Η εμπορική εξουθένωση της πολιτιστικής κληρονομιάς

«Έχω  πει πολλές φορές από  το βήμα της Βουλής […..] ότι ο πολιτισμός είναι μια βαθιά πολιτική έννοια. Άρα, συνδέεται άμεσα με τον τρόπο που λειτουργεί και οργανώνεται η κοινωνία μας, επηρεάζει και επηρεάζεται από τις κοινωνικές και πολιτικές επιλογές της. Η ελληνική κοινωνία έχει επιλέξει τη διακυβέρνησή της  από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και την κυβέρνησή του, άρα και την εφαρμογή των πολιτικών μας. Είναι σαφές ότι η διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς και του πολιτισμού απηχεί την ιδεολογική μας τοποθέτηση».

Σε αυτό το απόσπασμα  από  ομιλία της υπουργού Πολιτισμού κ. Μενδώνη στη Βουλή, κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου (νόμου πλέον) για τη σύσταση της Ανωνύμου Εταιρείας «Hellenic Heritage», συμπυκνώνεται με τον πλέον σαφή τρόπο η ταυτότητα και το είδος της σύγκρουσης που εκτυλίχθηκε (ή θα έπρεπε να εκτυλιχτεί) στη Βουλή γύρω από τη σύσταση αυτής της εταιρείας. Η σύγκρουση ήταν (ή έπρεπε να είναι) ιδεολογική και πολιτική σε δύο επίπεδα: α) τι κοινωνία, τι κράτος θέλουμε, β) πώς αυτά  αναπαριστώνται και αποκτούν υλική υπόσταση μέσα από την πολιτική των κομμάτων στο επίπεδο  διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς και των προτεραιοτήτων του σύγχρονου πολιτισμού.

Για τη Δεξιά, δια στόματος Λίνας Μενδώνη και σύμφωνα με τους σκοπούς της Εταιρείας, ο πολιτισμός αντιμετωπίζεται ως θεμέλιο εθνικής ταυτότητας, αλλά και στρατηγικός αναπτυξιακός πόρος, με μετρήσιμη οικονομική απόδοση, με φιλοεπενδυτική προσέγγιση. Συνιστά ένα παραγωγικό οικοσύστημα που  παράγει εισόδημα. Γι’ αυτό η Εταιρεία ιδρύεται «για τον σχεδιασμό και την ανάπτυξη ολοκληρωμένης εμπορικής πολιτικής για την προβολή, προώθηση και διάθεση στο κοινό και στους ιδιώτες εμπόρους προϊόντων και υπηρεσιών του ΟΔΑΠ». Έτσι, η Εταιρεία αναλαμβάνει επί 50+50 χρόνια την εμπορική διαχείριση των πάντων: μνημείων, μουσείων, ιστορικών, αρχαιολογικών χώρων κλπ. «[…] αποτελεί διοικητικά, οικονομικά και επιχειρησιακά αυτοτελή εξειδικευμένη αναπτυξιακή δομή που εποπτεύεται από τον Υπουργό Πολιτισμού».

Η ιδεολογική και πολιτική μετατόπιση της Δεξιάς στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια ως προς το τι κράτος  θέλουμε, εκφράζεται υλικά και συμβολικά στον Πολιτισμό. Από το 1910, όταν ιδρύθηκε η «Αρχαιολογική Υπηρεσία», μέχρι το 1977, όταν το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων που είχε ιδρυθεί το 1961, απέκτησε Οργανισμό και μέχρι το 2020, ο εκσυγχρονισμός του ελληνικού κράτους ταυτίζεται με τη στρατηγική του ικανότητα να ανακατευθύνει τα έσοδα από τα μνημεία στην προστασία των ίδιων των μνημείων. Το αστικό ελληνικό κράτος, με δεδομένο ότι η πολιτιστική κληρονομιά παράγει πλούτο (εισιτήρια, εκμαγεία, πωλητήρια, κλπ. –πάντα υπήρχαν  δεν τα ανακάλυψε η Μενδώνη) ανέλαβε το ίδιο να ανακατευθύνει τον πλούτο που παρήγαγαν  στα ίδια τα μνημεία. Αυτός ο στρατηγικός ρόλος του κράτους, στο πλαίσιο του οποίου συγκροτήθηκε μια κρατική-δημόσια αλυσίδα, όπου οι επιστήμονες  αρχαιολόγοι είχαν τον πρώτο λόγο για αυτό τον πλούτο, άρχισε να αμφισβητείται. Από τη σύσταση του αλήστου μνήμης και διαφθοράς ΟΠΕΠ Α.Ε. (Οργανισμός Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού 2004), που έβαλε λουκέτο το 2010 φορτώνοντας το Δημόσιο με κάποια εκατομμύρια ευρώ, μέχρι την αντικατάσταση του ΤΑΠ με τον ΟΔΑΠ (Οργανισμός Διαχείρισης Αρχαιολογικών Πόρων, 2020), η προσπάθεια από το ίδιο το –σκληρά νεοφιλελεύθερο πλέον– κράτος  να εκμεταλλευτεί μέχρι εξουθένωσης το brand «πολιτιστική κληρονομιά», συγκροτώντας γύρω από αυτήν  μια οικονομική και κοινωνική ελίτ εκμετάλλευσης  πόρων και επίδειξης πλούτου, ο δρόμος οδήγησε στη σύσταση της Ανώνυμης Εταιρείας.

Το αστικό κράτος των προηγούμενων δεκαετιών, μετατρέπεται υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη σε ένα χυδαία νεοφιλελεύθερο κράτος: το ίδιο το κράτος, οι δημόσιοι λειτουργοί και  υπάλληλοι δεν μπορούν  να παράγουν ούτε να διαχειρίζονται τον παραγόμενο πλούτο προς όφελος της συλλογικότητας και με σεβασμό στο συμβολικό και υλικό κεφάλαιο των μνημείων, στον ρόλο τους ως  ραχοκοκαλιάς για τη συγκρότηση των συλλογικών φιλοδοξιών της κοινότητας (κυρίως από τη Μεταπολίτευση και μετά, όταν η δημοκρατία και η διεκδίκηση για κοινωνική ισότητα «εκδημοκράτισαν το διάλογό μας» με τα μνημεία).  Το χυδαία νεοφιλελεύθερο κράτος επιδιώκει το εμπορικό «ξεζούμισμα» των μνημείων από τους «ειδικούς ιδιώτες» (διαφημιστικές, συμβουλευτικές, κλπ. εταιρείες), προς δόξαν των νεόπλουτων που είναι οι μόνοι που μπορούν να αυξήσουν τα έσοδα. Δείπνα στη Σπιναλόγκα και το Επταπύργιο, ιδιωτικές επισκέψεις στην Ακρόπολη, γάμοι στο Νιόκαστρο της Πύλου, και πολλά άλλα. Οι συλλογικές φιλοδοξίες πρέπει να πειθαρχήσουν» στον τρόπο με τον οποίο το «αφήγημα για τον Παρθενώνα»  συγκροτεί μια διαφημιστική –ιδιωτική εταιρεία που πληρώνεται από τους πόρους του– και αναλαμβάνει «να βρει τον τρόπο να τον συστήσει στο εξωτερικό».

Πόση χυδαία αλαζονεία κρύβεται πίσω από αυτή τη φρασούλα μιας κυρίας διορισμένης στον ΟΔΑΠ από την κ. Μενδώνη.