Πώς μπορεί να γραφτεί σήμερα μια ιστορία της φιλοσοφίας που να διατηρεί, από τη μία πλευρά, τον εισαγωγικό και προπαιδευτικό της χαρακτήρα, χωρίς, από την άλλη, να περιορίζεται σε μια εκλαϊκευμένη σύνοψη, αλλά και χωρίς να προϋποθέτει από τον αναγνώστη μια ήδη ανεπτυγμένη εξοικείωση με τα φιλοσοφικά κείμενα; Σε αυτό το ερώτημα επιχειρεί να απαντήσει ο πρώτος τόμος της Αφήγησης της φιλοσοφίας του Φώτη Τερζάκη με τη συνδρομή του Τάκη Θεοδωρακέα, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια σε επιμέλεια του Κώστα Λιβιεράτου –ο οποίος φρόντισε να εντάξει και τους πολύ βοηθητικούς ενδότιτλους που διαβάζουμε στο κυρίως σώμα ολόκληρου του κειμένου. Ο υπότιτλος, ωστόσο, του βιβλίου: Μια κοινωνική ιστορία της δυτικής σκέψης, ηχεί παράξενα καθώς θα περίμενε κανείς να αποτελεί τον τίτλο του έργου. Μέσα από αυτή την εσκεμμένη αντιστροφή παρατηρούμε εξαρχής ότι η ιστορία και η εξιστόρηση υποτάσσονται, τρόπον τινά, στην αφήγηση η οποία δίνει τον τόνο και διατηρεί το στοιχείο της προφορικότητας από το οποίο κατ’ ουσίαν προέκυψε το ανά χείρας βιβλίο –από τα εισαγωγικά μαθήματα, δηλαδή, τα οποία παραδίδει ο Τερζάκης πάνω στην αρχαία, τη μεσαιωνική καθώς και τη νεότερη και τη σύγχρονη φιλοσοφία, δύο και πλέον δεκαετίες.

Ο ρυθμός της αφήγησης

Το έργο αυτό είναι, λοιπόν, μια αφήγηση· είναι, επίσης, ένα πανόραμα. Αυτό σημαίνει ότι επιχειρεί να ανασυστήσει σε μια ενιαία αφήγηση όλα τα σημαντικά φιλοσοφικά γεγονότα, τους πρωταγωνιστές, τις σχολές τους και τις ιδέες που εκπροσώπησαν. Σε αυτόν τον πρώτο τόμο, το πανόραμα αφορά τον αρχαίο κόσμο και τις απαρχές του φιλοσοφικού σκέπτεσθαι: εκτείνεται από τις ιωνικές πόλεις και την κλασική Αθήνα, διασχίζει την ελληνιστική και τη ρωμαϊκή περίοδο και φτάνει ως τους χριστιανούς πατέρες της Ανατολής και της Δύσης.

Ο τρόπος με τον οποίο αφηγείται κανείς ένα τέτοιο πανόραμα, δηλαδή ο ρυθμός της αφήγησης, συνιστά ένα, εκ των πραγμάτων, δύσκολο σημείο. Ο ίδιος δίνει ένα εύστοχο παράδειγμα από τον κινηματογράφο. Μας λέει ότι ξεκινάει από –και επιστρέφει σε– ένα μεσαίο πλάνο· ενδιάμεσα, ωστόσο, χρησιμοποιεί και άλλες γωνίες λήψης, όπως το πανοραμίκ και το τράβελιν προσπαθώντας να πετύχει τη δύσκολη εκείνη ισορροπία που απαιτεί αποφάσεις για το πόσο κοντά και σε ποια γεγονότα θα εστιάσει τον φακό του και ποια θα επιλέξει να τα περάσει πιο γρήγορα.

