🎙️Γεωργία Διάκου: «Επιθυμώ να αναδείξω την ανάγκη σχέσεων και ύπαρξης κοινοτήτων»

Η Γεωργία Διάκου γεννήθηκε το 1995 και μεγάλωσε στην Καρδίτσα. Είναι απόφοιτη του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας και τελειόφοιτη του τμήματος Θεάτρου ΑΠΘ με κατεύθυνση Σκηνοθεσίας. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Αυτά που φαίνονται στο φως μού μοιάζουν οικεία (εκδόσεις Θράκα, 2022), ήταν υποψήφια για το βραβείο Γιάννης Βαρβέρης της Εταιρείας Συγγραφέων, έχει συγγράψει με τη Μελίνα Αποστολίδου το θεατρικό έργο Η πόλη έβαλε τους ανθρώπους της στα παγκάκια και κατάπιε μια μέντα (εκδόσεις Βακχικόν, 2022), έχει γράψει και τη νουβέλα Λαβίνια Σουλτς (εκδόσεις Θράκα, 2023).
Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πλήθος το νέο της βιβλίο Γλυκέ μου δεινόσαυρε, ένα βιβλίο που κινείται ανάμεσα στην ποίηση και στην αφήγηση. Η συγγραφέας μάς καλεί να ακολουθήσουμε μια διαδρομή γεμάτη εικόνες, αποσπάσματα ζωής και εσωτερικές συνομιλίες με το παρελθόν. Η Διάκου δεν αφηγείται απλώς μια προσωπική ιστορία. Το κείμενό της, μέσα από την εικονοπλαστική και αποσπασματική του δομή, δείχνει ότι η εμπειρία του ατόμου είναι πάντα συνδεδεμένη με το συλλογικό. Όταν η αφηγήτρια μιλά για τον πόνο, για την απώλεια, για τη φθορά του σώματος, δεν περιγράφει μόνο μια ατομική στιγμή αλλά μας φέρνει αντιμέτωπους με το πώς τα σώματα, ιδίως τα γυναικεία σώματα, κουβαλούν την ιστορία της σιωπής, της καταπίεσης, αλλά και της αντίστασης. Ο «δεινόσαυρος», κεντρικό συμβολικό στοιχείο, γίνεται φορέας μνήμης, είναι η φωνή των γυναικών που επιμένουν να θυμούνται, που αρνούνται να σβήσουν την ιστορία τους.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο σας Γλυκέ μου δεινόσαυρε που χαρακτηρίζεται ως «ποιητική επιστολική πρόζα». Θέλετε να μας μιλήσετε για την επιλογή αυτής της φόρμας;
Έχω περάσει πολύ χρόνο αναρωτώμενη τι είναι αυτό που γράφω. Είναι ποίηση, είναι πεζό; Μετά το τέλος του προηγούμενου βιβλίου μου, της  Λαβίνια Σουλτς,  αισθάνθηκα μεγαλύτερη πίστη στους τρόπους μου, στις ανάγκες και τους στόχους της γραφής μου. Θέλω να ερευνήσω αυτό το ενδιάμεσο πεδίο ποίησης και πεζογραφίας, όπου κινούμαι με άξονα την γλώσσα αλλά παράλληλα έχοντας ανάγκη να αφηγηθώ.  Πιστεύω πως η ποιητική επιστολική πρόζα είναι ένας κατάλληλος τίτλος για το Γλυκέ μου δεινόσαυρε, ένα βιβλίο που πηγαινοέρχεται στον χρόνο, τον χώρο και τη γλώσσα.

Όταν γράφετε για ζητήματα φύλου, αισθάνεστε ότι εκφράζετε αποκλειστικά την προσωπική σας φωνή ή ότι είστε μέρος του συνολικού γυναικείου βιώματος;
Πιστεύω πως δεν υπάρχει αυτό που λέμε «προσωπική φωνή» με τη στενή έννοια. Καθένας, καθεμία, καθένα  είναι μέρος μιας ευρύτερης κοινότητας, μέσω αυτού του πρίσματος παίρνει τη σκυτάλη και γράφει για αυτό που την αφορά. Γράφω για το φύλο προερχόμενη από μια κοινότητα γυναικών, με την οποία συνδέομαι και ευελπιστώ ότι, γράφοντας μέσα από το δικό μου σώμα, εκείνο διευρύνεται περιλαμβάνοντας και τα βιώματα των άλλων. Ωστόσο, μιλώ από τη θέση μου και δεν έχω την ψευδαίσθηση ότι μπορώ να μιλήσω εξ ονόματος άλλων. Θα το περιέγραφα ως μια σχέση όπου είμαι εγώ, είναι οι άλλες, αλλά το γράψιμο πραγματώνεται στον ενδιάμεσο χώρο επικοινωνίας.

