Για τη ρύθμιση του ελληνικού δημόσιου χρέους

Σε άρθρο του στο Βήμα ο Μιχάλης Σάλλας, πρόεδρος τότε του διοικητικού συμβουλίου της Τράπεζας Πειραιώς, έκανε γνωστό ότι είχε καταθέσει πρόταση για τη ρύθμιση του χρέους του δημοσίου, η οποία δεν έγινε δεκτή ‒ προφανώς από την ελληνική κυβέρνηση στην οποία την κατέθεσε. Η πρόταση έχει ως εξής: Το Ελληνικό Δημόσιο ιδρύει ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης δημόσιας περιουσίας, στην οποία διαβιβάζει περιουσιακά στοιχεία του δημοσίου ύψους 65 δισ. ευρώ (θα δούμε αμέσως γιατί όχι λιγότερα ή περισσότερα) και της οποίας μοναδικός μέτοχος  είναι αυτό το ίδιο. Για άλλου είδους κεφάλαιο, όπως π.χ. μετρητά, δεν γίνεται λόγος. Τα παραπάνω περιουσιακά στοιχεία αποτελούν μάλλον το μοναδικό κεφάλαιο της εταιρείας. Στη συνέχεια το ελληνικό δημόσιο προσφέρει τις μετοχές αυτής της εταιρείας ύψους 65 δισ. ευρώ τις οποίες κατέχει, στις γερμανικές, γαλλικές και ολλανδικές τράπεζες σε ανταλλαγή με ομόλογα του ιδίου ύψους 65 δισ. ευρώ, τα οποία κατέχουν αυτές οι τράπεζες.

Θα αξιολογήσουμε στη συνέχεια αυτή την πρόταση. Αυτό όμως που επιθυμούμε κατ’ αρχάς να εξάρουμε, είναι το εξής: η πρόταση αυτή προϋποθέτει  αυτονόητα ως δεδομένο ότι το ζήτημα του χρέους του ελληνικού δημοσίου δεν προέκυψε ως πρόβλημα του ίδιου του ελληνικού δημοσίου, αλλά ως πρόβλημα των προαναφερθέντων κατόχων ομολόγων του. Και πράγματι, οι κυβερνήσεις των κρατών αυτών των κατόχων ομολόγων του ελληνικού δημοσίου είναι αυτές που το ανακίνησαν και το έθεσαν υπόψη της ελληνικής κυβέρνησης ως δικό της πρόβλημα.

Σε τι συνίστατο το πρόβλημα των αλλοδαπών τραπεζών που κατείχαν ομόλογα του ελληνικού δημοσίου; Ανησυχούσαν, ορθώς ή μη δεν έχει καμία σημασία, ότι για διάφορους λόγους (κυρίως λόγω του ύψους του χρέους του ελληνικού δημοσίου ως ποσοστού του ΑΕΠ) το ελληνικό δημόσιο δεν θα μπορεί να εξυπηρετεί το χρέος του, παρά μόνον με την έκδοση και διάθεση ομολόγων με αυξανόμενο επιτόκιο. Αυτό προφανώς θα είχε ως συνέπεια τη συνεχή πτώση της τρέχουσας αγοραίας αξίας των ήδη κυκλοφορούντων ομολόγων του ελληνικού δημοσίου, δηλαδή και εκείνων που κατέχουν αυτές οι ίδιες. Ή, ακόμη χειρότερα, το ελληνικό δημόσιο θα τις καλέσει, όπως έχει δικαίωμα από το ελληνικό δίκαιο που διέπει την έκδοση και διάθεση ομολόγων του δημοσίου, να «κουρέψουν» τις απαιτήσεις τους που συνιστούν αυτά τα ομόλογα, δηλαδή να ανταλλάξουν τα ομόλογα που κατέχουν με νέα ομόλογα μικρότερης αξίας. Και τα δύο θα οδηγούσαν σε μείωση των στοιχείων ενεργητικού τους και θα τους δημιουργούσαν πρόβλημα κεφαλαιοποίησης, συγκεκριμένα θα είχαν ανάγκη από νέο κεφάλαιο.

