«Ἄνδρα μοι ἔννεπε, μοῦσα, πολύτροπον, ὃς μάλα πολλὰ πλάγχθη, ἐπεὶ Τροίης ἱερὸν πτολίεθρον ἔπερσεν». Έτσι ξεκινά η Οδύσσεια του Ομήρου.

«A face. . . A fleet. . . A war. . . A man. . . A thought. . . A trick. . . To burn the walls of Troy. . .» Έτσι ξεκινά η «Οδύσσεια» του Νόλαν.

Θα μπορούσε να ισοδυναμεί με το εξής: Dunkirk… Oppenheimer… Inception… Memento… Batman… Interstellar… Στην «Οδύσσεια» του Νόλαν επανέρχονται αγαπημένα θέματα του σκηνοθέτη και δημιουργούν τη ραχοκοκκαλιά της νέας του ταινίας. Ο ιδιοφυής που δημιουργεί κάτι που φέρνει καταστροφή, ο απελπισμένος στρατός στην εχθρική παραλία, οι ονειρικές περιπέτειες, ο αγώνας του πρωταγωνιστή να θυμηθεί, ο εκδικητής, η αναζήτηση της αναγέννησης μετά την καταστροφή, όλα έρχονται από προηγούμενες ταινίες να συναντηθούν σε μια αρχετυπική ιστορία, την Οδύσσεια. Ο Νόλαν λοιπόν έκανε μια ταινία αναγνωρίσιμη του στυλ του. Έκανε μια υπερπαραγωγή σε πολλά μέρη, αξιοποιώντας ό,τι πιο σύγχρονο τεχνολογικό μέσο μπορούσε να τεθεί στην υπηρεσία του. Και αν θεωρήσουμε ότι πήρε ό,τι καλύτερο μπορούσε από τους ηθοποιούς που ο ίδιος επέλεξε, μπορούμε να πούμε ότι έκανε μια καλή ταινία.

Ας αφήσω, όμως, τα καλλιτεχνικά κριτήρια για άλλους/ες, για να ασχοληθώ με κάτι που είναι ο διακαής πόθος κάθε μεγάλου σκηνοθέτη: να γίνει auteur, να κάνει ένα μεγάλο σχόλιο για την εποχή του, τον πολιτισμό, την κοινωνία, την Ιστορία. Στην ταινία του διακρίνουμε τα ιδεολογικά προτάγματα του «Netflix» και του Δημοκρατικού Κόμματος των ΗΠΑ, μια αβαθή προοδευτική ιδεολογία: ισχυρός αντιρατσισμός, με ηθοποιούς από όλες τις φυλές, και προπάντων την όμορφη μαύρη Ελένη∙ mainstream φεμινισμός, με την Κίρκη, την Πηνελόπη και την Ελένη να καταφέρονται ενάντια στην τοξική αρρενωπότητα, το αντρικό μονοπώλιο της εξουσίας και την εργαλειοποίηση γυναικών και παιδιών εκ μέρους των αντρών, αντίστοιχα∙ κρυπτική οικολογική συνείδηση, αν υποθέσουμε ότι η κριτική που δέχεται ο Οδυσσέας που πλήγωσε τον Πολύφημο, γιο του Ποσειδώνα, και έκανε εχθρική τη θάλασσα/φύση, αναφέρεται εμμέσως στις ανθρωπογενείς αιτίες της οικολογικής καταστροφής.

