Όταν ξυπνάς νωρίς το πρωί η αίσθηση είναι διαφορετική. Έχεις αυτή την αίσθηση της αρχής, σαν κάθε τι να ανοίγει τα μάτια σου. Σχεδόν ταυτόχρονα, σχεδόν απρόθυμα. Να τεντώνεται. Να ανασαίνει. Υπάρχει μια ένταση σαν να γεννιέσαι βιαστικά και κυρίως έτοιμος και έτοιμη, με γνώση για όσα έχουν προηγηθεί στον κόσμο και τον ρόλο σου σε αυτόν. Αν και αυτό που προτιμώ, αυτό που ξεχωρίζω είναι η μικρή εκείνη στιγμή. Όταν για λίγο δεν ξέρεις που βρίσκεσαι και τι συμβαίνει, αυτό το κενό χωρίς εξήγηση και χωρίς ερμηνεία όταν η μέρα μπροστά είναι άδεια έστω για λίγα δεύτερα. Εκεί που είσαι κενός και καινούριος σαν μόλις κομμένος από το κλαδί της νέας μέρας.

Αντίθετα, άμα ξυπνάς αργά, νιώθεις πως βρίσκεις τον κόσμο έτοιμο να σε περιμένει. Στημένο εκεί πριν από εσένα, φτιαγμένο από άλλους πριν προλάβεις να κάνεις τα βήματά σου. Προετοιμασμένος για εσένα χωρίς τη δυνατότητα να τον εκπλήξεις. Μιλάμε για μια άλλη μέρα. Ακόμα και με το ίδιο πρόγραμμα είναι μια άλλη μέρα.

Για χρόνια ξύπναγα αργά. Ήμουν ρυθμισμένος στο ρολόι της νύχτας. Η νύχτα είναι αχανής. Οι ώρες της στάζουν αργά, σχεδόν τυχαία. Περισσότερο από οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, αυτή είναι μια ώρα που σου ανήκει. Κανείς δεν θα σου τηλεφωνήσει, κανείς δεν θα σε ενοχλήσει. Έχει μια μοναξιά που από την κατάλληλη οπτική γωνία μπορεί να μοιάζει με μοναδικότητα. Εσύ. Εσύ και η νύχτα. Και η στιγμή αυτή που είσαι μόνος σου στον κόσμο. Αλλά όλα για κάποιον λόγο βγάζουν νόημα. Ενώ οι γύρω σου κοιμούνται και εσύ επιμένεις. Ακόμα και αν δεν ξέρεις σε τι επιμένεις. Είναι συνήθως οι ηλικίες πριν το ξεκίνημα. Όταν δεν έχεις αποφασίσει προς τα πού πας και κάθε τι μοιάζει τυχαίο. Τότε το πρωινό έρχεται. Όχι ως ξύπνημα αλλά ως ένας τρόπος να σε ενημερώσει πως έφτασες μέχρι το τέλος της νύχτας, πως μάλλον είναι καλύτερο να ξεκουραστείς. Αλλά επίσης πως το πραγματικό ξεκίνημα, το ξημέρωμα της ζωής που κάποια στιγμή θα βρεις και θα ακολουθήσεις βρίσκεται μπροστά σου.

Οι πρώτες πρωινές ώρες έχουν κάτι συντεταγμένο. Διαφορετικές ρουτίνες ξυπνήματος που έρχονται να συναντηθούν. Όλοι ξυπνούν με τον δικό τους τρόπο, κουβαλούν το δικό τους φορτίο. Και όμως στον δρόμο βλέπεις τον κόσμο να συντονίζεται. Αυτοί που τρέχουν να πάνε το παιδί στο σχολείο, εκείνοι που βγάζουν τα σκυλιά για την πρώτη πρωινή βόλτα με τη βιασύνη της αναχώρησης, εκείνοι που απρόθυμοι πηγαίνουν στη δουλειά με κάθε μόριο του σώματός τους να ομολογεί: «Το πρωινό ξύπνημα μάς εξαγριώνει». Και εσύ, εξαγριωμένος επίσης, κινείσαι μέσα σε αυτή τη συλλογική συμφωνία έναρξης τελείως ενωμένος με τη συλλογική χειρονομία. Προετοιμάζεσαι, συμμετέχεις εντός της, προσπαθώντας, καθώς τα μάτια σου ανοίγουν, να ξεκολλήσει από τη μάζα, από το σύνολο και να πορευτείς στον δικό σου δρόμο, στη δική σου ρουτίνα. Το πρωινό εξαχνώνεται. Μέχρι να φτάσεις στο λεωφορείο θα έχει φύγει. Θα έχει υποβαθμιστεί απλά στο ξεκίνημα της ημέρας. Μα εσύ προσπαθείς να το κρατήσεις. Κάπου εκεί μέχρι ο ήλιος να γίνει ξεκάθαρος και η θερμοκρασία να φτάσει κοντά στην αποδεκτή της θερμοκρασία ανάλογα με την εποχή.

Το συνειδητό ξύπνημα είναι μια προνομιακή συνθήκη. Μια εκ νέου επιτέλεση της γέννησης, μια παραδοχή ζωής, ένα «πάμε» που παρά τους όσους προγραμματισμούς και τα αυστηρά χρονοδιαγράμματα έχει μονίμως άγνωστη κατεύθυνση.

Το πρωινό. Μια στιγμή που -έστω για λίγο- απέχει εξίσου από το όνειρο και από τη ζωή.

Foto

Pixabay