Έπρεπε να φτάσω 18 χρονών για να ερωτευτώ το καλοκαίρι, τα όμορφα ηλιοβασιλέματα, τη θάλασσα, το φεγγάρι στην παραλία, τον ήλιο να σε χτυπά στο καράβι, ακόμη και τη μυρωδιά του καλοκαιριού, το αντηλιακό με το αλάτι και την άμμο. Γιατί, κακά τα ψέματα, το καλοκαίρι που οι περισσότεροι από εμάς γνωρίζουμε κάθε άλλο παρά ρομαντισμό έχει. Είναι ο αφόρητος καύσωνας στην πόλη και η καθημερινή ταλαιπωρία στα ασφυκτικά γεμάτα μέσα μαζικής μεταφοράς. Είναι τα γρήγορα και στρυμωγμένα μπάνια του λαού, την ώρα που γύρω σου βλέπεις τουρίστες να έχουν κατακλύσει κάθε πιθανή γωνιά. Και το πιο σκληρό απ’ όλα είναι πως πίσω από την ανεμελιά των δήθεν διακοπών (κάποιων άλλων κυρίως) κρύβεται η ασταμάτητη δουλειά, η εξάντληση και τα συνεχόμενα εργατικά ατυχήματα, που σε προσγειώνουν απότομα και σου θυμίζουν πως η καλοκαιρινή ξεγνοιασιά δεν είναι τελικά για όλους. Είναι για λίγους και όχι για σένα.
Γιατί, αν το δούμε ρεαλιστικά, τα σημερινά καλοκαίρια έχουν χάσει κάθε ίχνος ξεγνοιασιάς. Στην πράξη, οι πραγματικές διακοπές μοιάζουν με άπιαστο όνειρο. Αυτό που ζούμε είναι ένας αποπνικτικός υπερτουρισμός, όπου δεν βρίσκεις χώρο να ανασάνεις, και ένας ανυπόφορος καύσωνας όπου παλεύεις με την έλλειψη βασικών πραγμάτων, ακόμα και χωρίς κλιματισμό για να δροσιστείς, για να ανασάνεις. Και πίσω απ’ όλη αυτή τη βιτρίνα κρύβονται τα εξαντλητικά ωράρια και η ασταμάτητη δουλειά, που σε προσγειώνουν απότομα και σου θυμίζουν πως το καλοκαίρι, αντί για περίοδος ξεκούρασης, έχει γίνει ένας καθημερινός αγώνας επιβίωσης. Όπως και όλες οι εποχές άλλωστε. Απλά το καλοκαίρι οι αντιθέσεις είναι πιο ορατές.
Προσπαθώ να θυμηθώ πώς ήταν τα καλοκαίρια παλιά, όταν ήμουν παιδί. Τότε που ο χρόνος κυλούσε διαφορετικά, οι μέρες φαίνονταν ατελείωτες και ο κόσμος γύρω μου φάνταζε πιο μεγάλος, πριν γεμίσει η ζωή με τους γρήγορους και απαίσιους ρυθμούς του σήμερα. Μέχρι τότε, το καλοκαίρι είχε μια γλυκιά νοσταλγία παύσης. Μια παύση που έμοιαζε δίχως τέλος. Τα συνόδευε μία αδιανόητη, αλλά καθόλου αδικαιολόγητη, ζήλεια. Όλοι οι φίλοι μου έφευγαν για νησιά ή χωριά, μετρούσαν μπάνια και παγωτά, χαλαροί με τους γονείς τους. Ενώ εμένα η μαμά μου, μία αληθινή υπερ-ηρωίδα, για να με πάει στο Πόρτο Ράφτη, έκανε τον γύρο του κόσμου με όλα τα μέσα μεταφοράς καθώς δεν οδηγούσε, και κάθε Κυριακή ζάλωνε νερά και σάντουιτς σαν να ετοιμαζόταν για στρατιωτική επιχείρηση. Στρώναμε τις πετσέτες στην άμμο, κάναμε ηλιοθεραπεία, και γινόμασταν σαν μπαρμπούνια έτοιμα για τηγάνι. Άργησα να καταλάβω πως ακόμη και αυτό, για μία γυναίκα που ήδη στα 38 της είχε πάθει εγκεφαλικό, ήταν υπέρβαση, ηρωική αποστολή, μόνο και μόνο για να δω τη θάλασσα. Και η «θάλασσα», αλήθεια, ήταν η πρώτη λέξη που είπα όταν μίλησα.
Τώρα τα καλοκαίρια είναι τελείως διαφορετικά: πολλά παγωτά, αρκετά μπάνια, πολύ ποτό και πολύ φασαρία. Όπως ακριβώς αξίζει να είναι ένα καλοκαίρι… και χωρίς καμία υπερ-ηρωίδα να κάνει γύρους του κόσμου για να με πάει στην παραλία. Πλέον τον ρόλο της έχουν αναλάβει οι φίλες μου, οι οποίες με πάνε μεν στη παραλία αλλά με αμάξι. Και έστω αυτές τις πέντε μέρες πείθουμε τους εαυτούς μας πως είμαστε ζωντανές. Πως δεν έχουμε ακόμη πεθάνει. Τις υπόλοιπες μέρες του καλοκαιριού, απλώς ανασαίνουμε.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο σκληρή συνειδητοποίηση μεγαλώνοντας: το καλοκαίρι δεν είναι απλώς μια εποχή, έχει τα δικά του, αυστηρά σύνορα που διαχωρίζουν εκείνους που το καταναλώνουν από εκείνους που το δουλεύουν ή το υπομένουν. Γι’ αυτό, εκείνες οι πέντε μέρες που καταφέρνουμε να ξεκλέψουμε δεν είναι απλώς διακοπές. Είναι η δική μας αθόρυβη άρνηση να αποδεχτούμε πως ο τόπος μας ανήκει πια μόνο σε όσους μπορούν να τον αγοράσουν. Ο ρομαντισμός μας μπορεί να έσβησε στις βάρδιες της σεζόν και στα λεωφορεία, αλλά το να επιμένουμε να βουτάμε με τους δικούς μας όρους, είναι ο μόνος τρόπος να θυμόμαστε πως δεν γεννηθήκαμε για να επιβιώνουμε διαρκώς στο περιθώριο της γιορτής κάποιων άλλων. Αυτά προς το παρόν, έχω κάποιες εξαιρετικές ιστορίες και για το φθινόπωρο. Επομένως, ραντεβού τον Σεπτέμβρη.
Φώτο: All Creative Commons





