Μια άλλη προσέγγιση της ανθρωπιστικής κρίσης στη Θέουτα

Δικαίως καταδίκασαν οι ανά την Ευρώπη αριστεροί την άθλια επίθεση 22 ηγετών της ΕΕ, μεταξύ των οποίων και ο Μητσοτάκης, εναντίον της κυβέρνησης Σάντσεθ, με αφορμή το πέρασμα χιλιάδων μεταναστών από το Μαρόκο στη Θέουτα, τον ισπανικό θύλακα στην Αφρική. Και η εκδοχή ότι το συγκεκριμένο συμβάν ήταν αποτέλεσμα ενός σχεδίου υπονόμευσης του Σάντσεθ, που εκπονήθηκε από το Ισραήλ, τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Μαρόκο λόγω της στάσης του ισπανού πρωθυπουργού στο Παλαιστινιακό, δεν μπορεί να απορριφθεί εύκολα (βλ. και το άρθρο του Αργύρη Παναγόπουλου στην Εποχή του προηγούμενου Σαββάτου).

Στο άρθρο που δημοσιεύουμε σήμερα στις Ιδέες, η καναδή συγγραφέας και ερευνήτρια Nashwa Lina Khan [Νάσουα Λίνα Καν], μαροκινής και πακιστανικής καταγωγής, προσεγγίζει το συγκεκριμένο συμβάν μέσα από μια αντιαποικιακή οπτική που δεν μπορούμε να παραβλέψουμε. Ανεξάρτητα, πάντως, από τη θέση μας για τη μαζική είσοδο μεταναστών στη Θέουτα, δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε με την Καν ότι «[η] ευκολία με την οποία κάποιοι σχολιαστές κατέφυγαν στη ρητορική της ‘εισβολής’ πρέπει να μας ανησυχεί όλες και όλους». Αυτή ήταν, άλλωστε, και η θέση της Εποχής όταν την ίδια λέξη είχε χρησιμοποιήσει η κυβέρνηση Μητσοτάκη, για τις πολλαπλές απόπειρες εισόδου μεταναστών από την Τουρκία στην Ελλάδα, το 2020, μέσω του Έβρου.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο καναδικό ηλεκτρονικό πολιτικό περιοδικό Canadian Dimension στις 4 Αυγούστου 2026  [https://canadiandimension.com/articles/view/why-is-spain-in-africa].

Χ.Γο.

«Κανείς δεν αφήνει την πατρίδα του, εκτός αν η πατρίδα του είναι το στόμα ενός καρχαρία». Αυτό το απόσπασμα του ποιήματος Home της [βρετανίδας συγγραφέα και ποιήτριας] Warsan Shire [Γουάρσαν Σάιρ] είναι από τα πιο εμβληματικά του 21ου αιώνα. Το συναντάμε κάτω από φωτογραφίες με βάρκες γεμάτες ανθρώπους, μετά από ναυάγια και διασώσεις στη Μεσόγειο, κάθε φορά που μια εικόνα μάς υποχρεώνει  να έρθουμε αντιμέτωποι με τον εκτοπισμό, τη μετακίνηση και τη μετανάστευση. Οι εικόνες από τη Θέουτα —έναν ισπανικό θύλακα στη βόρεια ακτή του Μαρόκου, όπου πριν από λίγο καιρό πέρασαν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι—μοιάζουν οδυνηρά οικείες. Άνθρωποι κάθε ηλικίας μέσα στα κύματα, μια θάλασσα από πλαστικά σανδάλια, μουσκεμένα ρούχα, κινητά τηλέφωνα και μωρά που κρατούνταν ψηλά πάνω από τα κύματα, οικογένειες που περίμεναν να μάθουν αν κάποιος κατάφερε να περάσει απέναντι. Ένα αγόρι με μουσκεμένο πουκάμισο, που τηλεφωνεί στη μητέρα του πριν ακόμη προλάβει να στεγνώσει, με το κινητό κολλημένο στο αυτί του. Αεροφωτογραφίες που κάνουν χιλιάδες ξεχωριστές ανθρώπινες ζωές να μοιάζουν, από ψηλά, απλώς με κινούμενες μορφές. Η γεωγραφία έχει αλλάξει, όχι όμως και η γλώσσα των εικόνων.

