Υπό κατασκευή data center της Microsoft στα Σπάτα Φωτό: Eurokinissi
Για τις διαρκώς αυξανόμενες ενεργειακές ανάγκες των εγκαταστάσεων κέντρων δεδομένων (data canters) και των AI Gigafactories διαγράφεται και προγραμματίζεται η επίβουλη επιστροφή της πυρηνικής ενέργειας και η συγκρότηση ενός νέου στρατιωτικο-πληροφοριακού βιομηχανικού συμπλέγματος. Η εκπαίδευση και η λειτουργία των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων απαιτούν τεράστια, άνευ προηγουμένου, υπολογιστική ισχύ. Έως το τέλος της δεκαετίας τα κέντρα δεδομένων, που θα εξυπηρετούν τις απαιτήσεις της τεχνητής νοημοσύνης, υπολογίζεται ότι θα καταναλώνουν περίπου 945 TWh ετησίως. Η ποσότητα είναι ανάλογη με τις ανάγκες ηλεκτρικής ενέργειας μιας μεγάλης βιομηχανικής χώρας.
Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (ΙΕΑ) υπολογίζει ότι το 2024 το 1,5% της παγκόσμιας ηλεκτροπαραγωγής καταναλώθηκε από τα data centers. Η κατανάλωσή τους αναμένεται να υπερδιπλασιαστεί, έως το 2030, κάτι αντίστοιχο με τη συνολική κατανάλωση της Ιαπωνίας σήμερα. Η τεχνητή νοημοσύνη είναι ο σημαντικότερος μοχλός αυτής της αύξησης.
Σύμφωνα με σχετική έρευνα (Solomon),[1] τα 21 κέντρα δεδομένων που βρίσκονται ήδη σε λειτουργία στην Ελλάδα έχουν συνολική ισχύ 44 MW και καταναλώνουν περίπου 65 GWh ετησίως (ποσότητα που αντιστοιχεί στις ανάγκες περίπου 15.000 νοικοκυριών).
Η επιστροφή της πυρηνικής ενέργειας
Για να διασφαλιστεί η αδιάλειπτη παροχή ενέργειας για τη λειτουργία των κέντρων, οι ιδιοκτήτες-πάροχοι (hyperscalers) από καταναλωτές μετατρέπονται σε επενδυτές ενέργειας, στοχεύοντας στους μικρούς αρθρωτούς αντιδραστήρες, ή SMR. Βασική πηγή ενέργειας για την ενεργειακή μετάβαση είναι οι ΑΠΕ , αλλά η διαλείπουσα παραγωγή τους δεν συμβαδίζει με τις ανάγκες διακομιστών (data centers) και επεξεργαστών, που λειτουργούν αδιάκοπα. Η αντιστάθμιση αυτής της μεταβλητότητας με μπαταρίες μεγάλης κλίμακας είναι, ακόμη, μια σύνθετη και ακριβή λύση. Σε ό,τι δε αφορά στην χρήση γης για τις εγκαταστάσεις των μονάδων, μια μεγάλη ηλιακή εγκατάσταση απαιτεί πολλά στρέμματα, ενώ μια πυρηνική μονάδα ανάλογης ισχύος μπορεί να καταλαμβάνει πολύ μικρότερη έκταση.
Οι SMR προωθούνται ως πυρηνικοί αντιδραστήρες που μπορούν να κατασκευάζονται μαζικά, να μεταφέρονται τμηματικά και να εγκαθίστανται σταδιακά, με μοναδιαία ισχύ από μερικές δεκάδες MW μέχρι 1 GW.
Οι εταιρίες Big Tech της Σίλικον Βάλεϊ έχουν αναδειχτεί σε βασικούς χρηματοδότες της πυρηνικής ενέργειας, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση η πυρηνική ενέργεια έχει συμπεριληφθεί στις βιώσιμες ή μεταβατικές δραστηριότητες, παρακάμπτοντας τις δυσκολίες χρηματοδότησης.
