Με ένα ακραίο αντιδραστικό κύμα να σαρώνει ολοένα και περισσότερο τη Λατινική Αμερική, γίνονται στις 4 Οκτωβρίου οι προεδρικές εκλογές στη Βραζιλία. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο Λούλα έχει ένα μικρό προβάδισμα απέναντι στον ακροδεξιό Φλάβιο Μπολσονάρο, όμως σε έναν πιθανό δεύτερο γύρο, που θα γίνει αν κανείς δεν πάρει πάνω από 50% στον πρώτο γύρο, υπάρχει σχεδόν ισοβαθμία. Ο Τζιάνι Φρέσου, διευθυντής του Διατμηματικού Κέντρου Διεθνών Σπουδών για τον Γκράμσι στο Πανεπιστήμιο του Κάλιαρι, διευθυντής του Ιστορικού Αρχείου του Ιδρύματος Ενρίκο Μπερλίγκουερ στη Σαρδηνία, επιστημονικός υπεύθυνος της Διεθνούς Βιβλιογραφικής Συλλογής «Αντόνιο Γκράμσι» στο Πανεπιστήμιο του Κάλιαρι και καλός γνώστης της βραζιλιάνικης πολιτικής, αφού επί πολλά χρόνια δίδασκε στο Πανεπιστήμιο της Ουμπερλάντια και ήταν πρόεδρος στο παράρτημα του Ινστιτούτου Γκράμσι στη Βραζιλία, μιλάει στην «Εποχή» για τα επίδικα των εκλογών, την πολιτική του Λούλα και τις παρεμβάσεις των ΗΠΑ στην περιοχή.

Ποιοι παράγοντες καθορίζουν το πλαίσιο αυτών των εκλογών;

Το πρώτο σημείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη, προκειμένου να κατανοήσουμε τη σημασία και την αβεβαιότητα των επερχόμενων εκλογών, πιστεύω ότι αφορά το διεθνές πλαίσιο, που χαρακτηρίζεται από το ξέσπασμα ολοένα πιο καταστροφικών και ολέθριων συγκρούσεων. Το σενάριο αυτό, που ο πάπας Φραγκίσκος περιέγραψε ήδη από το 2014 ως «τμηματικό Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο», προέρχεται από την προσπάθεια της Δύσης να αποτρέψει την ανάδυση μιας νέας πολυπολικής παγκόσμιας τάξης, πέρα από τον έλεγχό της. Οι χώρες BRICS, ειδικότερα, αποτελούν θανάσιμη απειλή για τις ΗΠΑ, οι οποίες είναι σε θέση να διατηρήσουν το διογκούμενο δημόσιο χρέος τους μόνο με την έκδοση νομίσματος για διεθνείς συναλλαγές. Αν οι BRICS κατάφερναν να δημιουργήσουν εναλλακτικά αναπτυξιακά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στο ΔΝΤ και στην Παγκόσμια Τράπεζα, και ταυτόχρονα έκαναν πραγματικότητα τη δυνατότητα ενός εναλλακτικού νομίσματος αντί του δολαρίου στην Ασία, στην Αφρική και στη Λατινική Αμερική, η Ουάσινγκτον θα κατέρρεε υπό το βάρος του μεγαλύτερου δημοσιονομικού ελλείμματος στην ιστορία. Όλες οι κρίσεις, οι πόλεμοι και οι απόπειρες διεθνούς αποσταθεροποίησης των τελευταίων 20 ετών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων στη Βραζιλία, συνδέονται στενά με τον στόχο της αποτροπής ενός τέτοιου σεναρίου. Σε αυτό το πλαίσιο, η επαναφορά της Βραζιλίας στη σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ, κάτι που έχουν κάνει ήδη με την Αργεντινή, την Κολομβία, τη Βολιβία και τη Βενεζουέλα, αποτελεί στρατηγικό στόχο για την αμερικανική κυβέρνηση, τόσο λόγω της σημασίας της χώρας εξαιτίας των τεράστιων φυσικών της πόρων όσο και λόγω του ηγεμονικού ρόλου που διαδραματίζει στη Λατινική Αμερική. Το όραμα που επιδιώκουν κυβερνήσεις του PT (το κόμμα του Λούλα) για τη διεκδίκηση μιας ενιαίας κυριαρχίας μεταξύ των χωρών της Λατινικής Αμερικής και ο κεντρικός ρόλος που αναλαμβάνει η Βραζιλία στο πλαίσιο των BRICS συνιστούν για την Ουάσινγκτον μια απαράδεκτη αντιηγεμονική προσβολή που πρέπει να εξαλειφθεί με κάθε τρόπο. Οι τελωνειακοί δασμοί και η βαθιά παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της Βραζιλίας, που κορυφώνονται τώρα ενόψει των εκλογών, αποτελούν περαιτέρω στάδια σε ένα ευρύτερο σχέδιο με ρητό και διακηρυγμένο στόχο να διώξουν την Κίνα, που αποτελεί τον κυριότερο εμπορικό εταίρο της Βραζιλίας, από αυτό το ημισφαίριο. Δεν είναι τυχαίο ότι, τους τελευταίους μήνες, κύκλοι προσκείμενοι στην κυβέρνηση Τραμπ έχουν απειλήσει ακόμα και με απέλαση τον Λούλα, όπως έκαναν με τον Μαδούρο, ενώ ο Ρούμπιο δεν είχε κανέναν ενδοιασμό να εκφράσει την επιθυμία του για κατάληψη της Κούβας και να επαναβεβαιώσει το δικαίωμα των ΗΠΑ να επιβάλουν με τη βία την κυριαρχία τους σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει δηλώσει επανειλημμένα την πρόθεσή της να επαναφέρει τις αποικιοκρατικές αρχές του Δόγματος Μονρόε στην περιοχή που εξακολουθεί να θεωρεί «πίσω αυλή» της, και είναι έτοιμη να κάνει τα πάντα για την επίτευξη αυτού του στόχου, όπως αποδεικνύεται από την αισχρή ιμπεριαλιστική επιθετικότητα κατά της Βενεζουέλας και την ένοπλη λεηλασία των τεράστιων αποθεμάτων υδρογονανθράκων της.

