Το πιασάρικο μέτρο του «κουμπαρά» για τα παιδιά που θα γεννηθούν από εδώ και πέρα, δεν πρόκειται να βοηθήσει ουσιαστικά στην αντιμετώπιση του δημογραφικού ζητήματος. Θα μας βοηθήσει, όμως, σίγουρα να κατανοήσουμε την εισοδηματική πολιτική που επιλέγει η ΝΔ και τους λόγους για τους οποίους επιλέγεται αυτή και όχι κάποια άλλη. Οι οποίοι και την καθιστούν, όχι κατά λάθος αλλά επίτηδες, αναποτελεσματική.
Τα άχυρα και οι ψύλλοι
Τόσο ο κουμπαράς όσο και η γενική εισοδηματική πολιτική της ΝΔ προϋποθέτουν την ύπαρξη και τη διατήρηση της αδυναμίας του δικαιούμενου και δεν αποσκοπούν στη μεταβολή αυτής της θέσης του. Όπως ήδη έχει παρατηρηθεί, το επίδομα αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει την κατάσταση πραγμάτων, καθώς θα καταβάλλεται από την πλευρά του δημοσίου στον «κουμπαρά», εάν και εφόσον καταθέτει αντίστοιχο ποσό και ο δικαιούχος. Αν εκείνος δεν έχει την οικονομική δυνατότητα, δεν θα έχει και βοήθημα. Δώρο άδωρο, δηλαδή.
Και ενώ θα μπορούσε να οργανωθεί έτσι το μέτρο ώστε να μην πάσχει από αυτή την αφλογιστία –που αποκλείεται να μην την παρατήρησαν οι σχεδιαστές του– προτιμήθηκε αυτή η απρόσφορη λύση. Γιατί αυτή ταιριάζει στον χαρακτήρα των μέτρων της επιδοματικής πολιτικής: βοηθούν κατ’ επίφαση τον επιδοτούμενο, και επικοινωνιακά την κυβέρνηση, χωρίς να θίγουν κατά το ελάχιστο την υπάρχουσα «κατάσταση πραγμάτων». Οι φτωχοί παραμένουν φτωχοί με ή χωρίς το επίδομα, καθώς δεν τους δίνεται η θεσμική δυνατότητα βελτίωσης της θέσης τους στο πεδίο εκείνο όπου παράγεται και διανέμεται πρωτογενώς το εισόδημα. Κατά κύριο λόγο ως αμοιβή της μισθωτής εργασίας και κέρδος του κεφαλαιούχου που την «αξιοποιεί» (διάβαζε εκμεταλλεύεται).
Είναι πιθανό η πολιτική/εκλογική αποτελεσματικότητα του «κουμπαρά» να είναι μεγαλύτερη της οικονομικής/εισοδηματικής/δημογραφικής. Καθόλου δεν αποκλείεται, από τη στιγμή που απευθύνεται σε οικονομικά και κοινωνικά ζορισμένους ανθρώπους, που δεν ψάχνουν ψύλλους στ’ άχερα. Από μια αριστερή πολιτική και συνδικαλιστική σκοπιά, όμως, τι έχει σημασία; Δεν είναι πρώτιστο και αυτονόητο καθήκον της να παραμερίζει τα μπόλικα άχερα, για να φανούν οι ψύλλοι;
Επιδόματα σημαίνει λειψό εισόδημα
Η αλήθεια είναι ότι υπήρξε κάποια αντίδραση για την κοροϊδία. Καθόλου επαρκής όμως. Περιορίστηκε στον εντοπισμό των εξόφθαλμων προβλημάτων του συγκεκριμένου μέτρου και δεν έθιξε τα εκ γενετής προβλήματά του και τις αιτίες τους, ώστε να αναδείξει και να απαιτήσει τις ουσιαστικές δομικές αλλαγές. Διότι δεν πρόκειται για κάποιο φάλτσο. Αν αναλύσουμε αυτού του είδους τα εξαγγελλόμενα επιδοματικά μέτρα, θα βρούμε τον ίδιο κοινό παρονομαστή: εισοδηματικές ενισχύσεις που προϋποθέτουν και διαιωνίζουν, αντί να αμφισβητούν για να απαλείψουν, την υποδεέστερη, ασθενέστερη κοινωνικά και εισοδηματικά θέση μιας κατηγορίας, μιας τάξης, μιας ταξικής μερίδας ανθρώπων. Κανονικότητα για τη ΝΔ είναι οι ζορισμένοι εισοδηματικά να παραμένουν ζορισμένοι κι εμείς να τους δίνουμε βοηθήματα.
