Χρήστος Παπάζογλου, Κατερίνα Κωστίου «Λόγος ανυπεράσπιστος. 25 επιστολές του Δημήτρη Χατζή στη Λεία Χατζοπούλου-Καραβία και 1 μελέτη για το έργο του», Εκδόσεις Πανεπιστημίου Πατρών, 2024

Μαίρη Μικέ, Βασίλης Μακρυδήμας (επιμέλεια, εισαγωγή, σημειώσεις) «Αλληλογραφία Τ. Κ. Παπατσώνη Μέλπως Αξιώτη (1962-1964)», εκδόσεις Gutenberg, 2025

Η αλληλογραφία μεταξύ συγγραφέων μπορεί να αποκτήσει πολλές όψεις: να δείξει φιλικές σχέσεις και διανοητικούς ή καλλιτεχνικούς δεσμούς, να αποκαλύψει υπόγειες διαδρομές και αναπάντεχες συνευρέσεις, να επιτρέψει στα έκτακτα περιστατικά ή και στην καθημερινότητα να προσδώσουν απρόσμενους τόνους στην επικοινωνία, να φέρει στην επιφάνεια καινούργια στοιχεία για το έργο των επιστολογράφων ή να το εντάξει μέσα στο πολιτικό και στο ιστορικό κλίμα της εποχής τους. Όπως και να έχει, η αλληλογραφία ανάμεσα σε ομοτέχνους προσφέρει συχνά ένα υλικό ικανό να οδηγηθεί πέρα από την ανεκδοτολογία και την περιπτωσιολογία.

Οι 25 επιστολές του Δημήτρη Χατζή προς την κατά πολύ νεότερή του Λεία Χατζοπούλου-Καραβία που παρουσιάζει ο Χρήστος Παπάζογλου στον Λόγο ανυπεράσπιστο ξεκινούν το 1963 και ολοκληρώνονται το 1975 με τον επαναπατρισμό του συγγραφέα. Ο Χατζής γράφει πάντοτε με το άγχος του εξόριστου και του πολιτικά αποδιοπομπαίου από την Ελλάδα: ενός ανθρώπου του οποίου η ζωή έχει καεί σε πολλαπλά επίπεδα και ο οποίος θέλει να προφυλάξει, τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια των επιστολών του, τη Χατζοπούλου-Καραβία από παρόμοια δεινά, αποφεύγοντας να της γράψει όποτε θεωρεί επικίνδυνο το να ταυτιστεί πολιτικά μαζί του. Ο Χατζής μιλάει για πλήθος ζητήματα, γίνεται, ωστόσο, εξαρχής φανερό το ερωτικό του ενδιαφέρον για το πρόσωπο με το οποίο αλληλογραφεί – ενδιαφέρον που παραμένει αμείωτο μέχρι το τέλος, παρά τη σταθερή άρνηση της καλής του φίλης, κατά ρητή ομολογία του ίδιου, να τον ενθαρρύνει κατά οιονδήποτε τρόπο προς μια τέτοια κατεύθυνση.

Οι δυσκολίες του Χατζή στην εξορία, το μόνιμο αίσθημα της αποκοπής του από την Ελλάδα, οι ανησυχίες του για την επικείμενη έκδοση των Ανυπεράσπιστων, οι ατυχίες του προσωπικού του βίου άλλοτε με τη συμβία του στην υπερορία και άλλοτε με ένα δυσλειτουργικό παιδί επίσης στο εξωτερικό, οι καθημερινές του μέριμνες με επιμέλειες κειμένων ή με μαθήματα λογοτεχνίας, καθώς και οι κλειστές κατά κανόνα προοπτικές της επανόδου στην Ελλάδα δημιουργούν σιγά-σιγά την ατμόσφαιρα εντός της οποίας συντάσσει ο επιστολογράφος τα γράμματα προς τη Χατζοπούλου-Καραβία. Και μπορεί να διαπιστώνουμε κάθε τόσο την αμηχανία ή και την αδεξιότητα ως προς την έκφραση των ερωτικών του συναισθημάτων, πλην ελάχιστα μαθαίνουμε παραπάνω είτε για τους Ανυπεράσπιστους είτε για το τι ακριβώς φρονεί σχετικά με την πεζογραφία και τα ποιήματα της Χατζοπούλου-Καραβία, αν εξαιρέσουμε μερικές γενικόλογες και μάλλον πρόχειρες και κοινότοπες παρατηρήσεις.

Πολύ περισσότερα στοιχεία (καίρια στο πεδίο τόσο της έρευνας όσο και της ερμηνείας) καταγράφει η Κατερίνα Κωστίου με το πυκνό της δοκίμιο για δύο από τα σημαντικότερα διηγήματα των Ανυπεράσπιστων («Ώρα της φυρονεριάς» και «Άι-Γιώργης»), καθώς και για τη μέθοδο της καβαφικής ειρωνείας την οποία εφαρμόζει σε αμφότερα με υποδειγματικό τρόπο ο Χατζής.

