Νέα ερωτήματα στον γρίφο της απεμπλοκής των ΗΠΑ από τον πόλεμο εναντίον του Ιράν ήλθε να προσθέσει η απόφαση του προέδρου Τραμπ να διατάξει την περασμένη Παρασκευή 24 Ιουλίου τη διακοπή των αεροπορικών χτυπημάτων κατά στόχων στο έδαφος του Ιράν.
Όπως εξήγησε ο ίδιος με δήλωσή του την Κυριακή, με την απόφασή του να αναστείλει τα πλήγματα, έπειτα από σχεδόν δύο εβδομάδες συνεχόμενων νυχτερινών επιδρομών, ανταποκρίθηκε στο αίτημα των χωρών που μεσολαβούν στις διαπραγματεύσεις να δώσει ακόμα μια ευκαιρία στη διπλωματία –αλλά και στην προσωπική του, όπως είπε, εκτίμηση ότι το Ιράν θέλει μια συμφωνία.
Σημάδια διπλωματικής δραστηριότητας όντως υπάρχουν. Σύμφωνα με πληροφορίες της Guardian, την περασμένη Κυριακή οι αναπληρωτές υπουργοί Εξωτερικών του Ιράν και του Ομάν είχαν συνομιλίες με αντικείμενο το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ. Την ίδια μέρα,ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών δήλωσε ότι ιρανοί και αμερικανοί διαπραγματευτές «εργάζονται για να αποτρέψουν την κλιμάκωση».
Εξίσου πειστική, αναφορικά με τους λόγους που υπαγόρευσαν την απόφαση του αμερικανού προέδρου, ακούγεται, ωστόσο, η πληροφορία από το CNN, ότι σε συνάντηση στο Οβάλ Γραφείο την Παρασκευή (24/7), ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς και ο επικεφαλής του αμερικανικού ΓΕΕΔ στρατηγός Νταν Κέιν εξέφρασαν στον πρόεδρο Τραμπ τις ανησυχίες τους για τους κινδύνους που συνεπάγεται μια νέα κλιμάκωση, εξαιτίας των μειωμένων αποθεμάτων σε αμυντικό εξοπλισμό. Η δήλωση του Τραμπ ότι οι ΗΠΑ διαθέτουν «πολλά περισσότερα πυρομαχικά από οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο», δεν έδρασε αρκούντως καθησυχαστικά. Άλλωστε, ο υπουργός Πολέμου, Πιτ Χέγκσεθ, που αρχικά είχε αρνηθεί ότι υπάρχει έλλειμμα αποθεμάτων, ζήτησε πρόσφατα από το Κογκρέσο επιπλέον χρηματοδότηση ύψους 87 δισ. δολαρίων για την αντιμετώπιση «κρίσιμων ελλείψεων».
Σε κάθε περίπτωση, είτε η απόφαση του Τραμπ πάρθηκε από… διπλωματική μεγαλοψυχία, είτε υπό την πίεση των δυσαναπλήρωτων ελλείψεων σε πυρομαχικά, που για την πλήρη κάλυψή τους θα απαιτηθεί μια πενταετία, το ενδεχόμενο η προσωρινή παύση να καταλήξει διαρκής έχει ανησυχήσει ιδιαιτέρως το φιλοπολεμικό στρατόπεδο, στο οποίο περίοπτη θέση καταλαμβάνουν, για διαφορετικούς (αλλά συγκλίνοντες) λόγους ο καθένας, ο ουκρανός πρόεδρος και ο ισραηλινός πρωθυπουργός, οι οποίοι ταξίδεψαν εσπευσμένα στην Ουάσιγκτον τη Δευτέρα και είχαν άκρως εμπιστευτικές πρόσωπο με πρόσωπο συναντήσεις με τον Τραμπ την Τρίτη, με στόχο να πειστεί ο αμερικανός πρόεδρος να εντείνει την εμπλοκή των ΗΠΑ στους δύο πολέμους, με τους οποίους έχουν συνδέσει αμφότεροι την επιβίωσή τους, πολιτική και προσωπική.
Αν ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή τελειώσει στο σημείο που βρίσκεται σήμερα, ο Νετανιάχου κινδυνεύει να χάσει τις εκλογές του Οκτωβρίου στο Ισραήλ και να βρεθεί στις φυλακές, καταδικασμένος για σκάνδαλα διαφθοράς. Για τον Ζελένσκι, αφετέρου, η λήξη του πολέμου με τη Ρωσία θα καταστήσει αναπόφευκτη την προκήρυξη εκλογών, τις οποίες αναβάλει επικαλούμενος συνθήκες έκτακτης ανάγκης και τις οποίες σίγουρα θα χάσει, καθώς η δημοτικότητά του βρίσκεται στο ναδίρ εξαιτίας των σκανδάλων διαφθοράς και όχι μόνο.