Τα οποία έχουν και ένα ακόμα μειονέκτημα για εκείνους στους οποίους απευθύνονται, που αποτελεί πλεονέκτημα για τους «δωρητές»: στην πλειονότητά τους, αν όχι στο σύνολό τους, αφορούν το πεδίο της αναδιανομής του εισοδήματος με μέτρα δημοσιονομικού χαρακτήρα, που υπόκεινται στο απειλητικό –και πειστικό σε ένα βαθμό– επιχείρημα της διαβόητης «κοστολόγησης». Η οποία είναι έτοιμη να αποδείξει επί παραγγελία όσα «λεφτά δεν υπάρχουν». Τι πειστικότερο από αυτό το ένα και ένα κάνουν δύο (παρότι μαθηματικά και οικονομικά δεν επιβεβαιώνεται).
Ατομική προσαρμογή και δομική αλλαγή
Κάποιος τακτικός υποστηρικτής των πρωτοβουλιών Τσίπρα και εσχάτως των θέσεων της ΕΛΑΣ προσπάθησε να προσεγγίσει κάπως αριστερότερα το θέμα λέγοντας ότι ο Μητσοτάκης μοίρασε ψάρια στον λαό, ενώ ο Τσίπρας τού μαθαίνει να ψαρεύει. Όμως και το «ψάρεμα» δεν αποτελεί λύση. Όχι μόνο γιατί υποδεικνύει μια αντίδραση στο πεδίο της ατομικής προσαρμογής συμπεριφοράς, ώστε να μάθει ο καθένας μας πώς να αποσπά περισσότερα, αλλά και διότι στα προτεινόμενα μέτρα, χάρη στα οποία αποδίδει η αλιευτική τέχνη, δεν περιλαμβάνεται το ουσιωδέστερο: η εξασφάλιση δομών, λειτουργικών θεσμών που μπορούν να αλλάξουν τον συσχετισμό δύναμης εκεί που παράγεται και πρωτογενώς διανέμεται το εισόδημα, δηλαδή στο πεδίο διαμόρφωσης των οικονομικών ανταγωνιστικών σχέσεων μεταξύ των «παραγωγικών τάξεων». Η απουσία ή η υποτίμηση της στρατηγικής σημασίας της διαρθρωτικής αλλαγής είναι αισθητή και παρατηρείται όταν περιμένουμε τη λύση κυρίως από την –αναγκαία– αναδιανομή ή/και από τη μεγέθυνση της «πίτας».
Η πλήρης αποκατάσταση και αναβάθμιση των θεσμών διαπραγμάτευσης και διασφάλισης ικανοποιητικής αμοιβής πολύ πάνω από το όριο της φτώχειας, που να καλύπτει επαρκώς τις βιοτικές ανάγκες, με εθνική συλλογική σύμβαση, κλαδικές συλλογικές συμβάσεις ισχυρές και επεκτάσιμες στο σύνολο του κάθε κλάδου, οργανισμό μεσολάβησης και διαιτησίας στο πλευρό των εργαζομένων, επιθεώρηση εργασίας ισχυρή και επίσης φιλεργατική, μηχανισμό τιμαριθμικής προσαρμογής – και, συνεπώς, ανεμπόδιστα, με κύρος και συνείδηση της αποστολής τους συνδικάτα– είναι διεκδικήσεις και μέσα με πολύ μεγαλύτερη και μονιμότερη αποτελεσματικότητα από οποιαδήποτε μέθοδο εκμάθησης της αλιευτικής τέχνης. Και, το κυριότερο ίσως, δεν έχουν να αντιμετωπίσουν το πρόσχημα της «δημοσιονομικής στενότητας» ή του πληθωρισμού (όπως μας βοήθησε να καταλάβουμε ο Γ. Σταμάτης στο περασμένο φύλλο της «Ε» εξηγώντας τη συνάρτηση μισθού/σύνταξης και ακρίβειας).
Η εμμονή της κυβέρνησης της ΝΔ να αντιπαλεύει σθεναρά μια τέτοια θετική εξέλιξη επί δύο τετραετίες, θα έπρεπε να μας είχε πείσει ότι εκεί βρίσκεται ο κόμπος ή, έστω, ένας από τους κρίσιμους, αν όχι ο κρισιμότερος για τα εισοδηματικά, κόμπος. Η λύση του οποίου δεν θα αποτελούσε αποκατάσταση της καπιταλιστικής κανονικότητας, όπως με επιπολαιότητα αποφάνθηκε πρόσφατα ότι χρειαζόμαστε ο αρχηγός της ΕΛΑΣ, αλλά μια σημαντική δομική ανατροπή, αποτέλεσμα έντονου ταξικού ανταγωνισμού στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο, που αντιμάχεται την καπιταλιστική κανονικότητα.
Φωτο
Andre Talssin / Pexels





