Η υπόθεση της Κυψέλης δεν αποτελεί μεμονωμένο, ακραίο συμβάν, αλλά σύμπτωμα δομικών ελλείψεων του ελληνικού συστήματος παιδικής προστασίας. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι είχαν προηγηθεί καταγγελίες και θεσμικές καθυστερήσεις ετών· η πληροφορία, δηλαδή, υπήρχε. Η αποτυχία δεν εντοπίζεται στην ανίχνευση του κινδύνου, αλλά στην απόκριση σε αυτόν. Και αυτό δεν συνιστά περιστασιακή αστοχία: είναι το αναμενόμενο αποτέλεσμα ενός μηχανισμού που διαθέτει μεν υπηρεσίες, αρμοδιότητες και θεσμικά εργαλεία, παραμένει όμως κατακερματισμένος, υποστελεχωμένος, και χωρίς σαφή γραμμή ευθύνης.
Η πρώτη έλλειψη είναι η διάχυση της ευθύνης. Στην παιδική προστασία εμπλέκονται εισαγγελικές αρχές, αστυνομία, κοινωνικές υπηρεσίες δήμων και περιφερειών, νοσοκομεία, σχολεία και το ΕΚΚΑ. Όταν όμως η αρμοδιότητα κατανέμεται σε πολλούς φορείς, χωρίς μηχανισμό συντονισμού, η λογοδοσία εξατμίζεται. Δεν υφίσταται ένας φορέας που να παρακολουθεί κάθε υπόθεση από την έναρξη έως την έκβασή της, να συνδέει τις επιμέρους πληροφορίες και να απαντά τεκμηριωμένα στο ερώτημα της ευθύνης. Έτσι, οι καταγγελίες δεν παραμένουν ανενεργές λόγω άγνοιας, αλλά λόγω απουσίας θεσμικής υποχρέωσης διασύνδεσης και δράσης.
Η δεύτερη έλλειψη εντοπίζεται στο επίπεδο οργάνωσης και διαχείρισης της πληροφορίας. Δεν υπάρχει ενιαίο, λειτουργικό σύστημα καταγραφής και διαχείρισης περιστατικών παιδιών σε κίνδυνο. Ακόμη και σήμερα δεν δημοσιεύονται αναλυτικά στοιχεία για τον αριθμό και τα χαρακτηριστικά των παιδιών που βρίσκονται σε καθεστώς προστασίας. Χωρίς κοινή εικόνα, κάθε υπηρεσία διαχειρίζεται ένα τμήμα μόνο της πληροφορίας, ενώ καμία δεν έχει τη συνολική· μια οικογένεια με πολλαπλές καταγγελίες σε διαφορετικές δομές μπορεί να παραμένει θεσμικά «άγνωστη».
Η τρίτη έλλειψη αφορά τις υποδομές πρώτης γραμμής. Οι κοινοτικές κοινωνικές υπηρεσίες, όπου θα έπρεπε να ενεργοποιείται η πρώιμη ανίχνευση και παρέμβαση, είναι υποστελεχωμένες και υπερφορτωμένες. Η εξατομικευμένη, συστηματική παρακολούθηση που απαιτεί η προστασία κάθε παιδιού σε κίνδυνο προϋποθέτει επαρκές, εκπαιδευμένο προσωπικό και χρόνο, δηλαδή, πόρους που συστηματικά δεν διασφαλίζονται.
Η τέταρτη έλλειψη αφορά τις εναλλακτικές φροντίδας. Το 2026 εξακολουθούν να τοποθετούνται παιδιά σε νοσοκομεία και ιδρύματα ελλείψει κατάλληλων κοινοτικών δομών ή αναδόχων οικογενειών. Τα πρόσφατα στοιχεία καταγράφουν δεκάδες ανηλίκους σε νοσοκομειακές μονάδες και ελάχιστους ενεργούς επαγγελματίες αναδόχους, ενώ η επείγουσα αναδοχή που θα έπρεπε να ενεργοποιείται τη στιγμή της απομάκρυνσης ενός παιδιού από επικίνδυνο περιβάλλον παραμένει στην πράξη σχεδόν ανύπαρκτη.
