Τελευταίο φύλλο πριν τις διακοπές είναι, ας μιλήσουμε για κάτι άλλο.
Θα μπορούσα να την πω και την «πιο ωραία βόλτα της Ευρώπης», αλλά θα φανεί σαν να είχε ραντεβού ο υποκειμενισμός με τον εθνικισμό, οπότε άσ’ το… Ο λόγος γι’ αυτήν την υπέροχη βόλτα που απολαμβάνουν οι κάτοικοι της Αθήνας, όταν ξεκινούν από το Μουσείο της Ακρόπολης και φτάνουν ως την Τεχνόπολη, από τον πεζόδρομο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου, της Αποστόλου Παύλου και της Ερμού. Αυτός ο δρόμος έχει κάτι καθησυχαστικό. Αλλά κυρίως, μπορεί να μας βοηθήσει να εμπνευστούμε μια άλλη χώρα, διαφορετική από αυτό το χάλι που ζούμε, κι όμως φτιαγμένη από αυτό που ζούμε κι αυτό που είμαστε. Αυτή η βόλτα ίσως μπορεί να μας βοηθήσει να σκεφτούμε με την ησυχία μας ποι@ θέλουμε να είμαστε αν πάψουμε να είμαστε «η ωραιότερη χώρα του υποκόσμου», που λέει και ο Ζαραλίκος.
Μια άλλη Ελλάδα 1
Μουσικοί παντού, μουσικές παντού. Μόλις χάνεται η μία μουσική, ξεκινά η άλλη. Όσο περπατάς είναι σαν να ψάχνεις σταθμό στο ραδιόφωνο. Η χώρα –και πιο πολύ η Αθήνα– είναι γεμάτη καλλιτέχνες, ανθρώπους που αψηφούν τον οικονομικό ορθολογισμό, τις οικονομικές πιθανότητες, και επιμένουν να κάνουν αυτό που τους αρέσει. Όσο κι αν δεν βγάζει νόημα η υπερπαραγωγή ανθρώπων που θέλουν να εργαστούν στη βιομηχανία της κουλτούρας, δεν παύουν αυτοί οι άνθρωποι να μας θυμίζουν ότι η εργασία μας πρέπει να βγάζει νόημα για μας, ειδάλλως ποιο το νόημα; Κι έπειτα έχουμε κάποια ιδέα για το πώς θα μπορούσε να είναι η κοινωνία μας σε περίπτωση που αξιοποιήσουμε επιτέλους την τεχνολογία για να μειώσουμε τις ώρες εργασίας και όχι για να τις αυξήσουμε; Για το πώς θα ήταν αν η εργασία δεν ήταν στο κέντρο της ζωής μας; Κοιτάξτε αυτούς τους ανθρώπους που, πέρα από τα οικονομικά τους προβλήματα και το πιθανό ψώνιο τους, βλέπουν την εργασία με άλλο μάτι, βλέπουν την εργασία ως αυτό που είναι, και την εργασία ως αυτό που πρέπει να είναι: δημιουργία. Ξέρετε, ανέκαθεν οι πληθυσμοί που πλεόναζαν αντιμετώπιζαν ένα υπαρξιακό δίλημμα: ή να αλλάξουν την κοινωνία ώστε να τους χωρέσει ή να εξαφανιστούν. Ας αναρωτηθούμε αν αυτός ο πλεονασματικός πληθυσμός συντηρεί εκείνες τις δυνάμεις για να μας βγάλει από το πνευματικό τέλμα μας, από την αδυναμία μας να φανταστούμε έναν νέο ιστορικό προσανατολισμό τώρα που η τυφλή μίμηση που άκουγε για γενιές στο όνομα «εξευρωπαϊσμός/εκσυγχρονισμός» μας καθιστά απλώς γκαρσόνια.
