νοείται άκαμπτα ως το «θεμέλιο του Έθνους».
Αυτή η διατύπωση κάθε άλλο παρά ουδέτερη είναι. Υποβιβάζει το δικαίωμα στη στέγη σε ένα απλό μέσο «προστασίας της παραδοσιακής οικογένειας» (Σε ποιον ανήκουν οι πόλεις μας; 2024, Όλγα Νάσση). Η σύνδεση της κατοικίας με την οικογενειακή κατάσταση θεσμοθετεί στην πράξη μια δομική διάκριση, αποκλείοντας κάθε φωνή και κάθε τρόπο ζωής που δεν χωρά σε αυτό το στενό, κανονιστικό πλαίσιο, αφήνοντας απροστάτευτη τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία που βιώνει την επισφάλεια έξω από το παραδοσιακό υπόδειγμα.
Η ίδια η υλική πραγματικότητα, ωστόσο, διαψεύδει αυτή τη συντηρητική οπτική. Η απογραφή του 2021 έδειξε ότι, παρά τη δημογραφική συρρίκνωση του 3,1% σε μια δεκαετία, τα νοικοκυριά στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά περίπου 200.000. Η κοινωνία μας αναπνέει μέσα από νέες μορφές συμβίωσης. Το να τις αγνοούμε σημαίνει πως εγκαταλείπουμε ένα ζωντανό και ευάλωτο κομμάτι της.
Την πολιτική διέξοδο μάς τη δείχνουν οι αγώνες των κινημάτων βάσης. Οφείλουμε να αποσυνδέσουμε ριζικά το δικαίωμα στη στέγαση από οποιοδήποτε οικογενειακό status. Το σπίτι πρέπει να αναγνωριστεί ως αυτό που πραγματικά είναι: ένα δομικό, καθολικό και αναφαίρετο ανθρώπινο δικαίωμα. Αυτό επιτάσσει η κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά και η εναρμόνιση με διεθνείς συμβάσεις, όπως το Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα.
Για να χτίσουμε μια αξιόπιστη εναλλακτική, μαθαίνουμε από τις πρακτικές που γεννήθηκαν από τα κάτω. Εκεί όπου οι κοινότητες οργανώνονται –από τη Βαρκελώνη και το Παρίσι μέχρι τη ζωντανή εμπειρία των Προσφυγικών στην Αθήνα– επιβάλλοντας ποσοστώσεις κοινωνικής κατοικίας και φρενάροντας την κερδοσκοπία, αποδεικνύεται ότι η ανάσχεση των εξώσεων είναι εφικτή.
Το Σύνταγμα πρέπει να ξαναγίνει η ασπίδα όσων υφίστανται τις κρίσεις, όχι το μανιφέστο του νεοφιλελευθερισμού. Το πραγματικό στοίχημα είναι να ενώσουμε τη συλλογική νοημοσύνη των κινημάτων με τη πολιτική εκπροσώπηση, διασφαλίζοντας ότι το δικαίωμα στην πόλη θα γραφτεί επιτέλους μαύρο πάνω σε άσπρο για κάθε άνθρωπο που τη ζει.
Φωτογραφία: Round Icons / Unsplash





