Η δικαστική περιπέτεια της αμερικάνικης Greenpeace είναι αντιπροσωπευτικό παράδειγμα για την υφιστάμενη σχέση κλιματικού ακτιβισμού και καπιταλισμού, μεταξύ της πολιτικής και της οικονομίας, μεταξύ των κατοίκων και της συνεχούς μεγέθυνσης των υποδομών ορυκτών καυσίμων στις περιοχές των.

Σε αυτό το περιβάλλον, το δικαστικό σύστημα των ΗΠΑ επιχειρεί να χρεοκοπήσει την Greenpeace ως τιμωρία για τις προ δεκαετίας αντιδράσεις και διαμαρτυρίες κατά της κατασκευής ενός αγωγού πετρελαίου, ο οποίος τελικά, κατασκευάστηκε.

«Θα την πληρώσουν», ήταν η απειλή που είχε εκτοξεύσει η Kelcy Warren στην Greenpeace. Η Warren είναι πρόεδρος και ιδρυτής της εταιρείας Energy Transfer, κατασκευαστή αγωγών πετρελαίου και υποδομών. Το 2016, τη χρονιά που υπογράφηκε η Συμφωνία του Παρισιού, σχεδίαζε τον αγωγό μεταφοράς αργού πετρελαίου Dakota Access Pipeline, από τα κοιτάσματα σχιστόλιθου στη Βόρεια Ντακότα, μέχρι το Μισισιπή, 1.800 χιλιόμετρα, από τον βορρά στο νότο των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ένα τμήμα του αγωγού διασχίζει μια περιοχή γηγενούς πληθυσμού που αναδείχτηκε σε μια από τις μεγαλύτερες συμμετοχικές διαμαρτυρίες στην ιστορία του περιβαλλοντισμού των ΗΠΑ. Το Standing Rock βρίσκεται στην επικράτεια των Σιού (Sioux). Οι αυτόχθονες θεωρούν την περιοχή ιερή (sacred nature), και η διέλευσή του αγωγού μέσα στο δάσος θεωρήθηκε ιεροσυλία, κάτι σαν «να βομβαρδίζεις μια εκκλησία». Διαμαρτυρήθηκαν ειρηνικά και επίμονα αλλά έχασαν τη μάχη.

H Kelcy Warren είναι από τους μεγάλους χρηματοδότες της εκλογικής εκστρατείας του Τραμπ το 2024, με περισσότερα από 5 εκατομμύρια δολάρια (χρήματα που συνέβαλαν στη δημιουργία από τη βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου των ΗΠΑ μιας δεξαμενής 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων στον Τραμπ). Η Warren σε συνέντευξη στην Wall Street Journal, με τίτλο «Η δισεκατομμυριούχος που έφερε την Greenpeace στο χείλος της χρεοκοπίας» είπε ότι οι περιβαλλοντικοί ακτιβιστές «θα έπρεπε να εξαιρεθούν από τον γενετικό κώδικα της ανθρωπότητας» (ό,τι κι αν σημαίνει…).

«Θα το πληρώσουν», είχε απειλήσει και συνέβη. Το ποσό που καλείται να πληρώσει η Greenpeace στην Energy Transfer, είναι 345 εκατομμύρια δολάρια. Το μισό εκείνου που είχαν προτείνει οι ένορκοι, ποσό ικανό για να εξαφανίσει από την αμερικανική πολιτική σκηνή την Greenpeace USA. Η ΜΚΟ δήλωσε ότι στον λογαριασμό της δεν διέθετε πάνω από ένα εκατομμύριο δολάρια και είκοσι περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα, πλοία κλπ.).

Θα ήταν μεγάλη ειρωνεία αν η Greenpeace αναγκαζόταν να πραγματοποιήσει μια εκστρατεία συγκέντρωσης χρημάτων για να το αποδώσει σε έναν κατασκευαστή πετρελαιαγωγών. Αυτό είναι το είδος της δημόσιας ταπείνωσης που είχαν στο μυαλό η Kelcy Warren και η Energy Transfer, για να καταστήσουν την Greenpeace υπόδειγμα παραδειγματικής τιμωρίας: «Μην προσπαθήσετε ποτέ να σταματήσετε την κατασκευή ενός αγωγού πετρελαίου». Η δικαστική απόφαση δεν ήταν άμεσα πολιτική, αλλά είναι αναπόφευκτο να μην συνδεθεί με το νέο πολιτικό πλαίσιο, που επηρέασε στην επιλογή των ενόρκων και του δικαστή, στην κατεύθυνση διάλυσης της Greenpeace.

Οι ακτιβιστές της Greenpeace δεν είχαν ανακόψει και εμποδίσει τις εργασίες του αγωγού, ούτε κατηγορήθηκαν για αυτό, κατηγορήθηκαν για την υποκίνηση της διαμαρτυρίας, προσφέροντάς στους χιλιάδες ανθρώπους που είχαν κατασκηνώσει στο Standing Rock στοιχεία, επιχειρήματα και μεθόδους διεκδίκησης.

