Ανάπτυξη για λίγους, στασιμότητα για πολλούς: το τίμημα των επιλογών

Φωτό: Νικόλας Κοκοβλής

Τις τελευταίες μέρες βλέπουμε μια ακόμη σύγκρουση να ξεσπάει στη Μέση Ανατολή, αυτή τη φορά ανάμεσα στο Ισραήλ και το Ιράν, και ήδη αυξάνονται οι ανησυχίες για μια νέα οικονομική κρίση. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό αν αναλογιστεί κανείς ότι από τα στενά του Ορμούζ, που απειλεί να κλείσει το Ιράν, διακινείται σχεδόν το ¼ του παγκοσμίου πετρελαίου. Οι κίνδυνοι είναι πολλαπλοί: ξεκινώντας από μία ενδεχόμενη αύξηση των τιμών του πετρελαίου είναι πιθανό να αυξηθούν διεθνώς οι πληθωριστικές πιέσεις. Πιθανό είναι επίσης να διαταραχθεί το διεθνές εμπόριο –που ήδη κλυδωνίζεται από τον εμπορικό πόλεμο που έχει ξεκινήσει ο Τραμπ– από αυξημένη συναλλαγματική αβεβαιότητα, επηρεάζοντας την παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα και οδηγώντας επίσης σε πληθωριστικές πιέσεις. Και βέβαια η αβεβαιότητα ενδέχεται να αναστείλει επενδυτικές αποφάσεις παγκοσμίως επηρεάζοντας αρνητικά τις αναπτυξιακές προοπτικές.

Πρόκειται για άλλη μια πηγή ανησυχίας και για την ελληνική οικονομία που ακόμη δεν έχει ξεπεράσει πλήρως τις συνέπειες της κρίσης του 2009, ενώ οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές των τελευταίων ετών δεν έχουν επιτύχει αυτά που έχουν υποσχεθεί (σε όρους ανάπτυξης, επενδύσεων, μισθών κλπ.). Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι επενδύσεις που στην Ελλάδα το 2024 ήταν στο 15,3% του ΑΕΠ, από τις χειρότερες επιδόσεις στην Ευρώπη και αρκετά μακριά από το 21% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ στο 1ο τρίμηνο του 2025 αντί να αυξηθούν μειώθηκαν κατά 3,2% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους. Φαίνεται απίθανο να επιτευχθεί ο στόχος για αύξηση των επενδύσεων κατά 8,4% το 2025 (όπως προβλέπεται από το φετινό προϋπολογισμό), όπως απίθανη φαίνεται και η ταχεία σύγκλιση με την Ευρώπη. Ιδιαίτερα σε ένα επιδεινούμενο διεθνές περιβάλλον που αυξάνονται οι αρνητικοί οικονομικοί παράγοντες διεθνώς.

Ρυθμοί ανάπτυξης και έλλειψη προοπτικής

Δεν αποτελεί λοιπόν έκπληξη το γεγονός ότι οι Έλληνες είναι πλέον ουραγοί της Ευρώπης σε βιοτικό επίπεδο, όπως δείχνει και ο δείκτης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ –σε όρους αγοραστικής δύναμης– όπου η Ελλάδα βρίσκεται στην προτελευταία θέση της Ευρώπης, πάνω μόνο από τη Βουλγαρία, έχοντας το 69% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Η σύγκλιση θα αργήσει να έρθει. Όπως ανέδειξαν σε μελέτη τους στελέχη του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ θα επανέλθει στα προ κρίσης επίπεδα (δηλαδή σε επίπεδα του 2007) μετά το 2030, ενώ όπως έγραψε σε άρθρο του ο Ευ. Τσακαλώτος, αν υποθέσουμε μια μέση ανάπτυξη στην Ευρώπη 1% για τα επόμενα χρόνια, η Ελλάδα πρέπει να αναπτύσσεται με διπλάσιο ρυθμό για πάνω από 30 χρόνια για να φτάσει στο 100% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Ένας τέτοιος ρυθμός ανάπτυξης είναι μάλλον απίθανος για τόσο μακρύ διάστημα. Μπορεί αυτή την περίοδο η Ελλάδα να έχει ρυθμούς ανάπτυξης άνω του 2%, αλλά οι μεσοπρόθεσμες προβλέψεις είναι ότι θα είναι κάτω από 2%, κυρίως γιατί θα σταματήσει η ώθηση που δίνεται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) και γιατί ο τρόπος που δαπανήθηκαν οι πόροι του ΤΑΑ δεν έκαναν τίποτα για να οδηγήσουν σε μια αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου μακριά από τους συνήθεις ύποπτους (τουρισμό και κατασκευές) σε καινοτόμες δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Είναι προφανές ότι για τη στασιμότητα και την έλλειψη προοπτικής έχουν παίξει σημαντικότατο ρόλο οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν τα τελευταία 5 χρόνια. Χωρίς να αγνοούμε τις συνέπειες και τα απόνερα της κρίσης του 2009, αλλά η πανδημία, το ΤΑΑ, το πληθωριστικό σοκ ήταν τεράστιας σημασίας και ο τρόπος που έγινε η διαχείριση από μία βαθιά νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση διαμόρφωσε κατά πολύ την εικόνα της Ελλάδας σήμερα.

