Πριν κάποιο καιρό μίλαγα με τον φίλο μου τον Φιλίπο. Ιταλός από τη Φλωρεντία που πια ζούσε στη Νάπολη. Θυμάμαι του έλεγα πως το μόνο που μπορώ να νιώσω σαν ταυτότητα είναι ούτε η Ελλάδα, ούτε η Ευρώπη αλλά η Μεσόγειος. Και θυμάμαι το χαμόγελο και τη φράση του: «Δώσε μου μια σημαία αυτής της χώρας να την αγκαλιάσω αμέσως». Θυμάμαι πως για μία στιγμή νιώσαμε και οι δύο τον ενθουσιασμό του εντοπισμού εκείνου του κοινού σημείου που μας ενώνει.

Είναι αυτή η οικειότητα με τους ανθρώπους της Μεσογείου. Μια αίσθηση που επεκτείνεται στις χειρονομίες, στις γεύσεις, στους όρους του κωμικού και της μοίρας. Η αίσθηση αυτή πως μεγαλώνεις σε μια λεκάνη γεμάτη ήλιο. Πως η μόνη πραγματική οδός βρίσκεται στη θάλασσα. Πως το ταξίδι είναι ριζωμένο σε αυτούς τους τόπους. Και πως εδώ είναι πάντοτε καλοκαίρι ακόμα και όταν θάβεται κάτω από τις συνήθειες του χειμώνα. Όλοι αυτοί οι τόποι οι σπαρμένοι με ερείπια. Εκεί που μαθαίνουμε το παρελθόν μαζί με την φθορά του. Όχι τη συνέχεια και την εξέλιξη, αλλά την αργή αντιστροφή του προς την ανυπαρξία. Αλάτι, μάρμαρο, λάδι. Ήλιος, ήλιος, ήλιος.

Υπάρχουν οι χώρες του καλοκαιριού. Όχι αυτές που απλά το υποδέχονται σαν μια ημερολογιακή συνθήκη, αλλά αυτές που ορίζονται από αυτό. Οι χώρες της Μεσογείου. Εκεί όπου ό,τι δεν είναι καλοκαίρι είναι απλώς καλοκαίρι σε αναμονή. Και μια αδιόρατη κλωστή που ενώνει τη θέαση. Ένα ατελείωτο ανακάτεμα, μια συνομιλία, μια ανταλλαγή. «Θέλουμε – δε θέλουμε, αποτελούμε το υλικό μαζί και το όργανο μιας αέναης ανταλλαγής ανάμεσα σ’ αυτό που μας συντηρεί και σ’ αυτό που του δίνουμε για να μας συντηρεί: το μαύρο, που δίνουμε, για να μας αποδοθεί λευκό, το θνησιμαίο, αείζωο./ Και χρωστάμε στη διάρκεια μιας λάμψης την πιθανή ευτυχία μας.» Γράφει ο Ελύτης στον Μικρό Ναυτίλο. Αλλά ο κόσμος αυτός δεν είναι απλά ελληνικός. Είναι κυρίως μεσογειακός. Από τη Μασσαλία μέχρι την Αλεξάνδρεια και από τη Βηρυτό μέχρι τη Γρανάδα.

Είναι ένας πολιτισμός συλλογικός και αυτοτελής. Ανατολή μαζί και δύση αλλά χωρίς τους περιορισμούς αυτού του σχήματος. Ένας πολιτισμός που δεν έχει κωδικοποιηθεί ακριβώς γιατί στον πυρήνα βρίσκεται η ρευστότητα. Οι άπειρες φόρμες και οι μορφές που διαδέχονται η μία την άλλη. Ένας πολιτισμός του ακαριαίου του ήλιου και μαζί της ρευστότητας της θάλασσας. Ένας πολιτισμός του καλοκαιριού.

Γιατί το καλοκαίρι είναι το βλέμμα αλλά μαζί και η ιστορία μας. Αυτές οι φευγαλέες εικόνες που έρχονται στην όραση όταν το φως σε τυφλώνει. Ρετάλια απότομης πραγματικότητας. Η όψη μαζί με το αντίστροφό της. Ένα παρελθόν που κινείται προς όλες τις κατευθύνσεις και μαζί ένα παρόν συμπαγές στην ελάχιστή του διάρκεια.

Ναι το καλοκαίρι έχει μέσα του την απόλαυση. Αλλά όχι μια απόλαυση επιφανειακή. Είναι η γιορτή της μοίρας και της αυτοτέλειας, της ζωής που συνεχίζει και του απότομου ίσκιου της, του φωτός και της εξάντλησης της ύλης. Ας πάμε λοιπόν. Ίσα μέχρι εκείνο το καλοκαίρι που μας καλωσορίζει. Όχι ανεξέταστα, όχι από συνήθειο. Αλλά σαν συμμετέχοντες στην μυσταγωγία της ζωής που τώρα έχει την ευκαιρία να αγκαλιάσει τον υπερθετικό εαυτό της.  

Credits

Claudia Amico / UNDP in Albania / Flickr