Πριν από μια δεκαετία, η φωτογραφία του τρίχρονου Άλαν Κούρντι [του παιδιού που πνίγηκε στο Αιγαίο και το σώμα του βρέθηκε στις ακτές της Τουρκίας] έδωσε στην προσφυγική έξοδο από τη Συρία ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, διαρρηγνύοντας έστω για λίγο τη συνηθισμένη εικόνα της «μεταναστευτικής κρίσης» και προκαλώντας ένα τεράστιο κύμα συγκίνησης. Όμως, σε πολλούς κύκλους της Αριστεράς, το πέρασμα στη Θέουτα-ή στη Σέμπτα, όπως είναι γνωστή στα αραβικά-δεν αντιμετωπίστηκε με ενσυναίσθηση, αλλά μέσα από το πρίσμα της γεωπολιτικής.

Η ομοιότητα των εικόνων δεν σημαίνει ότι η κατάσταση στο βόρειο Μαρόκο μοιάζει με αυτήν που υπήρχε στη Συρία∙ οι ιστορίες είναι διαφορετικές, όπως διαφορετικές είναι και οι νομικές και πολιτικές πραγματικότητες που διαμορφώνουν τις μετακινήσεις πληθυσμών. Η οικειότητα των εικόνων αποκαλύπτει κάτι που αξίζει να μας απασχολήσει: έχουμε σε μεγάλο βαθμό μάθει να διαβάζουμε τις εικόνες της μετανάστευσης, ενώ παραμένουμε παραδόξως ανίκανοι να διαβάζουμε τις εικόνες της αυτοκρατορικής εξουσίας. Η κάμερα φτάνει στην ακτή, αλλά η ιστορία δεν χωράει στην εικόνα. Οι εικόνες μάς συγκινούν γρήγορα∙ σχεδόν αμέσως προκαλούν οργή, συμπάθεια και φόβο. Αυτό που σπάνια κάνουν είναι να αποκαλύπτουν την ιστορία πίσω από όσα δείχνουν, και αυτό που συνήθως κάνουμε εμείς είναι να ερμηνεύουμε τα πάντα με βάση τα οικεία πολιτικά και γεωγραφικά σχήματα.

Η «γενναιόδωρη» μεταναστευτική πολιτική του Καναδά

Το καναδικό κοινό, όπως και το κοινό άλλων χωρών, έχει ήδη εξοικειωθεί με αυτό το οπτικό αρχείο. Το πέρασμα της Μεσογείου έχει γίνει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά οπτικά τοπία της περασμένης δεκαετίας, με τις φωτογραφίες από βάρκες γεμάτες ανθρώπους και εξαντλημένες οικογένειες να έχουν γίνει συνώνυμες του ίδιου του εκτοπισμού. Ο Καναδάς ανταποκρίθηκε σ’ αυτές τις εικόνες με ένα ανθρωπιστικό αφήγημα που εξυμνούσε την επανεγκατάσταση των προσφύγων, μια πρακτική που, είναι αλήθεια, άλλαξε τη ζωή πολλών ανθρώπων, ενώ ταυτόχρονα χάραζε μια διακριτή γραμμή ανάμεσα στον προσεκτικά επιλεγμένο πρόσφυγα και στον άνθρωπο που φτάνει μόνος του στη χώρα.

Μεγάλο μέρος του βάρους αυτής της υποδοχής το ανέλαβε, στην πράξη, η κοινωνία: ομάδες ιδιωτών χορηγών συγκέντρωσαν χρήματα, στέγασαν και επανεγκατέστησαν τόσο πολλές οικογένειες, όσες τα ίδια τα κυβερνητικά συστήματα δεν θα μπορούσαν να υποστηρίξουν χωρίς τη βοήθειά τους, δίνοντας στην Οτάβα τη δυνατότητα να καρπωθεί τα εύσημα για μια γενναιοδωρία που ουσιαστικά παρείχαν οι πολίτες.