Πίσω από την στασιμότητα

Στο μέτωπο του πληθωρισμού συγκεκριμένα η Ελλάδα βρίσκεται σταθερά ψηλότερα από την Ευρώπη. Τα πιο πρόσφατα στοιχεία δείχνουν ότι το Μάιο οι τιμές αυξήθηκαν κατά 2,5% σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα πέρυσι. Μια επίδοση από τις χειρότερες στην Ευρώπη. Στις επιμέρους κατηγορίες θα βρούμε πρωταθλητές αύξησης των τιμών σε βασικές ανάγκες και καθημερινά αγαθά όπως τα ενοίκια (10,9%), η στέγαση (6%), η διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά (2,6%), η ένδυση (6,6%), ο ηλεκτρισμός (18%), το ψωμί (3,1%), το κρέας (5,3%), τα φρούτα (13,2%) και πολλά άλλα. Ο πληθωρισμός ροκανίζει το διαθέσιμο εισόδημα και οι αυξήσεις που γίνονται στους μισθούς μόλις φέτος έχουν αρχίσει και υπερκαλύπτουν τις απώλειες που είχαν οι καταναλωτές μετά το 2020 λόγω της πληθωριστικής κρίσης. Ενδεικτικό είναι ότι σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΙΝΕ ΓΣΕΕ την περίοδο 2019 – 2024 ο πραγματικός μισθός αυξήθηκε μόλις κατά 1,1% και αυτό συνέβη παρόλο που αυξήθηκε κατά 2,9% τη διετία 2023-2024.

Όμως πίσω από τη στασιμότητα (και σε κάποιες περιπτώσεις επιδείνωση) του μέσου όρου, κρύβεται μια σημαντική απόκλιση ανάμεσα στα άκρα. Γιατί οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν, όπως η απορρύθμιση στην αγορά εργασίας, η απροθυμία να αντιμετωπιστούν τα καρτέλ, η διαχείριση των πόρων του ΤΑΑ προς όφελος των μεγάλων εταιρειών και όχι των μικρών παικτών, η ανοχή στη μεγάλη φοροδιαφυγή, έχουν δημιουργήσει μία συγκυρία όπου ένα οικονομικό μπλοκ βγαίνει κερδισμένο, βλέπει τα εισοδήματά του να αυξάνονται, συσσωρεύει πλούτο και βελτιώνει την ποιότητα ζωής του, ενώ ταυτόχρονα η πλειονότητα του κόσμου στην καλύτερη περίπτωση αντιμετωπίζει στασιμότητα στη χειρότερη βλέπει το βιοτικό του επίπεδο να επιδεινώνεται. Αυτό εξάλλου δείχνουν και τα στοιχεία του δείκτη Gini (που μετράει την οικονομική ανισότητα) και του δείκτη S80/S20 (που δείχνει το μερίδιο του εισοδήματος που έχει το πλουσιότερο 20% του πληθυσμού σε σχέση με το φτωχότερο 20%) οι οποίοι ήταν αυξημένοι το 2024 σε σχέση και με το 2019. Την ίδια εικόνα δείχνουν και τα στοιχεία για τον κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού ο οποίος την ίδια περίοδο σκαρφάλωσε στο 19,6% από 17,9%. Μια εικόνα που είναι εξίσου αποκαρδιωτική είτε κοιτάμε τους νέους είτε τους ηλικιωμένους. Ενδεικτικά 33,6% των παιδιών ζουν σε συνθήκες υλικής υστέρησης (δηλαδή ζουν σε συνθήκες που δεν μπορούν να καλύψουν τα απαραίτητα για αξιοπρεπή διαβίωση – αρνητική πρωτιά στην Ευρώπη), 14,4% των νέων 15 – 29 ετών ζουν σε συνθήκες σοβαρής υλικής και κοινωνικής στέρησης (3η χειρότερη επίδοση στην Ευρώπη) και 65,6% των ηλικιωμένων ζουν στο φάσμα της φτώχειας.

Οικονομική αστάθεια

Είναι προφανές ότι, σε αντίθεση με όσους μιλάνε για τις εξαιρετικές οικονομικές επιδόσεις της Ελλάδας, η πραγματικότητα είναι ότι μπαίνουμε σε μια περίοδο οικονομικής αστάθειας και η χώρα δεν είναι ούτε στο οικονομικό ούτε στο κοινωνικό επίπεδο θωρακισμένη για να ανταπεξέλθει. Η ανάπτυξη είναι εύθραυστη και ήδη τίθεται σε αμφιβολία, ενώ οι πόροι του ΤΑΑ σε δύο χρόνια θα πάψουν να εισρέουν δημιουργώντας εύλογα ερωτήματα για το πως θα καλυφθεί το αναπτυξιακό κενό που θα δημιουργηθεί. Δυστυχώς φαίνεται ότι χάθηκε μια τεράστια ευκαιρία για αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος με έμφαση στην καινοτομία και την ενίσχυση της εργασίας. Για να γίνουν οι απαιτούμενες αλλαγές χρειάζεται μια ριζική αναθεώρηση της αντίληψης για την οικονομία, μακριά από το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα, με ένα αναπτυξιακό κράτος που σχεδιάζει και δίνει κατευθύνσεις και έχει τα εργαλεία και το ανθρώπινο δυναμικό να παρεμβαίνει ουσιαστικά. Με μια διαφορετική προσέγγιση στη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας και των κοινών αγαθών. Και με μία ενεργή προσπάθεια για αναστροφή της εμπορευματοποίησης κοινωνικών υπηρεσιών και της απορρύθμισης που λειτουργεί εις βάρος των πολιτών και των εργαζομένων.