Πριν τέσσερα χρόνια, μαζί με τον καλό συνάδελφο και φίλο Κώστα Γαλανόπουλο εκδώσαμε έναν συλλογικό τόμο με τίτλο Τι να κάνουμε. Σκέψεις για την επανεκκίνηση της ριζοσπαστικής πολιτικής (Εκδόσεις Θεμέλιο). Ιδιαίτερη εντύπωση μου είχε κάνει το εναρκτήριο κείμενο που υπέγραφε ο Γιώργος Σαγκριώτης για τις κρυμμένες προϋποθέσεις που έχει το ερώτημα. Ομοίως, συχνά αναρωτιέμαι αν τελικά μπορούμε να κάνουμε κάτι εμείς, και αν επίσης υπάρχει αυτό το εμείς. Με άλλα λόγια: εμείς, έτσι όπως είμαστε, μπορούμε να κάνουμε το οτιδήποτε;
Το ίδιο σκεφτόμουν όταν πριν από δύο εβδομάδες παρακολούθησα μια εξαιρετική εκδήλωση του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών για το Κράτος, την Εξουσία και την Αριστερά. Η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από την αδυναμία της καθ’ ημάς Αριστεράς να διαμορφώσει (ή να εφαρμόσει) μία θεωρία του κράτους. Αναρωτιόμουν (και το εξέφρασα και στους ομιλητές) αν εμείς που μας κινεί ο βολονταρισμός και η επιθυμία της αλλαγής/του μετασχηματισμού –και γι’ αυτό βλέπουμε κάθε συμβιβασμό αρνητικά– μπορούμε να αναμετρηθούμε με τη συστηματική ματαίωση του διαβήματός μας, κάτι που αναπόφευκτα προκύπτει όταν συμμετέχεις στο κράτος που είναι όχι μόνο η συμπύκνωση του συσχετισμού δύναμης αλλά και η συνάθροιση και συμπύκνωση των αναγκαίων συμβιβασμών. Κάνουμε εμείς γι’ αυτό; Πώς μπορούμε να διατηρήσουμε τη δύναμή μας (τον βολονταρισμό μας) όταν χτυπάμε συνεχώς στον τοίχο των εμπεδωμένων στο κράτος συμφερόντων και αδρανειών; Ο τρόπος διαχείρισης της εμπειρίας του 2015-2019 από τα στελέχη της καθ’ ημάς Αριστεράς μαρτυρά μια αμηχανία σχετικά με τη συμβατότητα της κρατικής εξουσίας και της Αριστεράς.
Την ίδια στιγμή σκέφτομαι την κατάσταση στο ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα, πάνω στο οποίο διεξάγω εδώ και χρόνια έρευνα. Η παραταξιοποίηση κατονομάζεται τόσο εκτός όσο και εντός των τειχών ως το νούμερο ένα εμπόδιο στην αποτελεσματική συνδικαλιστική δράση. Σε σχέση με αυτό, η Αριστερά δεν αποτελεί μέρος της λύσης αλλά ξεκάθαρα μέρος του προβλήματος. Ακόμα και στην εποχή μας όπου ο νεοφιλελευθερισμός έχει ισοπεδώσει τη συλλογική μας θέσμιση. Και επειδή είναι λογικό να υποθέτει κάποιος/κάποια ότι ο κοινός αντίπαλος δύναται να χαμηλώσει τα τείχη μεταξύ μας και να επιβάλει την ενότητα, προτιμώ να παραθέσω ένα εκτεταμένο απόσπασμα από μια εξαιρετική συνέντευξη του παραχώρησε η Μόλι Κράμπαπλ (Molly Crabapple) στον Κώστα Ψιούρη για την ιστοσελίδα της Εποχής, για τη μεσοπολεμική εβραϊκή σοσιαλιστική οργάνωση Μπουντ (Bund):
«Πιστεύω ότι ο φραξιονισμός και οι εσωτερικές διασπάσεις είναι μάλλον σύμφυτες με την Αριστερά. Σήμερα συχνά κατηγορούμε τους εαυτούς μας γι’ αυτό, αλλά νομίζω ότι αποτελούσε πάντα πραγματικότητα για τον χώρο. Θυμάμαι, για παράδειγμα, ότι στο Γκέτο της Βαρσοβίας κάθε εβραϊκή πολιτική παράταξη, είτε αριστερή είτε δεξιά –αλλά κυρίως οι αριστερές– εξέδιδε παράνομες εφημερίδες, ρισκάροντας τη ζωή των μελών της για τη δημοσίευσή τους. Και σε αυτές τις παράνομες εφημερίδες, ένα από τα πράγματα που έγραφαν ήταν καταγγελίες προς άλλες εβραϊκές αριστερές ομάδες μέσα στο Γκέτο της Βαρσοβίας επειδή δήθεν δεν κατανοούσαν τον Μαρξ. Έχουμε πάντα αυτή την ψευδαίσθηση ότι, αν τα πράγματα σοβαρέψουν αρκετά, τελικά θα ενωθούμε. Δεν ισχύει όμως, δεν ισχύει καθόλου. Τίποτα δεν πρόκειται να είναι ποτέ “αρκετά σοβαρό” για να μας ενώσει».
Αλλά δεν είναι μόνο αυτά τα προβλήματα της Αριστεράς που, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να μας κάνουν να αναρωτηθούμε τελικά αν μπορούμε. Εδώ και χρόνια από αυτή τη στήλη επανέρχομαι συνεχώς στην παρωχημένη προσέγγιση του χώρου μας στο ζήτημα της οργάνωσης (επιμονή σε ένα οργανωτικό μοντέλο που έχει πάψει να λειτουργεί προ πολλού), στο ζήτημα της ιδεολογίας (αδυναμία κατανόησης των κοινωνιοψυχολογικών πτυχών, των ταυτοτικών, των διομαδικών, του πολιτικού λόγου και της ρητορικής), στο ζήτημα της επικοινωνίας (αδυναμία αποφασιστικής στροφής στην ψηφιακή καμπάνια και την ψηφιακή διάδραση, επιμονή στο κοινοβουλευτικό έργο και στις κομματικές εκδηλώσεις), στο ζήτημα του ρεπερτορίου δράσης (ρουτινοποίηση υπαρχόντων μορφών δράσης, ισχυρές επιφυλάξεις απέναντι σε οποιονδήποτε πειραματισμό), στο ζήτημα του στρατηγικού στόχου (εγκλωβισμός σε μια αναπτυξιακή λογική, μακριά από τις μέριμνες, τις πειθαρχίες και τα κόστη που συνεπάγεται ο στόχος της κλιματικής εξισορρόπησης πριν την έλευση του κλιματικού χάους) κ.ά. Με λίγα λόγια, η Ανανεωτική Αριστερά αδυνατεί να ανανεωθεί και η Ριζοσπαστική Αριστερά ομνύει στο όνομα μιας ριζοσπαστικής παράδοσης (το οποίο συνιστά contradiction in terminis). Εδώ και χρόνια «η νιότη του κόσμου» ζει τη δική της εκδοχή της ρετροτοπίας. Αριστερά bloquée εντός μιας société bloquée.
Φυσικά, ακόμα και σε αυτήν την κατάσταση μπορούμε να προσφέρουμε αρκετά σε αντιπολιτευτικό και κινηματικό επίπεδο. Ό,τι λέμε όμως ισχύει από ένα επίπεδο πολιτικής ισχύος –και άρα ορατότητας– και πάνω. Με κόμματα μινιατούρες που αλληλοϋποβλέπονται… άσε να μην πω τίποτα.