Μια ανέφικτη ανταλλαγή

Είναι διεκπεραιώσιμη μια πρόταση σαν την παραπάνω; Μάλλον όχι. Ας δούμε γιατί. Η πρόταση προϋποθέτει αδιαμεσολάβητη ανταλλαγή, δηλαδή ανταλλαγή ομολόγων με μετοχές. Αυτή όμως είναι ανέφικτη. Γι’ αυτό, σύμφωνα με την εν λόγω πρόταση, θα πρέπει να γίνουν δύο πραγματικές αγορές, δηλαδή δύο ανταλλαγές χρήματος με εμπόρευμα. Το ελληνικό δημόσιο πρέπει να αγοράσει ομόλογα αξίας 65 δισ. ευρώ και οι τράπεζες να αγοράσουν μετοχές της κρατικής εταιρείας διαχείρισης δημόσιας περιουσίας αξίας 65 δισ. ευρώ. Ας αρχίσουμε με το ελληνικό δημόσιο. Πού να βρει αυτό τα 65 δισ. ευρώ που χρειάζεται για την αγορά των ομολόγων; Ούτε τα έχει ούτε μπορεί να τα βρει, δηλαδή να τα δανειστεί. Ας δούμε τι συμβαίνει αν αρχίσουμε με τις τράπεζες. Και γι’ αυτές ισχύει το ίδιο: πού να βρουν τα 65 δισ. ευρώ που χρειάζονται για να αγοράσουν τις μετοχές αξίας 65 δισ. ευρώ, τις οποίες πρέπει να αγοράσουν.

Κοντά σε αυτά προκύπτει και ένα ακόμη μικρό πρόβλημα. Πώς θα καθοριστεί η αξία μιας μετοχής, έτσι ώστε να μπορεί να υπολογίσει κανείς τον αριθμό των μετοχών που αντιστοιχούν στα 65 δισ. ευρώ και που θα πρέπει να μεταβιβαστούν;

Μήπως είναι όλα πολύ απλά;

Εν τέλει, όμως, είναι ίσως όλα πολύ απλά, θα έλεγε κανείς. Διότι το ελληνικό δημόσιο θα μπορούσε, αντί να κρατήσει αυτό το ίδιο τις μετοχές της εταιρείας, να  τις διαθέσει στο κοινό και να βρει έτσι τα 65 δισ. ευρώ που χρειάζεται για να αγοράσει από τις τράπεζες τα ομόλογά του. Αυτή όμως η λύση μεταθέτει απλώς στο κοινό το πρόβλημα που έχει το ίδιο το δημόσιο. Πού να βρει το κοινό 65 δισ. ευρώ για να αγοράσει αυτές τις μετοχές ή, πράγμα που είναι το ίδιο, πού είναι αυτοί που θα αγοράσουν μετοχές συνολικής αξίας 65 δισ. ευρώ; Δεν υπάρχουν. Αλλά ακόμα κι αν υπήρχαν, το ελληνικό δημόσιο δεν θα είχε ούτε τότε απολύτως κανένα πρόβλημα, η λύση του οποίου θα απαιτούσε τη σύμπραξη και των εν λόγω τραπεζών, αφού θα μπορούσε με τις εισπράξεις από το πλασάρισμα αυτών των μετοχών να αγοράσει τα ομόλογά του από αυτές τις τράπεζες. Προϋποθέτουμε εδώ ότι αυτές που δέχονται να συζητήσουν μια ανταλλαγή ομολόγων με μετοχές, δεν θα έλεγαν όχι στην πώληση αυτών των ομολόγων.

