Χθες, σήμερα και πάντα. Στη χώρα μας και σε όλο τον κόσμο

“And if a man can change, then a man should live” (Paul Crump, Phil Ochs)

Καθώς γράφω αυτό το σημείωμα, διαβάζω ότι η Κρίστα Πάικ ανέκτησε τις αισθήσεις της και μπορεί πλέον να μιλήσει. Μένει επομένως να κριθεί αν και πότε θα υπάρξει νέα απόπειρα εκτέλεσης της θανατικής καταδίκης σε βάρος της. Μοιάζει –και είναι– παράδοξο ότι η Πολιτεία του Τενεσί καταβάλλει προσπάθειες να σώσει τη ζωή της μέσα από την ιατρική της φροντίδα προκειμένου στη συνέχεια να την εκτελέσει. Γιατί –διαβάζω πάλι– δεν αρκεί η εκτέλεση της ποινής, αλλά θα πρέπει ο εκτελούμενος να έχει και συνείδηση ότι εκτελείται, ως εάν αυτό να αποτελεί τμήμα της ποινής.

Δεν είναι το μόνο παράλογο στη συγκεκριμένη υπόθεση. Η Κρίστα Πάικ επιχειρήθηκε να εκτελεστεί τριάντα χρόνια μετά το έγκλημα που διέπραξε. Ήταν τότε 18 χρονών, σήμερα είναι 48. Δεν θέλει πολύ μυαλό για να αντιληφθεί κανείς ότι ο άνθρωπος που επιχειρήθηκε να εκτελεστεί είναι πλέον ένας άλλος άνθρωπος σε σχέση με εκείνον που διέπραξε το έγκλημα. Πόσο αντέχει αυτό στη δοκιμασία της λογικής;

Γενικότερα βέβαια, το πρόβλημα είναι αυτή καθαυτή η θανατική ποινή, δηλαδή αυτή η επιβίωση της βιβλικής βαρβαρότητας στα συστήματα απόδοσης δικαιοσύνης των σύγχρονων κρατών. Μια ποινή που υπογραμμίζει την συνύφανση της βίας με το κράτος στην πιο απόλυτη μορφή, αυτή της δυνατότητας της αφαίρεσης της ζωής. Είναι γνωστά τα επιχειρήματα κατά της θανατικής ποινής και είναι όλα σωστά. Η πιθανότητα του λάθους, η αναποτελεσματικότητα από τη σκοπιά της αποτροπής του εγκλήματος, η παραίτηση από τη δυνατότητα της μεταστροφής και του σωφρονισμού, η χρήση της ποινής ως μέσο πολιτικής εκδίκησης, ο εθισμός της κοινωνίας στην αγριότητα της αφαίρεσης της ζωής και η νομιμοποίησή της. Θα πρόσθετα κι ένα ακόμα: την ταξικότητα του μέτρου, που αποδεικνύεται από τις σχετικές στατιστικές, ιδίως στις ΗΠΑ. Φτωχοί, μαύροι και μειονοτικοί είναι τα συνηθέστεροι θύματα των εκτελέσεων στις ΗΠΑ. «A rich man never died upon the chair» («Κανένας πλούσιος δεν πέθανε στην ηλεκτρική καρέκλα») τραγουδούσε (πάλι) ο Φιλ Οχς το 1965 και τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει από τότε.

Η Κίνα, το Ιράν και η Σαουδική Αραβία είναι οι πρωταθλητές των θανατικών εκτελέσεων παγκοσμίως. Δεν γνωρίζουμε πόσες περιπτώσεις σαν της Κρίστα Πάικ κρύβονται μέσα στις εκατοντάδες των εκτελέσεων που γίνονται κάθε χρόνο τρεις αυτές χώρες. Αλλά και πόσοι αθώοι έχουν οδηγηθεί στον απαγχονισμό (Ιράν), τον αποκεφαλισμό (Σαουδική Αραβία) ή την εκτέλεση με μια σφαίρα στον αυχένα (Κίνα). Μοιάζει παράδοξο –αλλά δυστυχώς δεν είναι– ότι οι δύο πρώτες χώρες συγκεντρώνουν συμπάθειες από συγκεκριμένες τάσεις της εν γένει Αριστεράς στο πλαίσιο μια δήθεν αντιιμπεριαλιστικής ανάλυσης και στάσης. Είναι ένα δείγμα κι αυτό της δύσκολης σχέσης που συνεχίζει να υπάρχει ανάμεσα σε τάσεις του κινήματος για την κοινωνική απελευθέρωση, δηλαδή της Αριστεράς και στην δημοκρατία. Από την άλλη πλευρά, η Σαουδική Αραβία είναι ένας επιφανής εταίρος όχι μόνο της δικής μας χώρας, αλλά και εν γένει του Δυτικού κόσμου παρά την απαράδεκτη κατάσταση των ανθρώπινων και των πολιτικών δικαιωμάτων στην χώρα αυτή. Την ίδια στιγμή, οι ΗΠΑ είναι το μόνο κράτος στις δύο Αμερικές που διατηρεί τη θανατική καταδίκη κρατώντας στην ουρά του θανάτου (death row) ανθρώπους, όπως τον παλιό Μαύρο Πάνθηρα Μουμία Αμπού Τζαμάλ, επί δεκαετίες. Κατοπτρικά θα έλεγε κανείς ότι κι αυτά τα δεδομένα δείχνουν πόσο κίβδηλη παραμένει η ρητορεία περί ελευθερίας και δημοκρατίας από την πλευρά των ΗΠΑ και των συμμάχων τους.  

Η διατήρηση ή μη της θανατικής ποινής αποτελεί έναν κρίσιμο δείκτη για την κατάσταση των δικαιωμάτων στο εσωτερικό μιας χώρας. Και η στάση απέναντι στη θανατική ποινή ήταν και παραμένει ένα σημαντικό κριτήριο για την προσήλωση στη δημοκρατία και τον σεβασμό των ελευθεριών. Υπογραμμίζει τις διαχωριστικές γραμμές, διαχωρίζει τον πραγματικό φιλελευθερισμό από τις αυταρχικές τάσεις. Η αντίθεση στη θανατική ποινή αποτελεί ταυτοτικό στοιχείο για μια δημοκρατική Αριστερά και αυτό είναι μια στάση με συνέπειες.

Σημείωση:

«Εφόσον ο άνθρωπος μπορεί να αλλάξει, τότε ο άνθρωπος πρέπει να ζει». Το φολκ τραγούδι “Paul Crump” του Φιλ Οχς αναφέρεται στον Πολ Κραμπ, έναν κρατούμενο στην πτέρυγα των μελλοθάνατων του Ιλινόις, ο οποίος είχε καταδικαστεί σε θάνατο για τη δολοφονία ενός φύλακα εργοστασίου κατά τη διάρκεια ληστείας στο Σικάγο το 1953. Κατόπιν κινητοποιήσεων του κινήματος κατάργησης της θανατικής ποινής μετατράπηκε η ποινή του σε ισόβια κάθειρξη το 1962. Είχε διαγνωστεί με σχιζοφρένεια. Αποφυλακίστηκε το 1993, μετά από σαράντα χρόνια στη φυλακή, και πέθανε το 2002, χωρίς να μπορέσει ποτέ να προσαρμοστεί σε μία ελεύθερη ζωή.