Πυρηνικά απόβλητα, νερό και γη
Η σμίκρυνση των πυρηνικών μονάδων δεν εξαλείφει τα ιστορικά προβλήματα της πυρηνικής ενέργειας. Τα απόβλητα υψηλής ραδιενέργειας παραμένουν επικίνδυνα, για χρονικά διαστήματα πολύ μεγαλύτερα από τον αντίστοιχο κύκλο ζωής των ψηφιακών προϊόντων. Η διασπορά πολλών αντιδραστήρων στον χώρο πολλαπλασιάζει, επίσης, τις εγκαταστάσεις που χρειάζονται προστασία και έλεγχο, χωρίς να επιλύει το ζήτημα της οριστικής αποθήκευσης των αποβλήτων.
Μελέτες υποστηρίζουν ότι SMR ενδέχεται να παράγουν, ανά μονάδα ενέργειας, μεγαλύτερες ποσότητες δευτερογενών αποβλήτων από τους μεγάλους αντιδραστήρες, λόγω της αυξημένης διαρροής νετρονίων από τον συμπαγή πυρήνα, αντικρούοντας, τεκμηριωμένα, την άποψη ότι το «μικρότερο» σημαίνει αυτομάτως λιγότερο κίνδυνο.
Τα κέντρα δεδομένων καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες νερού για την ψύξη διακομιστών· οι αντιδραστήρες το χρειάζονται για την απομάκρυνση της παραγόμενης θερμότητας, την παραγωγή ατμού και, κυρίως, τη συμπύκνωσή του. Το κύκλωμα ψύξης των εγκαταστάσεων αντλεί νερό από ποτάμια, λίμνες ή τη θάλασσα, επιστρέφοντάς το θερμότερο ή χάνοντας ένα μέρος του, μέσω εξάτμισης στους πύργους ψύξης. Οι μονάδες SMR μπορεί να έχουν χαμηλότερη θερμοδυναμική απόδοση, αλλα απαιτούν, αναλογικά, περισσότερη ψύξη ανά μονάδα παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας. Επομένως, ο συνδυασμός Gigafactory και SMR δημιουργεί τεράστιες ανάγκες ζήτησης νερού.
Σε αυτό το πρόβλημα προστίθεται και ένα άλλο: η θερμική ρύπανση. Το νερό που επιστρέφει στην πηγή, σε υψηλότερες θερμοκρασίες, μεταβάλλει τα οικοσυστήματα, μειώνει το διαλυμένο οξυγόνο και βλάπτει την υδρόβια πανίδα και χλωρίδα.
Η χωροταξική επιλογή των εγκαταστάσεων, καθώς και ο κύκλος ζωής του καυσίμουουρανίου(εξόρυξη, επεξεργασία, μεταφορά, κίνδυνοι μόλυνσης), μεταθέτει τα προβλήματα στην περιφέρεια, δηλαδή σε περιοχές και κοινότητες με μικρή πολιτική ισχύ αντίστασης.
Το κόστος της επέκτασης
Η είσοδος των μεγάλων ψηφιακών πλατφορμών ΤΝ στην αγορά ενέργειας δημιουργεί συγκρούσεις για την πρόσβαση στους ενεργειακούς πόρους. Η σύνδεση τεράστιων φορτίων των κέντρων δεδομένων στα υφιστάμενα δίκτυα μεταφοράς απαιτεί νέες γραμμές, υποσταθμούς και αυξημένη παραγωγική ισχύ. Αν το κόστος αυτό κατανεμηθεί αδιακρίτως σε όλους τους χρήστες, τα νοικοκυριά και οι μικρές επιχειρήσεις θα γίνουν αφανείς, χωρίς ίδιον όφελος, χρηματοδότες των ιδιωτικών εταιρειών. Υπάρχει επίσης ο κίνδυνος «εγκλωβισμένων περιουσιακών στοιχείων»: αν ένα κέντρο δεδομένων κλείσει, υποβαθμιστεί ή μεταφερθεί, οι επενδύσεις δικτύου που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί μπορεί να παραμείνουν αναξιοποίητες, αλλά να συνεχίσουν να επιβαρύνουν τους λογαριασμούς των καταναλωτών.