Όπως, όμως, το «Netflix» αδυνατεί να στοιχειοθετήσει μια ισχυρή κριτική στον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό που παράγει δομικά εκμετάλλευση και καταπίεση, και ενίοτε πολέμους, έτσι και ο Νόλαν αδυνατεί να αρθρώσει μια ισχυρή κριτική τόσο απέναντι στις εξουσιαστικές ιεραρχίες (ο Οδυσσέας ξέρει ότι αυτός ο πόλεμος θα κρατήσει χρόνια και θα φέρει καταστροφή αλλά υποτάσσεται στη βούληση του Αγαμέμνονα) όσο και απέναντι στις πραγματικές αιτίες αυτού του πολέμου (που διατείνεται ότι εκ των προτέρων γνωρίζει). Όμως, το χειρότερο είναι ότι, ενώ ο Οδυσσέας συμπεριφέρεται σαν αμερικανός βετεράνος με μετατραυματικό στρες, που θυμάται συντετριμμένος τι ακολούθησε την είσοδο των συμπολεμιστών του στην Τροία, δεν επερωτά τον πόλεμο ως μέσο επίλυσης των διαφορών, ως μέσο προώθησης συμφερόντων, ως πολιτικό φαινόμενο, αλλά ομνύει σε έναν ηθικό πολεμικό κώδικα (προειδοποιεί πάντα το θήραμα πριν του επιτεθεί, αρνείται την κακοποίηση αμάχων από στρατιώτες, ενώ και οι νεκροί στον Άδη διαμαρτύρονται που μείναν άταφοι, όχι που πέθαναν άδικα. Ο Αμερικανός, ένας άνθρωπος σε πόλεμο από τη σύσταση του αμερικανικού έθνους, ενός έθνους που ένωσε τον Ατλαντικό με τον Ειρηνικό Ωκεανό με το όπλο στο χέρι και στη συνέχεια σκοτώνεται στο εσωτερικό του λόγω οπλοκατοχής και σκοτώνει overseas με ή χωρίς πρόφαση, μπορεί κάλλιστα να πάρει τη μορφή του Οδυσσέα με τη βοήθεια του Νόλαν.

Αλλά κι εμείς οι υπόλοιποι συγκάτοικοι στην κοινωνία της διακινδύνευσης, όπου αντιμετωπίζουμε υπέρτερες δυνάμεις που ξεφεύγουν από τον έλεγχό μας∙ όπου ανά πάσα στιγμή μπορεί να μας αρπάξει το αόρατο χέρι της Σκύλλας αγοράς αν δεν χαθούμε στη δίνη της Χάρυβδης που μας πάει στον πάτο∙ όπου άξαφνα μπορεί να εγκλωβιστούμε στο σπήλαιο του Πολύφημου από όπου σίγουρα δεν θα γλυτώσουμε όλοι∙ όπου πιο ψηλοί και δυνατοί Λαιστρηγόνες απειλούν να μας συντρίψουν την ώρα που συλλογικά αναζητούμε μιαν ανακούφιση∙ όπου οι σειρήνες του λαϊκισμού θα μας παρασύρουν αν δεν βάλουμε κερί στ’ αυτιά μας∙ όπου κινδυνεύουμε να χάσουμε τον εαυτό μας τη στιγμή ακριβώς που νομίζουμε ότι προσεγγίζουμε την ευτυχία∙ όπου κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος ούτε στο σπίτι του… Εμείς λοιπόν τι είμαστε; Ο Οδυσσέας του Νόλαν απαντά καθαρά: survivors. Αυτός είναι ο ανθρωπότυπος που αναδύεται από την ταινία.

«Ο πολιτισμός μας καταρρέει…» ακούμε στο τέλος της ταινίας. Και εκείνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τον αναγεννήσουμε μόλις γίνει στάχτη πηγαίνοντας «προς τη Δύση», «κυνηγώντας τον ήλιο που δύει». Όλο αυτό μοιάζει περισσότερο με το τέλος του αμερικανικού ονείρου και της πρωτοκαθεδρίας του λαού που ανδρώθηκε πηγαίνοντας προς τη(ν Άγρια) Δύση. Ωστόσο, ένας νέος πολιτισμός, όπως ξέρουμε, «ανατέλλει», και ο ήλιος βγαίνει στην Ανατολή, ώρα να το χωνέψουμε. Πριν χρόνια, στη στήλη μου, ισχυριζόμουν πως στην Αρχαιότητα οι άνθρωποι δεν πίστευαν ότι η μοίρα τους μπορεί γενικά να αλλάξει και ήταν στα χέρια των θεών, στον Μεσαίωνα μπορούσε γενικά να αλλάξει αλλά ήταν στα χέρια του Θεού, στη Νεωτερικότητα μπορούσε να αλλάξει και επιτέλους ήταν στα χέρια του ανθρώπου, και στην  Ύστερη Νεωτερικότητα δυσκολεύεται πάλι να αλλάξει για τους πολλούς. Ένα πράγμα μάς μένει για να γυρίσουμε στη βαρβαρότητα της Αρχαιότητας: να πιστέψουμε ότι η μοίρα μας είναι στα χέρια των θεών ή άλλων ανώτερων δυνάμεων και ότι εμείς απλώς πρέπει να μάθουμε να επιβιώνουμε. Ίσως ο Νόλαν να είδε το διακύβευμα, ίσως όχι. Εμείς ας γίνουμε πολυμήχανοι κι ας τους συντρίψουμε, δεν είναι θεοί.