Στην πράξη οι Ηνωμένες Πολιτείες ανοίγουν ένα νέο σύνορο: όχι μόνο την ποινικοποίηση της άμεσης πολιτικής δράσης, που αποτελεί το πολιτικό πρότυπο κάθε φιλελεύθερης δημοκρατίας, αλλά και την ποινικοποίηση της εκφοράς του πολιτικού «λόγου». Το υπερασπιστικό επιχείρημα της Greenpeace βασιζόταν στην Πρώτη Τροπολογία του αμερικάνικου συντάγματος, την ελευθερία της έκφρασης, που κάποτε εθεωρείτο ιερή στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η αγωγή κατά της Greenpeace είναι η μεγαλύτερη SLAPP (Strategic Lawsuit Against Public Participation) στον κόσμο. Οι SLAPPs είναι δικονομικά εργαλεία που θεσπίσθηκαν για να αποτρέψουν την πολιτική συμμετοχή και έκφραση διαμαρτυρίας πολιτών και κοινωνικών οργανώσεων. Μηνύοντας μέσα ενημέρωσης, οργανώσεις, ακτιβιστές στοχεύουν να κάμψουν και αποθαρρύνουν τη συμμετοχή σε πολιτικές διαδικασίες.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν νόμο κατά των SLAPP, ενώ η Ευρώπη με οδηγία που εγκρίθηκε τον Μάρτη του 2024 εισήγαγε σχετική ρύθμιση.

Η υπόθεση Greenpeace θα είναι η πρώτη σημαντική δοκιμασία για αυτήν την οδηγία, για την προστασία δημοσιογράφων και ακτιβιστών από τον εκφοβισμό, μέσω κυρώσεων σε όσους καταχρώνται το δικαστικό σύστημα, αποζημιώσεων και προστασίας από αλλοδαπές αποφάσεις.

Η Greenpeace ανέφερε σε ανακοίνωσή της ότι θα επιδιώξει επανάληψη της δίκης και, εάν χρειαστεί, θα ασκήσει έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο της Βόρειας Ντακότα, χαρακτηρίζοντας την υπόθεση «μια κραυγαλέα προσπάθεια φίμωσης της ελευθερίας του λόγου». «Η καταγγελία εταιρειών που προκαλούν περιβαλλοντική ζημιά δεν πρέπει ποτέ να θεωρείται παράνομη», δήλωσε ο Marco Simons, προσωρινός νομικός σύμβουλος της Greenpeace USA και του Greenpeace Fund.

Η Energy Transfer χαρακτήρισε την απόφαση «ένα σημαντικό βήμα στη νομική διαδικασία που στοχεύει να λογοδοτήσει η Greenpeace για τις παράνομες και επιβλαβείς ενέργειές της εναντίον της για την κατασκευή του αγωγού Dakota Access».

Η Energy Transfer με έδρα το Τέξας μήνυσε την Greenpeace πρώτη φορά το 2017 στο ομοσπονδιακό δικαστήριο της Βόρειας Ντακότα, κατηγορώντας την ότι διαδίδει ψεύδη σχετικά με το έργο και πληρώνει διαδηλωτές για να σταματήσουν την κατασκευή.

Η Greenpeace International, βασισμένη στη σχετική ευρωπαϊκή οδηγία ανακοίνωσε ότι θα εγκαλέσει την Energy Transfer σε ολλανδικό δικαστήριο, ενώ παράλληλα θα ασκήσει έφεση στο Ανώτατο Πολιτειακό Δικαστήριο της Βόρειας Ντακότας.

Βρισκόμαστε μπροστά σε μια δυνητικά άνευ προηγουμένου σύγκρουση εξουσιών, διότι η Energy Transfer ζήτησε από το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ να εμποδίσει τη δίκη στην Ολλανδία.

Θα μπορέσει μια ευρωπαϊκή χώρα να αντέξει τη σύγκρουση με την αμερικανική δικαιοσύνη για την προστασία των ορυκτών υποδομών ενός μεγάλου δωρητή και φίλου του Τραμπ σε αυτό το γεωπολιτικό πλαίσιο;

Μια επιτροπή ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων που είχε παρακολουθήσει τη δίκη έκρινε ότι ήταν «σοβαρά παράτυπη, γεμάτη παραβιάσεις που εμπόδισαν την Greenpeace να μπορέσει να υπερασπιστεί πλήρως τον εαυτό της». Σύμφωνα με την Anne Jellema, διευθύντρια της περιβαλλοντικής οργάνωσης 350.org, η απόφαση «είναι κάλεσμα αφύπνισης για ολόκληρο το περιβαλλοντικό κίνημα».

Ανάλογες αγωγές SPLAP έχει καταθέσει στην Ιταλία η κρατική ΕΝΙ κατά της Greenpeace και της περιβαλλοντικής οργάνωσης ReCommon, σε αντιπερισπασμό σχετικών μηνύσεων που ασκήθηκαν από τους προσβαλλόμενους δυο φορείς.

Συμπερασματικά, είναι σε εξέλιξη από τους ενεργειακούς κολοσσούς oil&gas προσπάθεια με όλα τα μέσα, για την ποινικοποίηση των δράσεων προστασίας του περιβάλλοντος και την απομάκρυνση από τον δημόσιο διάλογο κάθε ενοχλητικής παρέμβασης, αφήνοντας εταιρείες και «πρόθυμες» κυβερνήσεις να αλωνίζουν ανεξέλεγκτα, στην προώθηση επιλογών που επιδεινώνουν την κλιματική κρίση και τη ζωή πάνω στον πλανήτη.