Πώς απαλλάχτηκαν οι τράπεζες από τα ελληνικά ομόλογα

Η πρόταση που συζητήσαμε εδώ, προϋποθέτει προφανώς ότι οι εν λόγω τράπεζες  που θεωρούν τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου επισφαλείς απαιτήσεις, από τις οποίες για αυτόν ακριβώς τον λόγο θέλουν να απαλλαγούν, θεωρούν τις μετοχές μιας νεοπαγούς εταιρείας διαχείρισης δημόσιας περιουσίας, η οποία ιδρύθηκε από το ελληνικό δημόσιο για τον προαναφερθέντα ειδικό σκοπό, λιγότερο επισφαλείς απαιτήσεις. Αφήνουμε κατά μέρος ότι οι εμπορικές τράπεζες, συνεπώς και οι εν λόγω τράπεζες, δεν είναι επενδυτικά funds, ώστε για αυτές κρατικά ομόλογα και μετοχές ίσης ασφάλειας και αξίας να μετρούν το ίδιο ως στοιχεία ενεργητικού.

Όπως και να έχει το πράγμα και αδιάφορο αν η παραπάνω πρόταση τέθηκε ή δεν τέθηκε υπόψη των ξένων τραπεζών, γεγονός είναι ότι αυτές (και οι κυβερνήσεις τους) πρόκριναν μια άλλη λύση: η Τρόικα έδωσε δάνειο στο ελληνικό δημόσιο, για να αγοράσει τα ομόλογά του από τις εν λόγω τράπεζες.

Με αυτή τη λύση οι τράπεζες απαλλάχτηκαν από τις επισφαλείς απαιτήσεις τους (τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου). Τις αντάλλαξαν με χρήμα ‒ και όχι με μετοχές της προαναφερθείσας εταιρείας. Και το ελληνικό δημόσιο; Τι έγινε με το ελληνικό δημόσιο; Αυτό αντάλλαξε την πίστωση, την οποία είχε πάρει με τα ομόλογά του που κατείχαν οι ξένες τράπεζες, με ένα ισόποσο δάνειο που πήρε από την Τρόικα.

Ο δανεισμός με έκδοση ομολόγων ρυθμίζεται από το ελληνικό δίκαιο, το οποίο προβλέπει και «κούρεμα» (αυτό το δικαίωμα ενεργοποίησε το ελληνικό δημόσιο  απέναντι στις ελληνικές τράπεζες). Ο δανεισμός της Τρόικας διέπεται από το δυσμενέστερο για τους δανειζόμενους βρετανικό δίκαιο και προϋποθέτει υποθήκη της δημόσιας περιουσίας για έναν αιώνα και άκρως νεοφιλελεύθερα μέτρα δημοσιοοικονομικής και οικονομικής πολιτικής (τα γνωστά μνημόνια).

Μανούβρες με τα funds

Η πρόταση που αξιολογήσαμε στα παραπάνω, παρουσιάζει ομοιότητες με την αντιμετώπιση από τις ελληνικές εμπορικές τράπεζες των επισφαλών στεγαστικών δανείων που είχαν χορηγήσει.

Η τράπεζα που έχει χορηγήσει δάνεια τα οποία δεν εξυπηρετούνται ομαλά και που συνεπώς κατέχει επισφαλείς απαιτήσεις προς δανειολήπτες της, ιδρύει μέσω δικών της ανθρώπων μια ανώνυμη εταιρεία (fund) με ασήμαντο κεφάλαιο. Αυτή η εταιρεία αγοράζει από την τράπεζα τις επισφαλείς απαιτήσεις της τράπεζας ύψους x εκατ. ευρώ και η τράπεζα αγοράζει από την εταιρεία, ας πούμε, το 96% των μετοχών της αντί  x εκατ. ευρώ. Και πού βρήκε μια εταιρεία με ασήμαντο κεφάλαιο τα x εκατ. ευρώ για να αγοράσει αυτές τις απαιτήσεις; Μα δεν τα χρειάστηκε για αυτήν την «αγορά». Όπως δεν χρειάστηκε και η τράπεζα τα δικά της x εκατ. ευρώ για την «αγορά» του 96% των μετοχών της εταιρείας. Διότι καμία από τις δύο αυτές «αγορές» δεν έλαβε χώρα. Έλαβε χώρα μια άμεση ανταλλαγή απαιτήσεων της τράπεζας (έναντι δανειοληπτών) ύψους x εκατ. ευρώ με μετοχές της εταιρείας αξίας επίσης x εκατ. ευρώ. Ένας τέτοιος συμψηφισμός οφειλών επιτρέπεται μόνον μεταξύ τραπεζών για δάνεια ρευστότητας που χορηγούν η μια στην άλλη, δεν προβλέπεται για συναλλαγές μεταξύ εμπορικών τραπεζών και τρίτων (εδώ: το fund).