Οι λύσεις απευθείας σύνδεσης ενεργειακών μονάδων και κέντρων δεδομένων θα αποστερήσουν ηλεκτρική ισχύ από τη δημόσια κατανάλωση. Σε αυτή την περίπτωση οι εταιρείες κοινής ωφέλειας θα επιλέξουν την παράταση λειτουργίας ρυπογόνων μονάδων ορυκτών καυσίμων, προκειμένου να καλύψουν την αυξημένη ζήτηση.
Για την Ελλάδα, το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα σοβαρο. Η εξάρτηση από το φυσικό αέριο και οι περιορισμοί του δικτύου καθιστούν το σύστημα ευάλωτο σε μια άκαμπτη ζήτηση εκατοντάδων GW. Νέα φορτία θα αυξήσουν τη χρήση των οριακών μονάδων φυσικού αερίου, μετακυλίοντας τις αυξήσεις στην τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας. Επειδή, ως συνήθως, το κόστος των αναβαθμίσεων του δικτύου μεταφέρεται στο Δημόσιο, οι πολίτες θα χρηματοδοτήσουν ιδιωτικές υποδομές, εις βάρος της συλλογικής ενεργειακής ασφάλειας.
Το στρατιωτικο-πληροφοριακό σύμπλεγμα
Τα Gigafactories ΤΝ αποτελούν στρατηγικές υποδομές. Τα συστήματα αναγνώρισης μη επανδρωμένων αεροσκαφών, τα υπολογιστικά νέφη και οι προγνωστικοί αλγόριθμοι εκπαιδεύονται, παράγονται και λειτουργούν στα κέντρα δεδομένων. Οι τεχνολογικές εταιρείες Big Tech γίνονται οι κεντρικοί προμηθευτές της άμυνας (πολέμου), συνδέοντας βιομηχανικές, εμπορικές υποδομές με στρατιωτικές επιχειρησιακές αλυσίδες. Η αυτοματοποιημένη επεξεργασία επικοινωνιών, εικόνων και συμπεριφορών μπορεί να παράγει στοχοποιήσεις με ταχύτητα δυσανάλογη της ανθρώπινης ικανότητας αξιολόγησης.
Στην αναζήτηση «πολεμικής αποδοτικότητας» που βελτιστοποιείται από τους αλγορίθμους η ανθρώπινη παρέμβαση θα περιορίζεται στην τυπική επικύρωση/αποδοχή αποφάσεων που έχει προετοιμάσει η μηχανή. Η αδιαφάνεια των μοντέλων καθιστά την απόδοση ηθικής και νομικής ευθύνης ανέφικτη.
Η υπολογιστική ισχύς δεν είναι ουδέτερος πόρος: καθορίζει την οικονομική ικανότητα, τον βιομηχανικό έλεγχο και τη στρατιωτική υπεροχή.
Συμπέρασμα
Η κούρσα της τεχνητής νοημοσύνης δεν αφορά το λογισμικό και την καινοτομία. Απαιτεί αδιάλειπτη ηλεκτρική ενέργεια, νερό, ορυκτά, γη, δίκτυα και μηχανισμούς ασφάλειας. Οι SMR «υπόσχονται» υψηλή ενεργειακή πυκνότητα και σταθερή παραγωγή, αλλά δεν εξαλείφουν τα απόβλητα, την κατανάλωση νερού, τους χωρικούς κινδύνους και το περιβαλλοντικό και οικονομικο κόστος.
Το καθοριστικό ζήτημα είναι πολιτικό: ποιος ελέγχει αυτές τις υποδομές, ποιος απολαμβάνει τα οφέλη και ποιος επωμίζεται το κόστος; Χωρίς κανόνες που να επιβάλλουν διαφάνεια, οικονομική ευθύνη, προστασία των κοινών πόρων και δημοκρατική συμμετοχή, η ΤΝ κινδυνεύει να μετατρέψει την ενέργεια και το νερό σε προνομιακά αγαθά και την ανθρώπινη εργασία σε απλό πληροφοριακό καύσιμο. Η πραγματική πρόκληση δεν είναι η επιβράδυνση της έρευνας, αλλά η υπαγωγή της τεχνολογικής ισχύος στα οικολογικά όρια και στις συλλογικές ανάγκες.