Τύποι σημασιοδότησης

Αφού, λοιπόν, το βιβλίο είναι μια αφήγηση της φιλοσοφίας, δικαιούμαστε να ρωτήσουμε πώς αντιλαμβάνεται ο Τερζάκης τη φιλοσοφία. Σύμφωνα με τον ίδιο, η φιλοσοφία συνιστά έναν «θεμελιώδη τρόπο σημασιοδότησης του κόσμου» (σ. 22), με τη σημασιοδότηση να διακρίνεται από τη γνώση στον βαθμό που η τελευταία νοείται κυρίως φυσικοεπιστημονικά. Η σημασιοδότηση, όπως γράφει, «[δ]εν υποδεικνύει τη σύλληψη κάποιου πράγματος, μιας “αλήθειας” ή ενός “νόμου” κάτι που υφίσταται κάπου τετελεσμένο και περιμένει […] να ανακαλυφθεί, αλλά έναν ενεργητικό προσανατολισμό στην αχαρτογράφητη πραγματικότητα, ένα έλλογο πράττειν μεσολαβημένο από τη σκέψη και τη γλώσσα, μέσω του οποίου το περιβάλλον, το υπαρκτό με όλη την αινιγματική και αδιερεύνητη πυκνότητά του, μεταβολίζεται σε οικείο κόσμο» (σ. 22).

Ποιοι είναι, εντούτοις, οι δυνατοί τρόποι μιας έτσι εννοούμενης σημασιοδότησης; Ο Τερζάκης διακρίνει τέσσερις: τη φιλοσοφία, τον μύθο, τη θεολογία και την επιστήμη. Ο μύθος συνιστά έναν τρόπο με τον οποίο σκέφτονταν και μιλούσαν οι άνθρωποι προγενέστερο της φιλοσοφίας και της διάκρισης μεταξύ αλήθειας και ψεύδους ο οποίος βασίζεται στις μεταφορικές εικόνες και τις αναλογικές συνδέσεις· σε αντίθεση με την προτασιακή δομή και το επιχείρημα της φιλοσοφικής σκέψης. Η μεταφορά προηγείται ιστορικά της κυριολεξίας, ενώ, σύμφωνα με τον ίδιο, οι έννοιες της φιλοσοφίας έχουν μεν το πλεονέκτημα της ακρίβειας σε σύγκριση με τη λειτουργία του μύθου, χάνουν όμως στο μεταφορικό εύρος της χρήσης τους. Αυτή, λοιπόν, τη μεταφορικότητα των εικόνων του μύθου, που είναι συμπληρωματική της εννοιακής σκέψης, τη βλέπουμε να επιβιώνει στη σύγχρονη εποχή μέσα από την τέχνη.

Τον τρίτο τύπο σημασιοδότησης του κόσμου συνιστά η θεολογία η οποία χρησιμοποιεί έννοιες, βρίσκεται, όμως, σε απόσταση από τον μύθο και, ταυτόχρονα, προϋποθέτει τη φιλοσοφία. Η κεντρική διαφορά μεταξύ φιλοσοφίας και θεολογίας έγκειται στον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο η καθεμία νομιμοποιεί τις πρώτες αρχές της. Η φιλοσοφία οφείλει, με βάση έναν συλλογισμό και κάποια λογικά βήματα, να δείξει ότι οι αρχές της είναι αυτές και όχι άλλες. Η θεολογία, από την άλλη πλευρά, βασίζεται στην αποκεκαλυμμένη αλήθεια των ιερών γραφών, η εγκυρότητα των οποίων δεν επιδέχεται αμφισβήτηση.

Ο τέταρτος τύπος σημασιοδότησης του κόσμου, σύμφωνα με τον συγγραφέα, είναι η νεωτερική και σύγχρονη επιστήμη η οποία εκκινεί τον 17ο αιώνα με τον Γαλιλαίο, τον Μπέικον και τον Καρτέσιο. Βασικά χαρακτηριστικά της είναι η ποσοτικοποίηση και η πειραματική αναπαραγωγιμότητα, που έκτοτε αποτελούν απαράβατα κριτήρια για καθετί που θέλει να ονομάζεται επιστημονικό.