Πώς ερμηνεύεις την τεράστια κοινωνική πόλωση που βλέπουμε στη Βραζιλία; Πώς τροφοδοτείται και ποια είναι τα χαρακτηριστικά της;

Αυτή η πόλωση πηγάζει ουσιαστικά από δύο παράγοντες: ο πρώτος σχετίζεται με το διεθνές πλαίσιο που περιέγραψα, ενώ ο δεύτερος αφορά την εσωτερική κατάσταση, που χαρακτηρίζεται από την ένταση των κοινωνικών συγκρούσεων. Η Βραζιλία αναγνωρίζεται παγκοσμίως ως ένα πραγματικό καλειδοσκόπιο πολιτισμών. Η εθνική της ταυτότητα είναι το αποτέλεσμα ενός συγκρητισμού στον οποίο συνυπάρχουν στοιχεία από αυτόχθονες πολιτισμούς, τον ευρωπαϊκό αποικισμό, τη μεταφορά αφρικανών σκλάβων και τα μεταναστευτικά κύματα που, ανά τους αιώνες, έφεραν Πορτογάλους, Ιταλούς, Ιάπωνες, Πολωνούς, Γερμανούς και Λιβανέζους να εγκατασταθούν στις διάφορες περιοχές αυτής της αχανούς χώρας, διαμορφώνοντας την ουσία της με έναν νέο και μοναδικό τρόπο. Όπως είναι προφανές, αυτός ο πολιτισμικός πλούτος δεν προέκυψε από μια αρμονική και ειρηνική διαδικασία συνάντησης μεταξύ διαφορετικών πολιτισμών. Αντίθετα, είναι το διαλεκτικό αποτέλεσμα τεράστιων αντιφάσεων, τραγωδιών και αγώνων, που διαμορφώθηκαν από τη σύγκρουση μεταξύ απάνθρωπων μορφών εκμετάλλευσης και καταπίεσης, αφενός, και σκληρών αγώνων για αναγνώριση και χειραφέτηση, αφετέρου. Η Βραζιλία υπήρξε η τελευταία χώρα στον κόσμο που κατάργησε επίσημα τη δουλεία το 1888, και παράλληλα σημαδεύτηκε για πάντα, και μέχρι σήμερα, από μια εκστρατεία πολιορκίας και συστηματικής καταστροφής των αυτόχθονων πολιτισμών. Αυτή η διαδικασία έχει εμποτίσει τις άρχουσες τάξεις της με έναν βαθιά αντιδραστικό χαρακτήρα, οδηγώντας τες, κατά τη διάρκεια της ιστορίας, να χρησιμοποιήσουν κάθε διαθέσιμο μέσο για να αποτρέψουν την εμφάνιση των πλατιών λαϊκών μαζών και, κατά συνέπεια, τη διεύρυνση και τον εκδημοκρατισμό των κοινωνικών θεμελίων του κράτους. Η αποικιακή ιστορία και οι αυταρχικές διαδικασίες του παθητικού εκσυγχρονισμού (σημ. εκσυγχρονισμός μιας κοινωνίας ή οικονομίας που επιβάλλεται από τα πάνω ή από εξωτερικούς παράγοντες, χωρίς την ενεργή συμμετοχή, την κινητοποίηση ή την ευρεία συναίνεση της ίδιας της κοινωνίας) έχουν αφήσει βαθιά ρήγματα, που ο μεταδικτατορικός εκδημοκρατισμός δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να επουλώσει. Σε αυτό το πλαίσιο, ο μπολσοναρισμός κατασκευάζει το ιδεολογικό του σύμπαν ως μια μορφή αντίστασης στο συγκρητικό, πολυπολιτισμικό και προοδευτικό αποτέλεσμα της κοινωνικής εξέλιξης της Βραζιλίας. Ο Μπολσονάρο έφερε στην επιφάνεια βαθιά ριζωμένες παρορμήσεις που δεν είχαν ποτέ κατασταλεί πλήρως, νομιμοποιώντας την επιθυμία των παραδοσιακών κυρίαρχων τάξεων να επαναβεβαιώσουν την ιδέα της Βραζιλίας ως ένα προπύργιο του λευκού, δυτικού πολιτισμού, με σαφή φυλετική και κοινωνική ιεραρχία στον πυρήνα του, και να ανακτήσουν ολόκληρο το σύστημα των αξιών, των κοινωνικών σχέσεων και των τρόπων παραγωγής που επέτρεψαν την παγκόσμια κυριαρχία του μέσω της αποικιοκρατίας. Υπό αυτή την έννοια, η ιδέα της ανάπτυξης της Βραζιλίας ως υποδεέστερης λειτουργίας της οικονομίας των ΗΠΑ αναδεικνύει την αντίφαση ενός εξαρτημένου εθνικισμού που, πέρα ​​από την πατριωτική ρητορική, αποκηρύσσει εκ των προτέρων την επαναβεβαίωση της δικής του πλήρους εθνικής κυριαρχίας. Εδώ βρίσκεται η άλλη μεγάλη αντίφαση που εξηγεί την πόλωση.

Πώς βλέπεις τον Λούλα σε αυτές τις εκλογές;