Αυτή η γενναιοδωρία ήταν επίσης πολιτικά χρήσιμη. Ο Καναδάς επανεγκαθιστά πρόσφυγες κάθε χρόνο, αλλά η πρωτοβουλία για τους πρόσφυγες από τη Συρία επέτρεψε στην κυβέρνηση να ενισχύσει την εικόνα μιας γενναιόδωρης χώρας χωρίς να επωμιστεί η ίδια ολόκληρο το κόστος της.

Λίγους μήνες αφότου άρχισε η μετεγκατάσταση, ο [πρωθυπουργός Τζάστιν] Τριντό ανακοίνωσε την υποψηφιότητα του Καναδά για μια έδρα στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, ενώ ο πρέσβης της χώρας στον ΟΗΕ επικαλέστηκε την υποδοχή των Σύρων προσφύγων ως ένα από τα επιχειρήματα υπέρ της υποψηφιότητας. Αυτή απορρίφθηκε το 2020, αλλά αξίζει να σταθούμε στη λογική που τη συνόδευε: ακόμη και μια ανθρωπιστική υποδοχή μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο κρατικής πολιτικής. Η υποψηφιότητα απορρίφθηκε το 2020, αλλά αξίζει να σταθούμε σε αυτό που αποκάλυπτε η υποβολή της: ακόμη και μια ανθρωπιστική υποδοχή μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο κρατικής πολιτικής.

Η αόρατη αποικιακή γεωγραφία

Στις εικόνες από τη Θέουτα υπάρχει ένα τυφλό σημείο: η μετανάστευση είναι ορατή, όχι όμως και η αποικιακή γεωγραφία μέσα στην οποία συντελείται. Τα περισσότερα ρεπορτάζ περιέγραψαν όσα συνέβησαν εκεί ως μεταναστευτική κρίση. Οι πολιτικοί επικεντρώθηκαν στην ασφάλεια των συνόρων, ενώ ορισμένοι στην Αριστερά προσέγγισαν το πέρασμα στον ισπανικό θύλακα σε συνάρτηση με το παλαιστινιακό ζήτημα και τον ανταγωνισμό μεταξύ κρατικών συμφερόντων. Κάποιοι ακτιβιστές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ερμήνευσαν το πέρασμα με όρους μαροκινής διπλωματίας, ευρωπαϊκής πολιτικής και ιμπεριαλισμού. Σχεδόν σε κανένα από αυτά τα σχόλια δεν τέθηκε το ερώτημα που προηγείται όλων των άλλων: Τι δουλειά έχει η Ισπανία στην Αφρική;

Ακόμα και στην περίπτωση που γίνεται κάποια αναφορά στην ιστορία της Θέουτα, αυτή συνήθως περιορίζεται σε μια υποσημείωση. Οι αριστεροί επισημαίνουν ότι η Δυτική Σαχάρα είναι η τελευταία αποικία στην Αφρική, δείχνοντας έτσι ότι αγνοούν ή έχουν ξεχάσει τη Θέουτα και τη Μελίγια. Η Πορτογαλία κατέλαβε τη Θέουτα το 1415 και την παραχώρησε στην Ισπανία τον 17ο αιώνα∙ η πόλη παραμένει υπό ισπανική διοίκηση από τότε που το Μαρόκο απέκτησε την ανεξαρτησία του, το 1956. Το Μαρόκο συνεχίζει να θεωρεί τη Θέουτα και τη Μελίγια κατεχόμενα εδάφη, ενώ η Ισπανία τις θεωρεί αναπόσπαστα τμήματα του ισπανικού κράτους. Σήμερα αυτοί οι θύλακες είναι μεταξύ των καλύτερα οχυρωμένων εξωτερικών συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ελέγχοντας τις μετακινήσεις στο εσωτερικό μιας ετερογενούς αποικιακής γεωγραφίας. Ο χρόνος έχει την αξιοσημείωτη ικανότητα να μετατρέπει την αποικιακή κατοχή σε αδιαμφισβήτητη γεωγραφική πραγματικότητα. Όσο περισσότερο επιβιώνει ένα αποικιακό σύνορο, τόσο λιγότερο αποικιακό θεωρείται. Οι χάρτες αποκτούν το κύρος του φυσικού και του αυτονόητου, σαν να αποτελούν πιστές απεικονίσεις της παγκόσμιας τάξης πραγμάτων. Η παρουσία της Ισπανίας στη Βόρεια Αφρική μετατρέπεται έτσι σε γεωγραφικό δεδομένο, αντί να αντιμετωπίζεται ως πολιτικό ζήτημα.