Σύμφωνα με τον Τερζάκη, κάθε ένας από τους παραπάνω τύπους σημασιοδότησης αξιώνει εγκυρότητα και ισχύ εντός ενός ορισμένου πραξεολογικού πλαισίου, το οποίο δίνεται μαζί με τα κριτήριά του, θέση η οποία μας οδηγεί στην εύλογη ένσταση ότι η ίδια η αλήθεια κινδυνεύει να γίνει σχετική εάν τεθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο. Σε τούτη την ένσταση ο συγγραφέας απαντά ότι η αλήθεια δεν αχρηστεύεται αν την καταλάβουμε ως μια έννοια που συγκροτείται διαδικασιακά και συγκεκριμένα στη μορφή ενός υποθετικού λόγου «του οποίου η μείζων προκείμενη έχει πάντα πραξεολογικό χαρακτήρα (συνδέει δηλαδή τη μορφή νοηματοδότησης με την πρόταξη ενός σκοπού): “εάν θέλω να κάνω αυτό… τότε ισχύει ότι…”» (σ. 29). Έτσι, η αλήθεια δεν σχετικοποιείται, η αντικειμενικότητά της, ωστόσο, προκύπτει από αυτή τη σχέση μεταξύ του πλαισίου της πράξης με τον επιδιωκόμενο στόχο. Ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, βέβαια, που εξασφαλίζεται η εσωτερική έννοια αλήθειας στον εκάστοτε τύπο νοηματοδότησης, παραμένει αμφίβολη η σχέση της αλήθειας του ενός τύπου σημασιοδότησης με τον κάθε άλλον και κάτι τέτοιο συμβαίνει ακριβώς λόγω του ότι η ίδια η έννοια της αλήθειας μοιάζει να συγκροτείται στη βάση της βεμπεριανής ορθολογικότητας ως προς τον σκοπό (Zweckrationalität), θέση που με τη σειρά της ανοίγει τον δρόμο και για μια κριτική στη μέθοδο συγκρότησης καθώς και στη φύση της εγκυρότητας των παραπάνω τύπων σημασιοδότησης· κριτική που όμως ξεπερνάει τους σκοπούς αυτής της σύντομης παρουσίασης.

Η  κοινωνική εξιστόρηση των φιλοσοφικών ιδεών

Εστιάζοντας στα μεθοδολογικά, κυρίως, ζητήματα που ανακύπτουν γύρω από ένα καινούριο βιβλίο που φιλοδοξεί να αποτελέσει μια συνεκτική αφήγηση της φιλοσοφίας, θα ήθελα, τέλος, να αναφερθώ στην επιδίωξη καθώς και στην ειδική οπτική γωνία αυτής της αφήγησης που δεν είναι άλλη από την κοινωνική εξιστόρηση των φιλοσοφικών ιδεών, η οποία δίνει ιδιαίτερο βάρος στις «έξωφιλοσοφικές δυνάμεις που διαμορφώνουν ή συνδιαμορφώνουν τη φιλοσοφική σκέψη» η οποία, όπως αναφέρει ο συγγραφέας, συνιστά «μια ακλόνητη υλικοϊστορική προσέγγιση […] που φιλοτεχνεί ένα στέρεο βάθρο, ένα συμφραζόμενο ή έναν χάρτη, εντός ή επί του οποίου μπορούμε εν συνεχεία να τοποθετήσουμε κατά τρόπο μεστό νοήματος τις καθέκαστον ιδέες» (σ. 16).  Υπό αυτή την προοπτική, η φιλοσοφία καλείται να αναγνωρίσει τα δικά της όρια και την ανάγκη της να συνδεθεί με άλλες ανθρώπινες δραστηριότητες προκειμένου να συμπληρώσει την κατανόηση και τις ερμηνείες της προσφέροντας εκ νέου υλικό το οποίο πρόκειται να πραγματοποιηθεί με διάφορους τρόπους σε μια διαδικασία συνεχούς εναλλαγής: από τη φιλοσοφία προς τις άλλες κοινωνικές επιστήμες και την πράξη και αντίστροφα. Αυτή λοιπόν η ειδική οπτική γωνία που υποβάλλεται σταθερά και συνέχει ολόκληρο το βιβλίο είναι, κατά τη γνώμη μου, και η κύρια συμβολή αυτού του έργου, πέραν της εξαιρετικά πλούσιας σε υλικό και απολαυστικής εξιστόρησης των φιλοσοφικών ρευμάτων της δυτικής σκέψης.