Οι παρατηρήσεις αυτές δεν είναι νέες. Στις στήλες της ΕΠΟΧΗΣ (Χατζηνικολάου, 22 Φεβρουαρίου 2025) είχα υποστηρίξει ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη ασκεί τις πολιτικές για το παιδί «με τίτλους ειδήσεων»: εθνικά σχέδια δράσης για την Ευρωπαϊκή Εγγύηση για το Παιδί, για τα δικαιώματα του παιδιού, για την προστασία από τη σεξουαλική κακοποίηση, τα οποία εξαγγέλλονται πανηγυρικά και, μήνες ή χρόνια αργότερα, παραμένουν ανεφάρμοστα. Η υπόθεση της Κυψέλης δεν είναι, συνεπώς, αστοχία της μοίρας· είναι το προβλέψιμο κόστος μιας διαρκούς συρρίκνωσης του κοινωνικού κράτους, όπου η προστασία του παιδιού αντιμετωπίζεται ως δαπάνη προς περικοπή και όχι ως θεμελιώδης κρατική υποχρέωση.
Την εικόνα αυτή επιβεβαιώνει και ο Γιώργος Νικολαΐδης[1], διευθυντής της Διεύθυνσης Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού, ο οποίος σε πρόσφατο άρθρο του επισήμανε ότι η χώρα διαθέτει ήδη τα εργαλεία για να καταστήσει τα παιδιά της πιο ασφαλή, αλλά δεν τα ενεργοποιεί. Ένα Εθνικό Πρωτόκολλο για την αντιμετώπιση της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, που συντάχθηκε από διεπιστημονική ομάδα εργασίας και παραδόθηκε στην κυβέρνηση το 2023, παραμένει τρία χρόνια αργότερα αθεσμοθέτητο· ανάλογη τύχη είχε και το Πρωτόκολλο εκτίμησης της γονεϊκής επικινδυνότητας του 2017, παρά τη σύσταση γενίκευσής του με εγκύκλιο της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ενώ υπάρχει ήδη από το 2021 ένα δωρεάν, ευρωπαϊκά χρηματοδοτούμενο σύστημα ψηφιακής διασύνδεσης όλων των εμπλεκόμενων υπηρεσιών, ικανό να ειδοποιεί αυτόματα για παιδιά που είναι σε κίνδυνο, αλλά η πολιτεία προτίμησε να χρηματοδοτήσει την εκ νέου ανάπτυξη ενός συστήματος, το οποίο ακόμη δεν λειτουργεί.
Ως άμεσες προτεραιότητες, τέσσερις παρεμβάσεις κρίνονται κομβικές: ένας θεσμοθετημένος μηχανισμός διατομεακού συντονισμού, με σαφή διαχείριση περιστατικών, ονομαστική ευθύνη και προθεσμίες· ένα ενιαίο, λειτουργικό μητρώο παιδιών σε κίνδυνο· η ουσιαστική στελέχωση των κοινωνικών υπηρεσιών πρώτης γραμμής· και η ανάπτυξη επείγουσας και επαγγελματικής αναδοχής, ώστε κανένα παιδί να μην καταλήγει σε νοσοκομείο ελλείψει εναλλακτικής.
Η ποιότητα ενός συστήματος παιδικής προστασίας δεν είναι απλώς τεχνικό ζήτημα· αποτυπώνει τις πραγματικές προτεραιότητες μιας πολιτικής ηγεσίας. Οι ελλείψεις που περιγράφηκαν δεν είναι αναπόφευκτες: αποτελούν προϊόν συγκεκριμένων επιλογών και, ως τέτοιες, μπορούν να αναστραφούν. Αυτό όμως προϋποθέτει κάτι περισσότερο από επιμέρους διορθώσεις του συστήματος παιδικής προστασίας. Προϋποθέτει την ανασυγκρότηση των κατακερματισμένων κοινωνικών υπηρεσιών σε έναν ενιαίο, επαρκώς στελεχωμένο και σταθερό φορέα, και τη μετατόπιση του βάρους από την καθυστερημένη αντίδραση στην πρόληψη: στην έγκαιρη, καθολική στήριξη των οικογενειών και των παιδιών, πριν ο κίνδυνος γίνει τραγωδία. Η υπόθεση της Κυψέλης δεν προσθέτει νέα γνώση· καθιστά ορατό το κόστος της μη εφαρμογής όσων ήδη γνωρίζουμε.