Μια μέρα μετά το πέρασμα των ανθρώπων στη Θέουτα έγραψα ότι η αποικιακή γεωγραφία γίνεται αόρατη όταν είναι ευρωπαϊκή. Ξανακοιτάζοντας τις φωτογραφίες νομίζω ότι αυτό ακριβώς ήταν που με αναστάτωσε. Οι περισσότεροι αναγνώρισαν σ’ αυτές εικόνες μετανάστευσης, ενώ πολύ λίγοι ήταν εκείνοι που τις είδαν ως εικόνες ενός ευρωπαϊκού αποικιακού συνόρου στην αφρικανική ήπειρο. Χωρίς αυτή την ιστορική διάσταση, οι εικόνες ανθρώπων στη θάλασσα μπορούν εύκολα να ερμηνευτούν ως αποτέλεσμα μιας προσπάθειας του Μαρόκου να «τιμωρήσει» την Ισπανία. Όμως, άνθρωποι που διακινδυνεύουν —και σε ορισμένες περιπτώσεις χάνουν— τη ζωή τους δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως εργαλεία τιμωρίας ενός κράτους από ένα άλλο. Αν αυτό που συνέβη ήταν μια «αποτυχία» της μαροκινής επιτήρησης των συνόρων, δεν ήταν εξίσου μια «αποτυχία» της ισπανικής επιτήρησης; Όσοι και όσες έχουν διασχίσει αυτό το σύνορο γνωρίζουν πόσο αυστηρός είναι αυτός ο έλεγχος εκεί. Ένα σύνορο-ειδικά ένα εξωτερικοποιημένο ευρωπαϊκό σύνορο-ελέγχεται και από τις δύο πλευρές.

Κοιτάζοντας προσεκτικά τα βίντεο και τις φωτογραφίες, αυτό που μου έκανε εντύπωση δεν ήταν μόνο η απελπισία αλλά και η καθημερινότητα: πλαστικά σανδάλια, φτηνά τζιν που τα είχε σκουρύνει το θαλασσινό νερό, μια πλαστική σακούλα με ένα κινητό τηλέφωνο που κρατιόταν πάνω από τα κύματα γιατί ήταν το πολυτιμότερο αντικείμενο κάποιου ανθρώπου που βρισκόταν στη θάλασσα, μια γυναίκα που  βαστούσε ένα μωρό, ένας άνδρας που μετέφερε μια γυναίκα στην πλάτη του. Παρ’ όλα αυτά, σχεδόν οι πάντες έσπευσαν να παρουσιάσουν τους ανθρώπους στη θάλασσα ως εργαλεία τιμωρίας της Ισπανίας.

Σχεδόν αμέσως επικράτησαν ερμηνευτικά σχήματα που εξαφάνισαν τους ίδιους τους ανθρώπους: αποτυχία των ευρωπαϊκών συνόρων, τιμωρία της Ισπανίας από τη μαροκινή κυβέρνηση. Αν μας ενδιαφέρει ένας πιο δίκαιος κόσμος, πρέπει να προσέχουμε τη γλώσσα που χρησιμοποιούμε και την κληρονομιά που αυτή αφήνει. Το πολιτικό μας λεξιλόγιο είναι πλούσιο σε κατηγορίες, αλλά συχνά μας λείπει η διάθεση να θέσουμε ερωτήματα. Το πιο χρήσιμο ερώτημα δεν είναι ποια ετικέτα ταιριάζει καλύτερα στη γεωπολιτική αυτής της κατάστασης, αλλά ποιες συνθήκες έκαναν αυτό το πέρασμα από το Μαρόκο στη Θέουτα να μοιάζει εφικτό και ποιες ιστορικές διαδρομές δημιούργησαν αυτές τις συνθήκες.