Μέσα σε ένα αντικειμενικά δύσκολο πλαίσιο, λόγω τόσο των εξωτερικών παρεμβάσεων όσο και της αδυναμίας του στο κοινοβούλιο, όπου συντηρητικές και αντιδραστικές δυνάμεις εξασφάλισαν πλειοψηφία παρά την ήττα του Μπολσονάρο στις εκλογές του 2022, τα περιθώρια ελιγμών του Λούλα αποδείχτηκαν πολύ περιορισμένα, υπονομεύοντας κάθε μεταρρυθμιστική παρέμβαση στις οικονομικές πολιτικές. Σε αυτή την αδυναμία προστίθεται τώρα η θεσμική σύγκρουση στην κορυφή της δικαστικής εξουσίας μεταξύ του υπουργού Αλεξάντρε Ντι Μοράες, βασικού προσώπου στις δίκες για την απόπειρα πραξικοπήματος τον Ιανουάριο του 2023, και του Αντρέ Μεντόντσα, υπουργού διορισμένου από τον Μπολσονάρο, που εκπροσωπεί τη συντηρητική ευαγγελική Δεξιά. Η σύγκρουση αυτή περιστρέφεται γύρω από ένα ηχηρό οικονομικό σκάνδαλο που ξεκίνησε από τους κόλπους του μπολσοναρισμού. Ωστόσο, παρά τα ολοένα και πιο συντριπτικά στοιχεία για τη δική της εμπλοκή, η Δεξιά το εκμεταλλεύεται επιδέξια για να απονομιμοποιήσει ηθικά τόσο την κυβέρνηση του Λούλα όσο και τους δικαστές που έκαναν τις έρευνες οι οποίες οδήγησαν στη φυλάκιση του Μπολσονάρο και πολλών στενών συνεργατών του. Παρ’ όλα αυτά, ο Λούλα έχει καταφέρει να διατηρήσει μια βάση υποστήριξης, γύρω από την οποία συσπειρώνεται ένα εξαιρετικά ετερόκλητο και, από πολλές απόψεις, αντιφατικό μέτωπο. Ο Λούλα θεωρείται ένα δημοκρατικό ανάχωμα απέναντι στον κίνδυνο της αντιδραστικής ανατροπής από την Ακροδεξιά, γι’ αυτό υποστηρίζεται στην Αριστερά ακόμη και από τμήματα που δεν τον συμπαθούν ιδιαίτερα. Η χώρα είναι διχασμένη, και είναι πραγματικά δύσκολο να γίνουν προβλέψεις για τους επόμενους μήνες.

Ποια είναι η κριτική που κάνουν στον Λούλα οι δυνάμεις που είναι στα αριστερά του, οι περισσότερες εκ των οποίων αποφάσισαν να υποστηρίξουν κριτικά την υποψηφιότητά του από τον πρώτο γύρο;