Αλλά αν η ταυτόχρονη παρουσία των δύο στην Ουάσινγκτον δεν ήταν –όπως θα ήθελαν οι εμπλεκόμενοι να φαίνεται– απλή σύμπτωση, δεν θα μπορούσε να είναι και τελείως απροσχημάτιστη. Μετέβησαν, λοιπόν, εσπευσμένα στην Ουάσινγκτον ο ισραηλινός πρωθυπουργός και ο ουκρανός πρόεδρος για να μην απουσιάσουν από την κηδεία ενός ρεπουμπλικανού γερουσιαστή, του Λίντσεϊ Γκράχαμ, γνωστού υπέρμαχου της αμέριστης αμερικανικής συμπαράστασης στην Ουκρανία στον πόλεμο με τη Ρωσία.
Οι συναντήσεις που είχε διαδοχικά με τον Ζελένσκι και τον Νετανιάχου ο Τραμπ την Τρίτη, κεκλεισμένων των θυρών του Οβάλ Γραφείου, δεν συνοδεύτηκαν από κοινές δηλώσεις. Το ότι, στη συνέχεια, έκαναν όλοι λόγο για πολύ καλό κλίμα στις συνομιλίες, αποσκοπούσε απλώς στο να διασωθεί η εντύπωση ότι οι μεταξύ τους σχέσεις παραμένουν αδιατάρακτες.
Σε ό,τι αφορά τον Νετανιάχου, η επιρροή του πανίσχυρου εβραϊκού λόμπι στις ΗΠΑ δεν μπορεί να αγνοηθεί από τον αμερικανό πρόεδρο.
Σε ό,τι αφορά τον Ζελένσκι, τα πράγματα είναι πιο εύκολα: ο αμερικανός πρόεδρος δεν υπολήπτεται ιδιαιτέρως τον ουκρανό ομόλογό του, τον χρειάζεται όμως για να συντηρεί την πίεση στη Ρωσία. Θέλει, υποτίθεται, ειρήνη στην Ουκρανία, αλλά η υπόσχεσή του, στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ, να δώσει στο Κίεβο άδεια για την παραγωγή πυραύλων Patriot, οι κυρώσεις και οι πιέσεις στη Μόσχα, επιβεβαιώνουν ότι το ειδικό βάρος του «κόμματος του πολέμου» στην Ουάσιγκτον παραμένει ακέραιο.
Η συνάντηση Τραμπ-Νετανιάχου δεν ήταν αυτονόητα δεδομένη. Σύμφωνα με αμερικανικές και ισραηλινές πηγές που επικαλείται το CNN, η προσπάθεια του Νετανιάχου εδώ και εβδομάδες να εξασφαλίσει πρόσκληση στον Λευκό Οίκο για να αποτρέψει πιθανές αμερικανικές διπλωματικές παραχωρήσεις προς την Τεχεράνη, προσέκρουσε αρχικά στην ενόχληση του Τραμπ από τις επανειλημμένες διαρροές στον Τύπο, που έδιναν την εντύπωση πως το Ισραήλ επιχειρούσε να επιβάλει μια συνάντηση, στην οποία, σύμφωνα με το ισραηλινό Channel 12, 0 πρωθυπουργός του Ισραήλ θα μετέφερε στον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών επικαιροποιημένες πληροφορίες αναφορικά με τις προσπάθειες του Ιράν να αναβαθμίσει στρατιωτικά το πυρηνικό του πρόγραμμα.
Δεν διαφεύγει, προφανώς, της προσοχής του Νετανιάχου ότι ο Τραμπ τον αξιολογεί πλέον ως τον άνθρωπο που τον έπεισε, με τα ίδια επιχειρήματα, για τη σκοπιμότητα ενός πολέμου που έχει εγκλωβίσει την Αμερική σε ένα πρωτοφανές αδιέξοδο, όμως είναι και ο ίδιος εγκλωβισμένος, για προσωπικούς λόγους αυτός, στον μονόδρομο της συνέχισης αυτού του πολέμου.
Όπως, προφανώς, δεν διαφεύγει της προσοχής και των σχεδιασμών του Τραμπ η βαρύτητα της προειδοποίησης του εκπροσώπου του ιρανικού στρατού την παραμονή της επίσκεψης του Νετανιάχου στην Ουάσιγκτον ότι: αν οι Αμερικανοί «αφεθούν να εξαπατηθούν ξανά» από τον ισραηλινό πρωθυπουργό και «επιμείνουν να συνεχίσουν τον πόλεμο, ειδικά με αεροπορικά πλήγματα», η σύρραξη «θα επεκταθεί γεωγραφικά».
Credits
The White House / Flickr