Οι μετανάστες δεν είναι πιόνια

Μια από τις πιο εντυπωσιακές αντιδράσεις σ’ αυτό το πέρασμα των συνόρων ήταν η ταχύτητα με την οποία κάποιοι φιλοπαλαιστινιακοί λογαριασμοί ενέταξαν τις εικόνες σε μια ευρύτερη γεωπολιτική θεωρία. Ο ισχυρισμός τους ήταν ότι το Μαρόκο διευκόλυνε συνειδητά τη διέλευση χιλιάδων ανθρώπων με τη στήριξη του Ισραήλ και των Ηνωμένων Πολιτειών, προκειμένου να «τιμωρηθεί» η Ισπανία για τη θέση της στο παλαιστινιακό. Ένα βίντεο στο Ίνσταγκραμ που υιοθετούσε αυτό το αφήγημα συγκέντρωσε περισσότερες από 3,2 εκατομμύρια προβολές, ενώ γνωστά πρόσωπα και σχολιαστές, όπως ο Τζωρτζ Γκάλογουεϊ, ο Χαβιέρ Μπαρδέμ και ο Χασάν Πάικερ συνέβαλαν στη διάδοση διαφορετικών εκδοχών του ίδιου ισχυρισμού. Όμως, παρουσιάστηκαν ελάχιστα απτά στοιχεία για την στήριξή του, ενώ η συγκεκριμένη θεωρία υποβίβαζε χιλιάδες ανθρώπους σε εργαλεία κρατικής στρατηγικής. Αναπαρήγαγε, επίσης, μια παραδοχή που εδώ και πολλά χρόνια έχει υιοθετήσει η ευρωπαϊκή Ακροδεξιά: ότι η παράτυπη μετανάστευση δεν είναι μετακίνηση ανθρώπων αλλά οργανωμένη εισβολή στην Ευρώπη. Η αλλαγή των υποτιθέμενων αρχιτεκτόνων αυτής της [υποτιθέμενης] εισβολής δεν κάνει τη συγκεκριμένη παραδοχή λιγότερο επικίνδυνη.

Όποιον ρόλο και αν έπαιξαν ως προς τη χρονική στιγμή κατά την οποία έγινε το πέρασμα, η μαροκινή συνοριακή επιτήρηση ή οι διπλωματικές εντάσεις, οι άνθρωποι στη θάλασσα δεν πρέπει να θεωρηθούν πιόνια κάποιου γεωπολιτικού ελιγμού. Πριν χρησιμοποιήσουμε την εμπειρία της Θέουτα ως επιχείρημα στην αντιπαράθεση για την Παλαιστίνη, το ΝΑΤΟ ή την περιφερειακή διπλωματία, πρέπει πρώτα να θέσουμε το πιο άμεσο ερώτημα: Γιατί υπάρχει ένα ευρωπαϊκό αποικιακό σύνορο στην Αφρική και γιατί τόσο πολλοί άνθρωποι παραβλέπουν αυτήν την ιστορική πραγματικότητα όταν κάτι τέτοιο εξυπηρετεί το επιχείρημα που θέλουν να υποστηρίξουν;