Σύγκλιση και επικοινωνία παρά τις διαφορές

Εντελώς διαφορετική είναι η γραμμή στην Αλληλογραφία Τ.Κ. Παπατσώνη Μέλπως Αξιώτη, πριν και πάνω απ’ όλα επειδή εδώ υπάρχουν δύο συγγραφικές φωνές οι οποίες προέρχονται από διαφορετικά (αν όχι και εκ διαμέτρου αντίθετα) ιδεολογικοπολιτικά και λογοτεχνικά στρατόπεδα. Κι όμως, όπως αποδεικνύεται και από τη διεξοδική εισαγωγή της Μαίρης Μικέ και του Βασίλη Μακρυδήμα, οι οποίοι έχουν μελετήσει δια μακρών σε παλαιότερες μελέτες τους δύο συγγραφείς, εφοδιάζοντας τώρα τον αναγνώστη και με ιδιαιτέρως χρήσιμες και διαφωτιστικές σημειώσεις, οι αποκλίσεις που θα περιμέναμε μεταξύ του Παπατσώνη και της Αξιώτη, κατά τη διάρκεια του κρίσιμου διαστήματος 1962-1964, μετατρέπονται αίφνης σε συγκλίσεις, που προσδίδουν μια αναπάντεχη ενότητα στο υλικό της έκδοσης.

Ο Παπατσώνης και η Αξιώτη δεν είναι φίλοι. Η αλληλογραφία τους ξεκινάει ευγενικά και τυπικά με αφορμή τα Θαλασσινά (1961) της τελευταίας και την εκτίμηση του πρώτου για την ποιητική τους αξία. Από εκεί θα βρεθούν και τα πρώτα σημεία επαφής, που είναι ο Πολ Ελιάρ, αλλά και ο Γιάννης Ρίτσος, ο οποίος θα διευκολύνει και θα στηρίξει την επιστολική γνωριμία τους. Ο Παπατσώνης δεν δυσκολεύεται να κάνει λόγο για τα μορφολογικά χαρακτηριστικά της ποίησης της Αξιώτη, επισημαίνοντας απερίφραστα το βάρος και τη σημασία τους. Κι εκείνη, όμως, όταν θα λάβει με τη σειρά της τα δικά του ποιήματα, δεν θα αντιδράσει ως πατροπαράδοτη αριστερή με το χριστιανικό τους πνεύμα και περιεχόμενο, όπως φοβάται ο ίδιος. Μένοντας μακριά από την οποιαδήποτε θρησκευτική περιχαράκωση, η Αξιώτη αποδεικνύει όχι μόνο την κοσμοθεωρητική μα και την καλλιτεχνική της ανεξιθρησκεία.

Και είναι και πολλά άλλα, ευρύτερα ή στενότερα. Ο Παπατσώνης γράφει στη Μέλπω από τις ΗΠΑ, όπου έχει πάει για οικογενειακούς λόγους, εκφράζοντας τη βαθιά του δυσπιστία για μια κοινωνία ανίκανη να ανταποκριθεί σε αγωγή και σε ορίζοντες όπως οι δικοί του. Η ίδια απαντά από το στενόχωρο δωμάτιο ενός βερολινέζικου ξενοδοχείου. Και οι δύο ξέρουν πως ο ξένος τόπος του ενός δεν μπορεί να συγκριθεί με τον ξένο τόπο του άλλου (η Αξιώτη μένει σε ξενοδοχείο για να μη λησμονήσει την περαστική, την επιτακτικά προσωρινή της παρουσία), αλλά ακόμα κι έτσι κουτσουρεμένη, η αποξένωση τούς κρατάει κοντά. Δεν τους ενώνει σίγουρα και δεν τους κατατρώγει με ταυτόσημα αποτελέσματα, δίνει, παρόλα αυτά, κοινό όνομα στην εμπειρία τους, με τον Παπατσώνη να επανέρχεται τακτικά στο θέμα της επιστροφής της Μέλπως στην πατρίδα.

Συζητώντας με την Αξιώτη για την Άσκηση στον Άθω (1963), το ημερολογιακό χρονικό το οποίο μόλις της έχει στείλει, ο Παπατσώνης σπεύδει να της πει πως έχει κάπως υπερρεαλιστικό χαρακτήρα. Κι η ίδια, εντούτοις, σπεύδει με τη σειρά της να του διευκρινίσει πως ο υπερρεαλισμός δεν την απασχολεί πλέον. Κι αν η απόσταση από τον υπερρεαλισμό μάς λέει κάτι για τον τρόπο αντιμετώπισης ενός κλάδου τουλάχιστον του μοντερνισμού, η αναφορά στο αφιέρωμα της Επιθεώρησης Τέχνης στον Καβάφη και η επιφυλακτικότητά της για την κοινωνικοπολιτική του προσέγγιση από τον Στρατή Τσίρκα μάς λέει περισσότερα για τα αδέσμευτα ποιητικά της κριτήρια.

Συγκλίσεις, λοιπόν, ανάμεσα σε έναν ποιητή του καθολικισμού και σε μια πολιτικά εξόριστη συγγραφέα. Συγκλίσεις που δεν θα καταλήξουν ποτέ σε ταυτίσεις, θα δείξουν, όμως, πεντακάθαρα την ιδεολογική και την αισθητική ευρυχωρία την οποία είναι σε θέση να μοιραστούν δύο προσωπικότητες που ανήκουν τύποις σε άλλους κόσμους.