Η διάλυση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, όπως αυτή είχε προκύψει από τη λαϊκή εντολή της τελευταίας κάλπης του 2023, στα εξ ων συνετέθη, σε επιμέρους κόμματα, είναι ενδεικτική της μακρόχρονης και πολύπλευρης κρίσης στην οποίαν έχει βυθιστεί ο ευρύτερος πολιτικός χώρος στον οποίον απευθύνεται.
Οι εθνικές εκλογές του 2027 δημιουργούν ήδη την αίσθηση ότι αργούν, καθώς η συζήτηση συνεχίζει να είναι αδιάκοπη και ατέρμονη. Αποτελούν προσφιλές θέμα των μίντια και της πολιτικής σκηνής, όχι τόσο για να δοθούν απαντήσεις στα σύγχρονα, πολύπλοκα προβλήματα, όσο ως εργαλείο αποπροσανατολισμού και συσπείρωσης γύρω από την κυβέρνηση και την ανάδειξη του μελλοντικού αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ο οποίος θα εξασφαλίζει μια ανώδυνη εναλλαγή προσώπων χωρίς ουσιαστική αλλαγή πολιτικής κατεύθυνσης, καθώς θα έχει προηγουμένως δώσει με επιτυχία τις απαραίτητες εξετάσεις προσαρμοστικότητας στις διεθνείς και εγχώριες απαιτήσεις των αγορών, των επενδυτών και των γεωπολιτικών και οικονομικών συμφερόντων.
Οι καταστροφικές συνέπειες των μνημονίων δεν διέλυσαν μόνο κοινωνικές κατακτήσεις και προσδοκίες, αλλά και τους κομματικούς σχηματισμούς που ευαγγελίζονταν καλύτερες μέρες.
Ωστόσο, η κρίση της Αριστεράς δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στις εξωτερικές πιέσεις ή στις συνέπειες των μνημονίων. Οι πολιτικές επιλογές, οι στρατηγικές αδυναμίες, η σταδιακή απομάκρυνση των κομματικών ηγεσιών από τις κοινωνικές ανάγκες, συνέβαλαν καθοριστικά στην απαξίωση και την αποδυνάμωσή της.
Το πρόβλημα δεν είναι η αποτυχία προσώπων ή η αναζήτηση νέων ηγεσιών. Είναι η βαθύτερη αποσύνδεση της πολιτικής από τις κοινωνικές δυνάμεις που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί. Όταν η πολιτική εξαντλείται στην εκλογική επιβίωση, στους κομματικούς ανταγωνισμούς και στην αναπαραγωγή μηχανισμών, η κοινωνία μετατρέπεται από ενεργό υποκείμενο σε απαθές και υπό χειραγώγηση εκλογικό ακροατήριο.
Την ίδια στιγμή, η εξατομίκευση αποδυναμώνει τη δυνατότητα συλλογικής διεκδίκησης. Εργασιακή ανασφάλεια, οικονομική ασφυξία και αβεβαιότητα για το μέλλον βιώνονται συχνά ως ατομικές αποτυχίες, ακόμη κι όταν έχουν εμφανώς κοινές κοινωνικές και οικονομικές αιτίες. Η κοινωνική δυσαρέσκεια παραμένει κατακερματισμένη, χωρίς να μετατρέπεται σε συνειδητή συλλογική δράση.
Η δικαιολογημένη κοινωνική αγανάκτηση, σε συνδυασμό με την αποτυχία της Αριστεράς, Κεντροαριστεράς και Σοσιαλδημοκρατίας, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά ευρύτερα, δημιουργεί χώρο για την ενίσχυση ακραίων συντηρητικών, ακροδεξιών και φασιστικών πολιτικών μορφωμάτων.
Το παρόν και το μέλλον, υπό τις υφιστάμενες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, φαντάζουν δίχως προοπτική. Οι συσχετισμοί που διαμορφώθηκαν παρέδωσαν την Ευρώπη και τη χώρα άνευ όρων στις επιταγές των ΗΠΑ, του Ισραήλ και του θλιβερού συνοδοιπόρου τους, της ΕΕ.
Οι εκλογές, όποτε κι αν γίνουν, δύσκολα θα αναχαιτίσουν από μόνες τους αυτήν την πορεία. Αποκτούν ουσία και αξία μόνο ως μέρος μιας ευρύτερης κοινωνικοπολιτικής διαδικασίας, που θα επιδιώκει τη συγκρότηση ενός πολιτικού υποκειμένου μέσα από κοινωνικοοικονομικές διεκδικήσεις και αγώνες για ισότητα, δικαιοσύνη και λαϊκή κυριαρχία. Όσο ονειρευόμαστε κατά μόνας προσωπικούς παραδείσους ή βιώνουμε την προσωπική μας κόλαση, τίποτε δεν αλλάζει. Ο πλούσιος γίνεται πλουσιότατος και ο φτωχός… φτωχότατος.
Αυτή την περίοδο βρίσκονται σε εξέλιξη ξεσηκωμοί σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες (Γαλλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία, Αλβανία), για διαφορετικούς λόγους. Στη χώρα μας, αυτά τα ζητήματα είναι εξίσου επίκαιρα: ακρίβεια, στεγαστικό, διαφθορά.
Διαμορφώνεται πλέον μια κοινή διαπίστωση ότι η ζωή των ανθρώπων στην ΕΕ χειροτερεύει διαρκώς. Οι προσδοκίες των νέων εξαφανίζονται, οι δυνατότητές τους περιορίζονται συνεχώς, όλο και περισσότεροι θεωρούν δεδομένο ότι θα ζήσουν χειρότερα από τους γονείς τους. Τα όνειρα για μια ευημερούσα κοινωνική Ευρώπη ναυάγησαν στον υπέρ πάντων «αγώνα» για την ευημερία των αγορών.
Δεν είναι, όμως, ώρα να μετράμε ήττες. Σίγουρες ήττες συνιστούν οι μάχες που δεν δόθηκαν. Όπως ήττες είναι οι χίμαιρες που αποκοίμιζαν με τα δήθεν επενδυτικά σχέδια και την πολυδιαφημισμένη «ανάπτυξη», οδηγώντας σε αδράνεια και σε παραίτηση.
Η ανθρωπότητα φαίνεται πως έχει μπροστά της πολλές μάχες – και πρέπει να τις δώσει. Αυτό που διακυβεύεται είναι πολύ ευρύτερο από την ευημερία: είναι αυτή καθαυτή η επιβίωσή της, μέσα σε ένα πολεμοχαρές περιβάλλον, με την Ακροδεξιά να καραδοκεί.
Η προοπτική, συνεπώς, δεν βρίσκεται απλώς στην ανασύνθεση των κομμάτων, αλλά στην ανασυγκρότηση των συλλογικών δεσμών, της κοινωνικής συνείδησης και της κοινής δράσης. Γιατί, δίχως συλλογική μνήμη και συλλογικό όραμα, δεν μπορεί να υπάρξει ούτε ουσιαστική πολιτική αλλαγή ούτε ελπίδα για ένα διαφορετικό μέλλον.