Ενάντια στα αποικιακά σύνορα

Αν παίρνουμε στα σοβαρά την ιδέα της απελευθέρωσης των λαών, πρέπει να απαιτούμε από τον εαυτό μας κάτι περισσότερο από το να επιλέγουμε ποιοι μετανάστες δικαιούνται την αλληλεγγύη μας, με βάση το αν ταιριάζουν απόλυτα σε αφηγήματα που έχουμε ήδη υιοθετήσει. Η ελεύθερη μετακίνηση δεν μπορεί να είναι μια αρχή που υπερασπιζόμαστε μόνο όταν εκθέτει την πολιτική κρατών που θεωρούμε αντιπάλους μας. Αν αντιτασσόμαστε στους φράχτες, τα σημεία ελέγχου και τα αποικιακά σύνορα σε έναν τόπο, οφείλουμε να τα αμφισβητούμε παντού, ακόμα και όταν αυτό δεν εξυπηρετεί το γεωπολιτικό αφήγημα που υποστηρίζουμε. Εδώ και χρόνια, υπάρχουν άνθρωποι που περνούν από το Μαρόκο στη Θέουτα και θα συνεχίσουν να το κάνουν. Η ισπανική αυτοκρατορία πρέπει να αναμετρηθεί με το αποικιακό παρελθόν της —και, στην προκειμένη περίπτωση, με το αποικιακό παρόν της— που εξακολουθεί να αποτυπώνεται στη φυσική παρουσία της στην Αφρική. Η αποικία και η μητρόπολη ούτε υπήρξαν ποτέ ούτε μπορούν να είναι πραγματικά διαχωρισμένες.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Θέουτα δεν αποτελεί πέρασμα μόνο όταν οι συνθήκες γίνονται αρκετά δραματικές ώστε να προσελκύσουν τη διεθνή δημοσιότητα. Εδώ και δεκαετίες, υπάρχουν άνθρωποι από όλη την αφρικανική ήπειρο που ταξιδεύουν μέσω του βόρειου Μαρόκου αναζητώντας μια ευκαιρία να φτάσουν στην Ευρώπη. Μερικοί παραμένουν μήνες ή και χρόνια σε αναμονή τράνζιτ, αντιμέτωποι διαρκώς με αστυνομικές επιδρομές και συνοριακούς ελέγχους, περιμένοντας κάποια ευκαιρία να περάσουν τα σύνορα. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν προσπαθήσει να περάσουν στη Θέουτα κολυμπώντας γύρω από τον κυματοθραύστη της, σκαρφαλώνοντας σε οχυρωμένους φράχτες ή κρυμμένοι σε οχήματα που περνούν από τα επίσημα σημεία ελέγχου. Η αιφνίδια ορατότητα χιλιάδων ανθρώπων δεν πρέπει να θεωρηθεί λανθασμένα ως ένδειξη ότι η επιθυμία τους να μετακινηθούν εμφανίστηκε ξαφνικά. Αυτήν την επιθυμία δεν την δημιούργησε το σύνορο· τη διοχέτευσε σε ολοένα και πιο επικίνδυνες διαδρομές.

Η [καναδή] συγγραφέας και ακτιβίστρια Harsha Walia [Χάρσα Γουάλια], που εδώ και μια δεκαετία γράφει για τον ιμπεριαλισμό των συνόρων, έκανε μια ανάρτηση στο Ίνσταγκραμ που απέφευγε τις απλουστεύσεις σε μια περίοδο κατά την οποία κυκλοφορούσαν στην Αριστερά πολλές θεωρίες περί εισβολή. Προειδοποιούσε ότι ο ισχυρισμός περί αμερικανο-ισραηλινού στρατιωτικού ελιγμού το μόνο που κάνει είναι να ενισχύει τον λόγο της Ακροδεξιάς, σύμφωνα με τον οποίο η παράτυπη μετανάστευση είναι μια εισβολή που πρέπει να αποκρουστεί. Το επιχείρημά της αναδεικνύει αυτό που χάνεται όταν η ανθρώπινη μετακίνηση ερμηνεύεται ως μέρος μιας γεωπολιτικής στρατηγικής: οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να διασχίζουν σύνορα. Τα σύνορα και οι απωθήσεις δεν μπορούν να ανακόψουν την πίεση των υλικών συνθηκών και η προσπάθεια να εξηγηθεί κάθε μαζική μετακίνηση ως στρατηγική κάποιου άλλου διαγράφει το πολύ παλαιότερο και απλούστερο γεγονός ότι οι άνθρωποι πηγαίνουν εκεί όπου τους οδηγούν η ανάγκη για επιβίωση και η αναζήτηση προοπτικών για το μέλλον.

Η ευκολία με την οποία κάποιοι σχολιαστές κατέφυγαν στη γλώσσα της εισβολής πρέπει να μας ανησυχεί όλες και όλους. Το ίδιο πρέπει να μας ανησυχεί και ο πειρασμός να επιδοκιμάζεται η μετακίνηση μόνο όταν φαίνεται ότι τιμωρεί τον «σωστό» κακό. Και οι δύο αντιδράσεις ισοπεδώνουν τους ανθρώπους μετατρέποντάς τους σε πιόνια και σύμβολα, σαν να μην έχουν δική τους βούληση. Λίγες πράξεις στη ζωή απαιτούν περισσότερο θάρρος από το να ριχτείς στην ανοιχτή θάλασσα και να κολυμπήσεις προς μια ακτή που δεν σου προσφέρει καμία εγγύηση ασφάλειας.