Στη σφαίρα της διεθνούς πολιτικής, όπου χάρη στα προεδρικά προνόμια έχει πολύ μεγαλύτερα περιθώρια ελιγμών, η προσέγγιση του Λούλα αποδείχτηκε σαφής, σταθερή και μερικές φορές ακόμη και θαρραλέα, κερδίζοντας τη σχεδόν ομόφωνη υποστήριξη της Αριστεράς. Στην εσωτερική πολιτική, ωστόσο, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, η προσέγγισή του αποδείχτηκε πολύ πιο αδύναμη, καθώς περιορίζεται διαρκώς από έναν επώδυνο συμβιβασμό, εις βάρος της δικής του θέσης, με τους βουλευτές του «Μεγάλου Κέντρου», οι οποίοι κρατούν την ισορροπία δυνάμεων στο κοινοβούλιο. Αυτό έχει καταπνίξει κάθε συστηματική μεταρρυθμιστική δράση υπέρ των λαϊκών συμφερόντων (αναδιανομή εισοδήματος, δημόσιες πολιτικές κοινωνικής πρόνοιας, υγείας και παιδείας) και έχει επιτρέψει τη συγκέντρωση του πλούτου και της εξουσίας στα χέρια μιας μικρής μειοψηφίας που κινεί τα νήματα στη Βραζιλία. Ωστόσο, ο πραγματικός περιορισμός που έχει δείξει το PT τα τελευταία χρόνια αφορά την ανανέωση των στελεχών. Ο Γκράμσι έγραφε στα Τετράδια της φυλακής ότι η πραγματική λειτουργία των πολιτικών κομμάτων είναι να δημιουργούν νέα στελέχη, προσθέτοντας ότι για τις δυνάμεις που επιδιώκουν την αλλαγή του καθεστώτος υπέρ του αγώνα για τη χειραφέτηση είναι απαραίτητο να δημιουργηθεί μια συλλογική ηγετική δομή, ικανή να αναδεικνύει και να φέρνει συνεχώς στο προσκήνιο στελέχη που μπορούν να αντικαταστήσουν τον ηγέτη ανά πάσα στιγμή. Για τον λόγο αυτόν επέκρινε τη χαρισματική ηγεσία, η οποία, αντιθέτως, αποδίδει στον ηγέτη ιδιότητες δημιουργού, συμβάλλοντας έτσι στη δημιουργία ενός κενού γύρω του, με την πεποίθηση, που τροφοδοτείται διαρκώς από την προσωπολατρία, ότι είναι αναντικατάστατος και ότι μετά από αυτόν βρίσκεται μόνο η άβυσσος. Ο Γκράμσι απέρριπτε τη δυαδική και βοναπαρτιστική ιδέα του πυραμοειδούς κόμματος, όπου τα ενδιάμεσα όργανα και η βάση υποβαθμίζονται σε μια μάζα που κατευθύνεται από μικρές κυρίαρχες ομάδες, επιφορτισμένες αποκλειστικά με τη μετατροπή των πνευματικών γνώσεων του χαρισματικού ηγέτη σε δράση. Πράγματι, το γεγονός ότι μετά από τόσες πολιτικές περιόδους ο Λούλα, στην ηλικία των 80 ετών, είναι η μόνη πραγματική και πιθανή εναλλακτική λύση στη νίκη μιας τόσο αντιδραστικής Δεξιάς θα πρέπει να μας προβληματίσει.