Μια άλλη Ελλάδα 2
Μπαίνοντας σε αυτόν τον μακρύ πεζόδρομο, επιτέλους είσαι κάπου ανάμεσα στα δέντρα, μακριά από τα αυτοκίνητα. Αυτή η εμπειρία της πόλης μπορεί να μας βάλει σε σκέψεις: είναι απαραίτητο να παραδίδουμε όλον τον ζωτικό χώρο στα αμάξια, σε βαθμό που να μην ακούμε ποτέ τις σκέψεις μας, να μην ησυχάζουμε, να μην μπορούμε να περπατήσουμε στον ίδιο μας τον τόπο, να μην πατάμε στον ίδιο μας τον τόπο; Μπαίνοντας σε αυτόν τον ήσυχο πεζόδρομο όπου μπορείς να περπατάς και να μιλάς με την παρέα σου, έρχεσαι ξαφνικά σε επαφή με αυτό που το έχουμε ξεχάσει και κάποτε το λέγαμε «ανθρώπινο ρυθμό» και «ανθρώπινο χρόνο».
Και σε αυτό φυσικά συμβάλουν και τα απομεινάρια του παρελθόντος που περιβάλλουν αυτόν τον πεζόδρομο: η Ακρόπολη, το μουσείο της, το Ηρώδειο, ο λόφος των Μουσών, η Πνύκα, η αρχαία Αγορά, το Θησείο, ο Κεραμεικός. Ο χρόνος διαστέλλεται και μας απομακρύνει από τα τωρινά μας χάλια και από τον παροντισμό μας. Εμείς που περπατάμε ανάμεσα από τα δέντρα και τα αρχαία είμαστε άραγε απλώς οι έμποροι όλων αυτών; Ή αυτά έχουν ακόμα τη δύναμη να μας βοηθήσουν να στεφτούμε τι πραγματικά αξίζει, πέρα από την ακραία εμπορευματοποίηση των πάντων, σύμβολα και συστατικά μιας βιώσιμης κοινωνίας όπου η διάρκεια θα ξαναγίνει μέτρο των πραγμάτων και θα αντικαταστήσει τη λατρεία του εφήμερου;
Μια άλλη Ελλάδα 3
Αυτός ο δρόμος όμως δεν προσφέρει μόνο ερωτήματα και ελπίδες, σε μένα τουλάχιστον προσφέρει και απαντήσεις. Συνήθως τελειώνω αυτή μου τη βόλτα στρίβοντας σε κάποιο ύψος του πεζόδρομου –στην αρχή, στη μέση, στο τέλος του– και κάθομαι σε ένα από τα πολλά wine bars που είναι εκεί γύρω. Τώρα, θα μου πείτε, τι σχέση έχει αυτό… Είναι μια απλή σκέψη. Σε αυτό το χάλι που ζούμε, σε μια χώρα που μετατρέπεται σε μπανανία, όπου δεν υπάρχει πίστη ότι μπορούμε κάτι να κάνουμε καλά (εκτός από τουρισμό-επισιτισμό), τα wine bars σε βάζουν σε έναν ελληνικό κόσμο που μπορεί να μας γεμίσει αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία. Γνώσεις παραδοσιακές και εφαρμογή επιστημονικών μεθόδων∙ αγρότες, επιστήμονες, επιχειρηματίες και σομελιέ∙ ποικιλίες που διασώζονται, ποικιλίες που εξελίσσονται, πειραματικές μέθοδοι, νέα μπλεντ∙ διαφορετικές γενιές που συνεργάζονται∙ πρωτογενής, δευτερογενής και τριτογενής τομέας∙ παραγωγή στην ελληνική ύπαιθρο, κατανάλωση παντού στην Ελλάδα και στο εξωτερικό… Αν κάτσετε σε ένα wine bar, ένα μαγαζί όπου συνήθως βρίσκεις να κάτσεις χωρίς να έχεις κλείσει τραπέζι, που ποτέ δεν έχει δυνατή μουσική, που πάντα έχει μίνιμαλ διακόσμηση, και πάντα έχει ανθρώπους με γνώση για να σε σερβίρουν και να κουβεντιάσεις για το κρασί, μπορείς να φανταστείς όλα τα παραπάνω και να είσαι σίγουρ@ ότι δεν θα χαθούμε.
Eleanna Kounoupa / Flickr