Τέτοιοι συμψηφισμοί μεταξύ τραπεζών και τρίτων δεν επιτρέπονται, επειδή χρησιμεύουν στον εξωραϊσμό του ισολογισμού μιας τράπεζας μέσω αντικατάστασης επισφαλών στοιχείων ενεργητικού (π.χ. επισφαλείς απαιτήσεις προς δανειολήπτες) από υποτιθέμενα ασφαλή στοιχεία ενεργητικού (π.χ. μετοχές ενός fund). Αυτή η μανούβρα αποσκοπεί στην παραπλάνηση όχι μόνον των μετόχων της τράπεζας, αλλά και των επενδυτικών funds που εξετάζουν την απόκτηση μετοχών, ομολόγων ή βεβαιώσεων οφειλής (certificates) της τράπεζας.

Ποιος θα μπορούσε να εγκαλέσει μια τράπεζα για μια πρακτική σαν την προαναφερθείσα; Επενδυτικά ταμεία που κατέχουν μετοχές της αλλά και οι αρχές χρηματιστηρίων, στα οποία διαπραγματεύονται οι μετοχές της.

Φανταστείτε την πρωτοβουλία να προέρχεται όχι από μέρους της τράπεζας, αλλά από μέρους των δανειοληπτών της τράπεζας, που δεν είναι σε θέση να εξυπηρετούν τα δάνεια που πήραν από αυτήν. Έτσι, λοιπόν, πριν η τράπεζα ιδρύσει το fund, οι δανειολήπτες που δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν τα δάνειά τους μαζεύονται και ιδρύουν μια ανώνυμη εταιρεία, στην οποία μεταβιβάζουν όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία και η οποία εκδίδει μετοχές που μοιράζει σε αυτούς κατ’ αναλογία της συνεισφοράς τους σε αυτό το αρχικό κεφάλαιο της εταιρείας. Κατόπιν προτείνουν στην τράπεζα να ανταλλάξουν τις υποχρεώσεις τους προς την τράπεζα με μετοχές της εν λόγω εταιρείας. Τι λέτε πως θα τους έλεγε η τράπεζα;

Θέστε στη θέση της παραπάνω τράπεζας τις γερμανικές, γαλλικές και ολλανδικές τράπεζες, στη θέση των δανειοληπτών το ελληνικό δημόσιο και στη θέση του fund της  παραπάνω τράπεζας το fund των δανειοληπτών και έχετε αμέσως την αναλογία της πρότασης Σάλλα προς τη λύση που έδωσε η παραπάνω τράπεζα στο πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων της.

Ήταν αναγκαία η διαχείριση του δημόσιου χρέους όπως έγινε; Όχι! Θα μπορούσε κανείς να αντιμετωπίσει διαφορετικά το πρόβλημα; Ναι! Αλλά όχι με αυτές τις κυβερνήσεις, αφού αυτές συναίνεσαν  εξαρχής στη λύση που επέβαλε η Τρόικα.

                           Credits photo: Andre Taissin/ Unsplash+