Γιατί ο μπολσοναρισμός εξακολουθεί να είναι ισχυρός στη Βραζιλία; Από πού αντλεί τη δυναμική του και ποιοι είναι οι πυλώνες της υποστήριξής του;

Ο μπολσοναρισμός δεν είναι απλώς μια δεξιά πολιτική τάση, αλλά ένα κίνημα που έχει επιδείξει ικανότητα ηθικού συντονισμού και πολιτικής κινητοποίησης, παρόλο που δεν υπάρχει από πίσω του κάποιο πραγματικό κόμμα πειθαρχημένο γύρω από ένα ενιαίο ιεραρχικό κέντρο ελέγχου. Και ίσως εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη διαφορά σε σύγκριση με τον φασισμό. Ο συνδετικός ιστός μεταξύ των διάφορων συστατικών του μερών είναι πρώτα και κύρια ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός των ευαγγελικών εκκλησιών, οι οποίες στη βραζιλιάνικη κοινωνία επιτελούν όχι μόνο μια ιδεολογική λειτουργία αλλά και έναν οργανωτικό ρόλο πιο αποτελεσματικό από εκείνο των παραδοσιακών κομμάτων και των συνδικάτων, επειδή είναι δίκτυα κοινωνικών σχέσεων που εμπλέκονται μόνιμα σε μια μορφή «μοριακής ηγεμονίας», ικανά να καταλαμβάνουν συνεχώς, μέρα με τη μέρα, τον χώρο της κοινωνίας των πολιτών. Όπως και ο πρώιμος φασισμός, ο μπολσοναρισμός έχει θεμελιώσει θεωρητικά και έχει εφαρμόσει στην πράξη την ιδέα της στρατιωτικής κατάληψης της πολιτικής αρένας, καταφεύγοντας σε μεθόδους επίθεσης και ενέδρας, και σε πολιτοφυλακές με τη διακηρυγμένη φιλοδοξία να εξαλείψουν τους εχθρούς και τους αντιπάλους, έστω και δυνητικούς, από την εθνική πολιτική ζωή. Ο Μπολσονάρο κατάφερε να κερδίσει υποστηρικτές όχι μόνο στις μεσαίες τάξεις που ριζοσπαστικοποιήθηκαν από την κρίση και στους επιχειρηματικούς κύκλους που ενδιαφέρονται για νέες προοπτικές κερδοφορίας, που συνδέονται με την απελευθέρωση της αγοράς εργασίας και την εντατική εκμετάλλευση των εθνικών φυσικών πόρων. Έχει επίσης συγκεντρώσει σημαντική υποστήριξη στις πλατιές λαϊκές μάζες στις αστικές και αγροτικές περιφέρειες, οι οποίες κυριαρχούνται από ένα εκτεταμένο δίκτυο θρησκευτικών αιρέσεων βορειοαμερικανικής προέλευσης, που διαθέτουν τεράστιους οικονομικούς πόρους.

Φωτό: amanda lins / unsplash