Η ποίηση συχνά περιγράφεται ως ένας χώρος ελευθερίας αλλά και ευαλωτότητας. Πώς ισορροπείτε ανάμεσα σε αυτές τις δύο διαστάσεις όταν πραγματεύεστε φεμινιστικά θέματα;

Οι φεμινισμοί, η ευρεία έννοια του πολιτικού, είναι ο χώρος της ελευθερίας. Για να είσαι ελεύθερη πρέπει να πάρεις την ευθύνη να μιλήσεις. Γράφει η Όντρι Λορντ  στα Ημερολόγια Καρκίνου που μεταφράστηκαν πρόσφατα από την Ισμήνη Θεοδωροπούλου για τις εκδόσεις Κείμενα: «Και φυσικά και φοβάμαι, γιατί η μεταμόρφωση της σιωπής σε γλώσσα και δράση είναι μια πράξη αποκάλυψης του εαυτού και αυτό πάντα μοιάζει να ενέχει πολλούς κινδύνους». Αλλά η κόρη μου, όταν της είπα για το θέμα της συζήτησής μας εδώ και ότι με δυσκολεύει, μου είπε, « πες τους πως δεν είσαι ποτέ ολόκληρη αν μένεις σιωπηλή, γιατί πάντα υπάρχει αυτό το τόσο δα κομματάκι μέσα σου που θέλει να μιλήσει, και αν συνεχίσεις να το αγνοείς, αυτό όλο και πιο πολύ θα θυμώνει και όλο και πιο πολύ θα καίει, κι αν δεν το αφήσεις να μιλήσει, θα ανέβει μια μέρα στο στόμα σου και θα σου δώσει μπουνιά από μέσα».
Αν το να μιλάς, να γράφεις, εκφράζει κάτι από την ευαλωτότητα του να είσαι παρούσα το 2025, ας είναι. Η κυρίαρχη πολιτική βασίζεται σε ένα σύστημα συμφερόντων και διακίνησης χρήματος, όπου η ανθρώπινη ζωή λογίζεται αναλώσιμη. Αυτή τη στιγμή η γενοκτονία στη Γάζα συνεχίζεται με τη συμφωνία των περισσότερων χωρών, ενώ η ελληνική κυβέρνηση εκφράζει δημόσια τη συμπαράστασή της στο Ισραήλ. Είσαι ευάλωτη όταν κάνεις λογοτεχνία ή όταν παίρνεις την ευθύνη να μιλήσεις; Ίσως το να είσαι ευάλωτη είναι ένα κομμάτι της ελευθερίας απέναντι στη σκληρότητα που βιώνουμε καθημερινά.

Το φύλο συνιστά ταυτόχρονα προσωπική εμπειρία και κοινωνική κατασκευή. Σας διευκολύνει η ποιητική γλώσσα να αποτυπώσετε αυτή τη διττότητα ή την καθιστά πιο σύνθετη;
 Πιστεύω πως το να ξεκινάς να μιλάς για το φύλο βασίζεται σε αυτή την άρση της κοινωνικής κατασκευής. Επιθυμείς να μιλήσεις για τη ρευστότητα του φύλου, για το κουίρ βίωμα που αναδύεται στα χαρακώματα του σώματος και της εμπειρίας. Το πώς πλοηγείσαι μέσα σε έναν κόσμο απόλυτων σχημάτων, η διαδρομή προς την καταγραφή της εμπειρίας του φύλου,  έχει ως εργαλείο της την ποιητική γλώσσα, αυτή που εκφεύγει συνεχώς των ορισμών και των αναλύσεων.

Στα έργα σας παρατηρείται μια διαρκής μετάβαση από τον ιδιωτικό χώρο –το σώμα, τις σχέσεις, τη σιωπή,  τη μνήμη– στη δημόσια σφαίρα. Υπάρχουν σκόπελοι ή παγίδες σε αυτή την επιλογή;

Νιώθω πως καθετί που καταγράφεται μετατίθεται προς τα έξω, δημόσια. Ξεκινάς από το στενό ιδιωτικό και συνθέτοντάς το, κινείσαι προς τον δημόσιο χώρο ύπαρξης, εκεί που συνυπάρχεις. Ίσως  υπάρχει ο κίνδυνος να αναγάγεις καθετί προσωπικό σε δεδομένη  δημόσια συνθήκη. Από την άλλη η μετάβαση είναι απαραίτητη για να εμπλακείς με το συλλογικό, με τη μνήμη και το βίωμα περισσότερων ανθρώπων.