Αν μας εμπνέει το όραμα της χειραφέτησης, οφείλουμε να δίνουμε μεγαλύτερη προσοχή στις απλές, καθημερινές επιθυμίες των προσφύγων και των μεταναστών, οι οποίες σπάνια γίνονται πρωτοσέλιδα: να μπορούν να σπουδάζουν, να εργάζονται, να φροντίζουν τις οικογένειές τους, να παίζουν, να μετακινούνται, να φαντάζονται ένα μέλλον καλύτερο από το παρόν. Δεν μπορούμε να αντιμετωπίζουμε τους μετανάστες αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα γεωπολιτικών σχεδιασμών.

Εδώ και περίπου τρία χρόνια, όσα συμβαίνουν στην Παλαιστίνη έχουν διδάξει πολλές και πολλούς από εμάς να βλέπουμε τα τείχη και τα σημεία ελέγχου όχι ως αναπόφευκτα δεδομένα, αλλά ως πολιτικές δομές και να αναρωτιόμαστε πώς προέκυψε ένα σύνορο και ποια συμφέροντα υπηρετεί. Αυτές οι στιγμές συνειδητοποίησης δεν πρέπει να σταματούν στα όρια της Παλαιστίνης. Μια αντιαποικιακή πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται σε ορισμένους τόπους που έχουμε ήδη αποφασίσει ότι έχουν σημασία∙ πρέπει να αποτελεί έναν γενικότερο τρόπο να βλέπουμε τα σύνορα.

Αν οι εικόνες και τα βίντεο από τη Θέουτα μάς δίδαξαν κάτι, αυτό είναι ότι η αντιαποικιακή πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται στην καταγγελία της κατοχής ορισμένων μόνο εδαφών. Η μια εικόνα μετά την άλλη δείχνει Αφρικανούς μετανάστες, αβοήθητους, πεινασμένους και διψασμένους, στους οποίους αρνούνται καταφύγιο και οι οποίοι, έχοντας επιβιώσει από ένα επικίνδυνο πέρασμα, καταδιώκονται από τους συνοριακούς φρουρούς. Ερμηνεύοντας τη μετακίνησή τους ως προσπάθεια «τιμωρίας» της Ισπανίας, διαγράφουμε τόσο την ανθρώπινη υπόστασή τους όσο και τις συνθήκες που τους οδήγησαν στα σύνορα. Η αντίθεση στην αποικιοκρατία πρέπει να γίνει ένας τρόπος να βλέπουμε τον κόσμο: πρέπει να αναρωτιόμαστε για ποιο λόγο υπάρχουν τα σύνορα, τις μετακινήσεις ποιων ανθρώπων ρυθμίζουν και ποιες ιστορίες αποκρύπτουν. Πρέπει, επίσης, να αντιστεκόμαστε στα ξενοφοβικά αφηγήματα που κατά κανόνα συνοδεύουν τις μαζικές μετακινήσεις, αρνούμενοι ταυτόχρονα να μετατρέπει τους μετανάστες σε σύμβολα γεωπολιτικών αντιπαραθέσεων που δεν είναι δικές τους.

Συχνά παραθέτουμε τη Γουάρσαν Σάιρ προκειμένου να εξηγήσουμε για ποιον λόγο οι άνθρωποι εγκαταλείπουν την πατρίδα τους. Οι εικόνες από τη Θέουτα θέτουν ένα άλλο ερώτημα. Τι συμβαίνει όταν η ίδια η πατρίδα σου έχει διαιρεθεί από μια αυτοκρατορία, όταν η Ευρώπη είναι ορατή από την ακτογραμμή σου και ταυτόχρονα τα σύνορά της είναι χαραγμένα πάνω στη γη σου; ∙ όταν η αποικιοκρατία θεωρείται φυσιολογική κατάσταση, έτσι ώστε οι μη Μαροκινοί να μην αντιλαμβάνονται πλέον την αποικιακή φύση του συνόρου; Τα πρωτοσέλιδα χαρακτήρισαν τα γεγονότα στη Θέουτα [παράτυπη] μετανάστευση. Εγώ, όμως, έβλεπα μπροστά μου την πραγματικότητα μιας αποικίας.

Μετάφραση: Χάρης Γολέμης