Ο σύγχρονος φεμινισμός χαρακτηρίζεται από πολυφωνία αλλά και αντιφάσεις. Θεωρείτε ότι η ποίηση μπορεί να αποτελέσει χώρο όπου αυτές οι αντιθέσεις συνυπάρχουν δημιουργικά και κατευναστικά;
Δημιουργικά ναι, κατευναστικά όχι. Χρειάζεται να καταγραφούν οι αντιθέσεις, όχι να εξομαλυνθούν, χρειάζεται να προχωρήσουμε στην αναγνώριση των διαφορών και να συνεχίσουμε να πράττουμε εντός των κοινοτήτων μας. Η ποίηση έχει  χώρο και τρόπους να ακούει και να σμιλεύει πολύμορφα τους φεμινισμούς.

Συχνά οι ποιητές ερωτώνται για το στοιχείο της ελπίδας στο έργο τους. Στη δική σας περίπτωση, πιστεύετε ότι η φεμινιστική ποίηση αντλεί περισσότερη δύναμη από την πρόκληση προβληματισμού καταδεικνύοντας τις αιχμές απ’ ό,τι προσφέροντας μια αισιόδοξη οπτική;
Δεν υπάρχει αισιόδοξη οπτική σε έναν κόσμο που φλέγεται κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ζούμε σε μια πολυσύνθετη, απαλλοτριωμένη καπιταλιστική συνθήκη όπου μεγάλο μέρος των ανθρώπων δεν βγάζουν τα απαραίτητα ώστε να ζουν αξιοπρεπώς, ενώ παράλληλα μια μειοψηφία συνεχώς πλουτίζει εις βάρος των φτωχών. Τα ψυχικά τραύματα εσωτερικεύονται με τέτοιο τρόπο όπου κάθε υποκείμενο νιώθει υπεύθυνο για την κατάστασή του, αυτό δεν τα κατάφερε, αυτή δεν μπορεί, είναι ανίκανη, ανειδίκευτη, φτωχή.
Η ποίηση είναι ένα άνοιγμα. Μια τέχνη που επιχειρεί να δημιουργήσει τρύπες στο συνεχές και να παράγει νέους τρόπους πιθανής ύπαρξης. Υπό αυτή την οπτική μπορεί να γίνει αισιόδοξη. Είναι αισιόδοξη μέσα στην ειλικρίνεια των αισθημάτων της και τις αιχμές που αναδεικνύει.

Ποιες μορφές –λογοτεχνικές, θεωρητικές ή και προσωπικές– σας επηρεάζουν περισσότερο όταν γράφετε για ζητήματα φύλου και φεμινισμού;
Σίγουρα υπάρχουν πολλές λογοτεχνικές και θεωρητικές μορφές που θαυμάζω διαβάζοντας το έργο τους. Για τη δική μου γενιά πιστεύω πως το Τζούντιθ Μπάτλερ διαμόρφωσε το τοπίο των ερωτημάτων που μας έκαιγαν.
Στον υλικό κόσμο των εμπειριών οι φίλες, τα φίλα μου, η αδερφή μου και οι άνθρωποι που συναντώ σε συνελεύσεις και πολιτικές πρακτικές με επηρεάζουν πολύ άμεσα.

Αν θεωρήσουμε την ποίηση μια πράξη αφύπνισης, ποιο είναι το μήνυμα ή το βίωμα που επιθυμείτε να φτάσει πιο έντονα στον αναγνώστη και την αναγνώστρια μέσα από τα έργα σας;
Νομίζω ότι επιθυμώ να αναδείξω την ανάγκη σχέσεων και ύπαρξης κοινοτήτων. Ένα αντίδοτο στον σύγχρονο τρόπο ζωής. Κάτι ακόμα που μου έρχεται πολλές φορές  στον νου είναι μια φράση που έλεγε συχνά η γιαγιά μου, η οποία είχε πάει σχολείο μέχρι τη δευτέρα δημοτικού:  η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει.